frear

Η “Ευγενία” (εκδ. Πικραμένος, 2016) του Αντώνη Δ. Σκιαθά: ένα αισιόδοξο ποιητικό κοσμοθεώρημα – γράφει η Άννα Αφεντουλίδου

Ανεστραμμένο προοίμιο

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς εξέδωσε, μετά από 7 χρόνια εκδοτικής σιωπής, το ποιητικό βιβλίο Ευγενία. Συνηθίζω να λέω πως οποιαδήποτε αλήθεια του συγγραφέα μετά τη συγγραφική τελεία είναι μια εξωκειμενική αλήθεια, που διόλου δε δεσμεύει τον αναγνώστη, όσον αφορά στην πρόσληψη του κειμένου που του έχει προσφερθεί. Στο βιβλίο αυτό διαπίστωσα μια πολύ ενδιαφέρουσα παρέκκλιση. Ο Α. Σκιαθάς προσθέτει στο αυτί του οπισθοφύλλου μία σημείωση, η οποία αποτελεί ουσιαστικά ένα σχόλιο της ποίησής του, αλλά γραμμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε να συνιστά οργανικό κομμάτι του βιβλίου του και όχι μια εξ υστέρου «εξήγηση». Παραθέτω το αντίστοιχο χωρίο: […] Η Τριλογία, […] θα μπορούσε να έχει εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις. Επέλεξα συνειδητά όμως να εκδοθεί με τον γενικό τίτλο «Ευγενία», συμπληρωμένη με τα αναγκαία σχόλια και τις αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το όλον της «πυθαγόρειας» σιωπής και με τον τρόπο της πλατωνικής θέασης τους κώδικες του ποιητικού βίου.

Εκείνο που θεωρώ ότι συνηγορεί στην τοποθέτηση του παραπάνω «εντός» του κειμενικού σώματος του βιβλίου είναι η ομοιότροπη γλώσσα του και η δισυπόστατα αμφίρροπη σημασιολογική του βάση. Εξηγούμαι.

Τρίμορφο ποιητικό στίγμα

1. Θίγεται με γενναίο τρόπο το θέμα της σιωπής και της άσκησης. Ο ποιητής επικαλείται την πυθαγόρεια σιωπή ως ένα είδος άσκησης, μια δοκιμασία όπως του Πυθαγόρα στους υποψηφίους μύστες των φιλοσοφικών του «μυστηρίων». Ο ποιητής ομοίως πρέπει να ξέρει να σιωπά, να έχει την υπομονή να περιμένει. Υπάρχει και μια παραπληρωματική βεβαίως σημασία. Η διαχρονική πάλη του ποιητικού λόγου με τη σιωπή είναι βασανιστικά αμφίρροπη, και χωρίς ελπίδα να τελεσιδικήσει, εις το διηνεκές.

2. Αναφέρεται στην ενσυνείδητη επιλογή να συνθέσει ένα ολιστικό ποιητικό σύστημα, με φιλοσοφικά και κατά κάποιον τρόπο επιστημο-λογικά κριτήρια: τα τρία μέρη να αποτελέσουν υποενότητες ενός ενιαίου συνθέματος, όπου θα ενσωματωθούν σχόλια και σελίδες ημερολογίου, τα οποία είναι και αυτά ποιητικά κείμενα και όχι ένας πραγματολογικός σχολιασμός, όπως αρχικά κάποιος θα νόμιζε.

3. Η αναφορά του «ποιητικού βίου»: επομένως δεν μιλούμε για ένα έργο τέχνης που απηχεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτοβιογραφικά στοιχεία ή στοιχεία από εμπειρικά ατομικά ή συλλογικά βιώματα, αλλά η αποτύπωση ενός τρόπου του «ποιητικώς ζην», και μάλιστα με πλατωνική «εστίαση». Εδώ δύο στοιχεία ανακαλούνται: τα ποιητικά μανιφέστα (πχ. του υπερρεαλισμού) και η γοητευτική γλωσσική αμφιθυμία του Πλάτωνα σχετικά με την ποίηση. Η πλατωνική θέαση του ποιητικού λόγου και των προταγμάτων του είναι γνωστή. Ο Πλάτωνας επιχειρηματολογεί εναντίον της ποίησης σαν να αναγνωρίζει ότι η ελκτική της δύναμη είναι πολύ μεγάλη, ώστε να μπορέσει να την αρνηθεί. Και ενώ ταυτοχρόνως ο ίδιος μετέρχεται έναν λόγο σχεδόν ποιητικό, έμπλεο ποιητικών σχημάτων και τεχνημάτων, γίνεται κατά κάποιον τρόπο «ποιητής».

Κοσμοθεωρητική ποιητική

Η σύνθεση του Α. Σκιαθά ενσαρκώνει με πολύ έκδηλο τρόπο μια κοσμοθεωρητικού τύπου αντίληψη ότι η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από τέχνη∙ είναι ένας τρόπος θεώρησης που καταργεί την απόσταση ανάμεσα στην λογοτεχνική και την ιστορική, οικογενειακή ή καθημερινή εν γένει εμπειρία. Αποτολμώντας θαρρετά να μιλήσει, όχι μόνο για το ωραίο και το στοχαστικό αλλά για μια βιοθεωρία που εμπεριέχει το εθνικό παρελθόν, την παράδοση, την ποιητική γενεαλογία αλλά και ένα είδος ευαγγελισμού του μέλλοντος. Με λόγο που κυμαίνεται από έναν ελεγειακό τόνο μέχρι και έναν αισιόδοξο λυρισμό, από μια συμβολιστική δραματικότητα μέχρι και μια μοντερνιστική μορφικά απελευθέρωση, αναφέρεται σε όλα τα ανθρωπολογικά πεδία, ατομικά και συλλογικά. Κρατά το νήμα της ευφορίας μιας εποχής, όπου όλα φαίνονταν δυνατά, μιας ποιητικής συνέχειας που διατηρούσε ζωντανή την πίστη σε ένα σταθερό βηματισμό της ιστορίας, την πίστη στο όραμα. Ως προς το πνεύμα αυτό ανακαλείται κάτι από τον ποιητικό οραματισμό του Α. Εμπειρίκου, χωρίς ωστόσο τις δικές του οριακές διαπιστώσεις και διατυπώσεις. Θυμάμαι και θυμίζω ότι ο Εμπειρίκος προσπάθησε να διαμορφώσει ένα είδος εξαγγελτικού μανιφέστου του οράματός του, εν γένει της ποιητικής ουτοπίας, ευαγγελιζόμενος την διαμόρφωση ενός «ποιητικού βίου».

Ο Α. Σκιαθάς διαμορφώνει ένα ποιητικό σκηνικό, όπου χωρούν ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εθνικής ιστορίας, ανάμικτα με αυτά της οικογενειακής του γενεαλογίας αλλά και των αλληλοδιαδεχόμενων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών γενεών που αποτέλεσαν τους δικούς του «γεννήτορες». Φτιάχνοντας ένα δίχτυ που εμβαπτίζεται στο παρελθόν συγκρατώντας όλα εκείνα που παροντικά το διαμορφώνουν, καθορίζοντας εκ παραλλήλου αρκετές, τόσο ευθύβολες όσο και λανθάνουσες, μελλοντικές μεταλλάξεις, που προσωποποιούνται και στην αθώα μορφή της απογόνου του ποιητή, στη μικρή του κόρη, Ευγενία- όνομα αληθινό, «αληθινού» προσώπου, αλλά και persona πολύσημη. Οι στίχοι σε πλαγιογράμματη γραφή, συνήθως στο τέλος, αν κι όχι μόνο, αρκετών ποιημάτων, αποτελούν αποστροφή ενός προσωρινά εξωτερικού, αλλά βαθύτερα ενδοδιηγητικού αφηγητή συμπυκνώνοντας δραστικά την ιστορική ή και τη λογοτεχνική εμπειρία του.

Ένα ουμανιστικό κοσμοθεώρημα, αρδευόμενο από πολλές πηγές, χωρίς να επιμένει στην ασφυκτική κεντρομόλο ενός πατριωτικού εθνοκεντρισμού, ούτε να προσφεύγει στον στενό ορίζοντα του έμπυρου αυτοβιογραφισμού. Υπάρχουν αναμφίβολα οφειλές μαρτυρούμενες άμεσα ή και εμμέσως («με τον τρόπο του…», «ο Κ.Π. Καβάφης», «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας» κ.α.), με τις αντίστοιχες προσχώσεις των γλωσσικών ποικιλιών, άλλοτε να προεξέχουν και άλλοτε να λανθάνουν. Ωστόσο εγώ θα προτιμήσω να σχολιάσω κάτι πιο υπόρρητο. Ίσως φανεί παράξενο, αλλά μου φέρνει στη μνήμη, παρόλο που δεν έχει τον επικό και θαυμαστικό του τόνο, μια φαινομενικά αναίτια ομοιότητα, κάτω από τις πρόδηλα υπαίτιες διαφορές, τον Νίκο Εγγονόπουλο.

Αναλογικά επιλογίζοντας

Θεωρώ ότι ο μονολεκτικός τίτλος του βιβλίου που υποστηρίζεται εικαστικά τόσο από το εξώφυλλο, το οποίο προέρχεται, όπως μας πληροφορεί το αυτί του εξωφύλλου, από το χέρι της ίδιας της Ευγενίας, όσο και από το εσώτερο σχέδιο του χαράκτη Γιάννη Στεφανάκι, στο οποίο εικονίζεται η κόρη του ποιητή σε βρεφική ηλικία, είναι πολύσημα φορτισμένος. Το έτυμον της λέξης, όπως και οι συνεχείς αναδρομικές αφηγήσεις της ποιητικής χρονομηχανής του Α.Σκιαθά, που ακολουθούν το ιστορικό νήμα ενός ολόκληρου κόσμου, δείχνουν το «ευ» ενός πολυδύναμου «γένους», αποδεικνύοντας και υπο-δεικνύοντας μια φωτεινή συνέχεια όσο και ένα ελπιδοφόρο χρέος. Χωρίς ποτέ να παραιτείται από την ευφρόσυνη πεποίθηση πως ό, τι κι αν γίνεται, πάντοτε το παρελθόν θα μας τροφοδοτεί με όσο φως χρειαζόμαστε, για να αγγίζουμε κάτι από το μέλλον, το οποίο, εφόσον στεγάζεται κάτω από την άδολη εμπιστοσύνη ενός οιονεί παιδικού βλέμματος, δεν μπορεί παρά να είναι αισιόδοξο∙ κάτι εξαιρετικά σπάνιο σήμερα, σε μια εποχή τόσο σκοτεινή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly