frear

Για τα «Φτερά παγωνιού» της Μάχης Τζαβέλλα – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Μάχη Τζαβέλλα, Φτερά παγωνιού, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2017.

Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελλός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι’ όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια : το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης (Νίκος Εγγονόπουλος, Μην ομιλείτε εις τον οδηγό (1938), «Πολυξένη»).

Δεν ξέρω κατά πόσον, και αν, η Σφίγξ Νίκος Εγγονόπουλος, με το παραπάνω υπερρεαλιστικό γραπτό του, προσφέρει την φροϋδική συνδρομή του στη μελέτη του διηγήματος της Μάχης Τζαβέλα, Φτερά Παγωνιού, αλλά εκείνες οι δύο πέτρες, «Πολυξένη» η μία και «Πολυξένη» η άλλη, εκεί νομίζω πως μας οδηγούν. Μέσα στον καθρέφτη το «απατηλόν όραμα» καταλήγει σε δυο πέτρες με το ίδιο όνομα, ή, απλώς, για να πάμε στη συγγραφέα, σε ασφυκτικό δεσμό μάνας και κόρης, με τη μάνα να καταδυναστεύει την κόρη∙ ή από την ανάποδη του συναισθήματος μας πάει ίσως στην «Αγέλαστο Πέτρα»∙ τη Δήμητρα και τον Περσεφόνη….

Λοιπόν, ενώ, παραδοσιακά, η κόρη είναι η «μονάκριβη και πολυαγαπημένη», γιατί αυτή θα επωμιστεί το βάρος της γηροκομίας των γονέων, στην ιστορία της Τζαβέλα, το υποβαθμισμένο κοινωνικό και οικογενειακό έως λούμπεν περιβάλλον, η οικονομική δυσπραγία, ο ξενιτεμός της οικογένειας στη Γερμανία, η σκληρή δουλειά της αγράμματης μάνας για να ζήσει την κόρη, που έχει πάρει μαζί της, να βοηθήσει και τον γιο της, που έχει αφήσει πίσω στη γιαγιά, να στέλνει χρήματα με αγάπη για κείνον, η «ανυπαρξία» ενός άντρα πατέρα που θα έπρεπε να έχει τα ηνία του σπιτιού, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το απαραίτητο περιβάλλον για να διαστρεβλωθεί έως και εγκληματικά να διαμορφωθεί η προσωπικότητα της καταδυναστευμένης κόρης, η οποία από τύχη δεν γίνεται εγκληματίας. Μεταφέροντας η μάνα τα δεινά της ζωής της, τα όποια ψυχικά της συμπλέγματα και τις διανοητικές της ταραχές στην κόρη, καταφέρνει να την μετατρέψει σε ένα αλλοπρόσαλλο πλάσμα. Η μάνα παρουσιάζεται ψυχρή, αντιφατική, στρεβλωτική και καταπιεστική σε σημείο που η κόρη να μην μπορεί να αποφασίσει για τον εαυτό της και να ταυτιστεί μαζί της.

Η διαπίστωση της ταύτισης γίνεται μπροστά στον καθρέφτη –Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη, λέει ο Σεφέρης–, όπου η ενσωματωμένη, εσωτερικευμένη μητρική φωνή υπαγορεύει το δέον γενέσθαι και υπονομεύει τις δεξιότητες της κόρης. «Δεν ήταν τα λόγια της ούτε οι πράξεις της παρά μόνο αυτό το αδιερεύνητο και ανεξήγητο βλέμμα, αν είναι το βλέμμα το αποτύπωμα της ψυχής, ίσως έτσι φτιάχτηκε και η δική μου η ψυχή». Επίσης: «Τα μάτια της ήταν ο μόνιμος κριτής μου, δεν μπορούσα να τα υποφέρω».

Θα έλεγα, κάνοντας άλμα μέγα στην Δάφνη Ντυ Μωριέ ότι η μάνα λειτουργεί όπως η οικονόμος στο μυθιστόρημα Ρεββέκα, η οποία προσπαθεί να πείσει την άπειρη νέα κυρία της ότι δεν αξίζει τίποτα. Δεν ξέρουμε αν, εδώ, η συγγραφέας έχει κατά νου τη Δάφνη Ντυ Μωριέ ή τον Πλάτωνα, ωστόσο, ξέρει, δεν ξέρει, σημασία έχει ότι η διακειμενική συνάφεια πατάει σε γερό έδαφος. Όπως και το «εγώ είναι ένας άλλος» που είπε ο Ρεμπώ, με αδιερεύνητο, εν τέλει το ποιος είμαι εγώ και ποιος ο άλλος ή πόσοι άλλοι κρύβονται μέσα σε κάθε εγώ.

Βεβαίως, το μοντέλο της αδύναμης και ευαίσθητης μητέρας ανήκει στην πολιτιστική μας κληρονομιά, αλλά δεν είναι το ιστορικά κυρίαρχο. Η μητέρα που εργάζεται για να συνεισφέρει στα οικονομικά του σπιτιού για να μην της λείψει τίποτα, της κόρης, «όπως έλεγε θυμωμένα», δεν συνυπολογίζει στα μητρικά της απαιτούμενα και τα εκ φύσεως δεδομένα∙ την αγκαλιά και τη στοργή. Έτσι, παρεκκλίνοντας από τον φυσικό της ρόλο και υπακούοντας σε μια λογική της προσαρμογής στο περιβάλλον, στο οποίο ζει, παρουσιάζεται σκληρή και απάνθρωπη ή απλώς συμβιβασμένη στα δεδομένα της περίστασης, επιδεικνύοντας συχνά και την διάκριση ανάμεσα στα παιδιά της, λόγω φύλου ή συναισθηματικής προτίμησης ή τέλος, επανάληψης του μοντέλου το οποίο η ίδια έχει βιώσει. Πρόχειρο παράδειγμα η Στέλλα Βιολάντη του Γρηγορίου Ξενόπουλου ή η αληθινή ζωή της Ελισάβετ Μαρτινέγκου-Μουτζάν.

Η αφηγήτρια γυρίζει πάντα στην παιδική ηλικία, εκείνη που ο μέγας παιδοψυχολόγος Ζαν Πιαζέ έλεγε ότι είναι η πιο σημαντική για την διαμόρφωση του ανθρώπου. Η κατάσταση θα αλλάξει με την έξωθεν παρέμβαση μιας φίλης η οποία, σαν από μηχανής θεός, θα συνειδητοποιήσει ότι μάνα και κόρη έχουν αλλάξει ρόλους και η ψυχική ασθένεια της μιας έχει κληροδοτηθεί στην άλλη. Και η ηρωίδα θα ανατρέψει όλο το σκηνικό διότι η ψυχολογία διδάσκει, επίσης, πως μέσα στις ονειροπολήσεις του ο καταπιεσμένος λύνει τα δεσμά του, αρκεί να μην το παρακάνει. Και το πλάνο αλλάζει άρδην. Η κόρη σηκώνει κεφάλι και φτάνει στην άλλη άκρη του νήματος της παράκρουσης, και από τον πάτο της αυτοεκτίμησης φτάνει στην κορυφή. Γίνεται αλαζονική, εμμονική, φαντασιώνεται επιτυχίες, ομορφιά, αγάπη, δύναμη και απαιτεί από τους άλλους να της αναγνωρίσουν ό,τι εκείνη φαντάζεται πως έχει και είναι. Με το νου πλουταίνει η κόρη λέει μια παροιμία και «το ταξίδι της σκέψης φαντάζει ενδιαφέρον∙ σκέφτομαι άρα επιλέγω» λέει, και επιλέγει μια μεγάλη ποικιλία παραλλαγών του καρτεσιανού δόγματος για να τεκμηριώσει τις πράξεις της. Επιλέγει τη μοναδικότητα, τον υπερβολικό θαυμασμό από τους γύρω της, το αλάθητο και τη χειραγώγηση των άλλων. Η αλλαγή αυτή, όπως είναι φυσικό, έχει τα συμπαρομαρτούντα της.

Τελικά ένα βράδυ, ενώ η κακοκαιρία μαίνεται – πάντα η κακοκαιρία σηματοδοτεί αλλαγή- μάνα και κόρη, η μία απέναντι στην άλλη, επιχειρηματολογώντας η κάθε μία από την πλευρά της, θα αναδείξουν τα απωθημένα βαθιά μέσα τους. Η αμόρφωτη καταπιεστική μάνα και η μορφωμένη καταπιεσμένη κόρη, θα αφήσουν στο σκοτεινό βάθος της ψυχής τους τα δυσάρεστα και θα φέρουν στην επιφάνεια τα τρυφερά συναισθήματα που έτρεφε η μια για την άλλη. «Αναλογίστηκα ότι αν υπήρχε ένας άνθρωπος που θα μπορούσα ν’ αγαπήσω, αυτός δεν θα ήταν άλλος από τη μάνα μου». Κι έτσι η στρίγκλα μάνα, η χειρότερη και από κακή μητριά, εκείνη για την οποία η κόρη συνέθετε σενάρια εξόντωσης -να την βγάλει από τη μέση, να την «πνίξει»- βρίσκει, επιτέλους, την πραγματική της θέση. Η κόρη θα λύσει τον κόμπο με βαθιά ενδοσκόπηση. Θα καταλάβει ότι αγάπη είναι να μη θέλει να εκφράσει «τον κακό εαυτό της σε κανέναν». Όλα λοιπόν είναι θέμα λογικής και απόφασης. Έτσι είναι;

Ας πούμε έτσι, και ξυπνώντας ένα πρωί, θα διαπιστώσει ότι το ευχάριστο όνειρο που έβλεπε ήταν πραγματικότητα: «ξύπνα τεμπέλα, έχασες και τη δουλειά σήμερα, κοντεύει μεσημέρι. Στρώνω το τραπέζι να φάμε τα δυο μας…» και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Και το ωραίο όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Η δαιδαλώδης και παραληρηματική αφήγηση, οι παλινδρομήσεις, οι εμμονές, οι ψυχωτικές καταστάσεις, η πλοκή, η δέση και η λύση του προβλήματος, η πραγμάτωση της ιδέας, όλα συνάδουν με τον ταραγμένο ψυχισμό της ηρωίδας και με τον τρόπο τους γίνονται η άλλη μορφή της ουσίας του βιβλίου. Στο τέλος και η στρίγκλα μάνα και η καταπιεσμένη κόρη βρίσκουν τη θέση τους στη σύνθεση.

Το εξώφυλλο του Πέτρου Τσαλπατούρου, με τον ενσωματωμένο πίνακα του Alfred Henry Maurer Το Παγώνι. Πορτρέτο μιας γυναίκας, αποδίδει υπαινικτικά την αποβολή της μεγάλης ιδέας∙ το φέρειν το βαρύ φορτίο και το απαλλάσσεσθαι από τη μεγαλομανία του ψυχικού άχθους.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly