frear

Σταύρος Σταυρόπουλος: So long Marianne – γράφει η Μίκα Ντάκα

Το κοσμογονικό στοιχείο, η αέναη κίνηση και η διαλεκτική Ζωής και Θανάτου στη συλλογή So Long, Marianne: Ποιήματα στη Μαρία, του Σταύρου Σταυρόπουλου

«Η αγάπη μόνο να συνεχίζεται μπορεί»

Το βιβλίο αυτό που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη αποτελεί ένα τραγούδι για τη Μάριαν ή καλύτερα για την ίδια την Αγάπη. Ο τίτλος So Long Marianne είναι ένα μουσικό διακείμενο, δάνειος από το ομότιτλο τραγούδι του Leonard Cohen, που συμπεριλήφθηκε στο πρώτο του άλμπουμ (Songs of Leonard Cohen, 1967) και μας θυμίζει τον δυνατό έρωτα που γεννήθηκε τη δεκαετία του ‘60 στην Ύδρα ανάμεσα στον Cohen και τη Marianne Jensen Ihlen. Ο υπότιτλος (Ποιήματα στη Μαρία), όπως σημειώνει ο Σταυρόπουλος στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του, είναι ο τίτλος που σκόπευε να δώσει ο ποιητής Νίκος Καρούζος στην ενότητα των ποιημάτων που έγραφε στο μπαρ των Εξαρχείων «Dada» προς τη μικρή Μαρία Kαλάρογλου, κόρη του μπάρμαν και συνιδιοκτήτη, την οποία δεν γνώρισε ποτέ (σ. 60). Ο Σταυρόπουλος οικειοποιείται το όνομα και το προσφέρει στον αναγνώστη σε όλες του τις εκδοχές ταυτισμένο με μια γυναίκα ή έναν κόσμο που εξαφανίστηκε: «Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. (…) Την έλεγαν Μάριαν, Μαριάννα, Μαίρη, Μαρίλια, Μαίριλυν, Μαριλού, Μαριάμ, Μαρία. Αλλά μπορεί και να ήταν ο ίδιος ο κόσμος» (σ.11).[1]

Ο Cohen με τη γυναίκα που σημάδεψε τη ζωή και την τέχνη του κάποια στιγμή χώρισαν, αλλά η αγάπη τους έμεινε στον χρόνο, ως ένα εμβληματικό τραγούδι. Και κάπως έτσι συμβαίνει με τους καλλιτέχνες και τις  λεγόμενες Μούσες τους. Αρκεί μια στιγμή να συλλάβεις το ασύλληπτο και να μετουσιώσεις τη φθορά της πραγματικότητας σε αιωνιότητα. Και τότε η ζωή, γίνεται ποίημα, τραγούδι, με αρχή και τέλος, αλλά που παίζει σε αέναη επανάληψη, όσο οι λέξεις θα κουβαλούν τις μνήμες μας, του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Θα σταθώ αρχικά στο περικείμενο του βιβλίου, στις καλαίσθητες εικόνες του, στο εξώφυλλο και στο εσωτερικό του, όπου απεικονίζονται αντίστοιχα  η Σελήνη και η Θάλασσα, λουσμένη από το σεληνόφως. Πρόκειται για δύο στοιχεία θηλυκής υπόστασης, που δένουν με το περιεχόμενο της συλλογής και προσδίδουν ένα μυστηριακό χαρακτήρα τόσο στο γήινο όσο και στο ουράνιο επίπεδο, δημιουργώντας μια σχετική ατμόσφαιρα για την ανάγνωση που θα ακολουθήσει. Το φως και το νερό, είναι πηγή γνώσης και ζωής, αλλά και μυστήριο, με ανεξερεύνητους τόπους. Πίσω από το φως της Σελήνης, που ας μην ξεχνάμε είναι ετερόφωτο σώμα, υπάρχει η σκοτεινή της όψη (βλ: the dark side of the moon), η άγνωστη, εκεί που κατοικούν οι σκιές. Και αντίστοιχα μέσα στα βάθη της Θάλασσας υπάρχουν ναυάγια, πραγμάτων, ανθρώπων, ερώτων.

Ωστόσο, η Σελήνη φωτίζει το σκοτάδι και η Θάλασσα έχει το αλάτι της μνήμης. Ο κύκλος της Σελήνης μας θυμίζει την εσαεί αύξουσα και φθίνουσα πορεία του φωτός. Το φως και το κύμα έρχονται κι επανέρχονται με μια αδιάκοπη επανάληψη όπως τα τραγούδια και η λογοτεχνία, λέξεις και ήχοι που λυτρώνουν. Αναφέρεται στη σ. 39: «Καμιά φορά σκέφτομαι/ ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο/από λογοτεχνία/αλλά όχι/πρόκειται για ζωή/ γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίζεται ο κόσμος/μόνο έτσι μπορείς/να τον αντέχεις». Αντίστοιχα, στη σ. 25: «Το ξέρω/ έγινες τραγούδι/ Αλλά κάποιοι στίχοι/ περίσσεψαν/ και τους γράφω εδώ/ για να μείνουν/ στο χώμα/ Σαν σπόρος/ για όσους θα έρθουν μετά/ να κατοικήσουν/ Σ’ αυτή την άγνωστη γη».

Ο ποιητής διασώζει το πολύτιμο υλικό της ποίησης, τις λέξεις, «μου απομένει η λέξη» γράφει στο ποίημα «Καταρχήν» και ο Μπλας ντε Οτέρο (1955). Το χώμα έχει διττή σημασία, αφενός ως τόπος ταφής, αφετέρου ως τόπος καρποφορίας μιας νέας μελλοντικής ζωής. Κι έτσι, τίποτα δεν πεθαίνει. Απλώς συνεχίζει το ταξίδι του, μετουσιωμένο. Όπως ο σπόρος στη γη που θα ανθίσει, θα ωριμάσει και θα επιστρέψει σε αυτήν. Είναι, η επιστροφή στην αρχή του κύκλου, για ένα νέο ταξίδι ως τραγούδι από τη ζωοποιό Μάνα Γη.

Με αφορμή το στοιχείο της Γης, θα οδηγηθούμε στις φιλοσοφικές απόψεις του Εμπεδοκλή. Ο Εμπεδοκλής κάνει λόγο για τα τέσσερα ριζώματα, τα κοσμογονικά στοιχεία, τη γη, το νερό, τη φωτιά, τον αέρα.[2] Σύμφωνα με τον Gaston Bachelard  είναι αναπόσπαστα και αρχέγονα συστατικά του ψυχισμού μας,[3] κινητοποιούν τη φαντασία, δημιουργούν εικόνες που μας βοηθούν να βιώσουμε τη λογοτεχνία ως κίνηση, με μια δυναμική διαλεκτική διαδικασία που επηρεάζει τη γλώσσα, ενώνοντας το πραγματικό με το μη πραγματικό και συντηρώντας την επαφή μας με τις λέξεις, όταν έχουμε χάσει την επαφή με τα αντικείμενα.[4] Πρόκειται για στοιχεία με τα οποία ο Σταυρόπουλος πλάθει τις ποιητικές του εικόνες, οι ρίζες που ενώνουν την ψυχή του ποιητή με το έργο του και που ταυτίζονται με τη Μάριαν, τη γυναίκα, που είναι ο κόσμος. Όπως μου είπε κάποτε ο ίδιος σε συνέντευξή του, «ο κόσμος είναι θηλυκός, συνδέεται με το γυναικείο σώμα, έχοντας εκείνα τα όργανα αναπαραγωγής που χρειάζονται για να γεννηθεί κάτι νέο»[5].

Επιστρέφοντας στον Εμπεδοκλή, τα τέσσερα ριζώματα βρίσκονται στον κόσμο αυτούσια σε αρμονική ενότητα μέχρι να επέλθει η σταδιακή αποσύνθεση και το χάος. Για τον φιλόσοφο, η Φιλότητα -δηλαδή η αγάπη- και το Νείκος- δηλαδή η διαμάχη- είναι οι δυο αντίρροπες δυνάμεις που ασκούν πίεση στα στοιχεία αυτά, άλλοτε τα διαχωρίζουν κι άλλοτε τα ενώνουν, επιφέροντας με αυτόν τον τρόπο ισορροπία κι εξέλιξη στο κοσμικό γίγνεσθαι μέσα από τη διαλεκτική Ζωής και Θανάτου.[6] Δηλώνεται στη συλλογή: «Γεννιέσαι από αγάπη/ σε γεννάω εγώ/ μετά πεθαίνω/ και με γεννάς εσύ/ ξανά/ ανταποδίδοντας ένα μέρος του θανάτου/ στη γέννηση/ αυτό το αέναο θαύμα/ που συνεχίζεται/το λένε αγάπη/σπάνιους ήρωες/ή αλλιώς εμείς» (σ. 49). Κατά τον Φρόυντ οι δύο κοσμολογικές αυτές δυνάμεις, δεν είναι άλλο από τις δύο ενορμήσεις, το αντιθετικό και συνθετικό δίπολο του Έρωτα και του Θανάτου, που συναντάμε σε κάθε λογοτεχνικό έργο.[7] Στην ποίηση του Σταυρόπουλου ο έρωτας παίρνει συμπαντικές διαστάσεις, έχει μετουσιωθεί, δηλαδή, σε Αγάπη.

Ενίοτε, ο ποιητής με κινητήρια δύναμη την Αγάπη θέλει να ανασυνθέσει τη Μάριαν- τη γυναίκα, τον κόσμο-, από υπερκόσμια υλικά και να της δώσει ξανά ζωή:

«Αν και αγέννητη/ θέλω να σε αναστήσω/ να σε συνθέσω ξανά/ από υπερκόσμια υλικά/να μην σβήνεις/ να μην προσπερνάς/ να μην φοβάσαι/να σε χορτάσω/ χωρίς σκιά/ χωρίς άλλα ενθύμια θαύματα» (σ. 16). Με τη λέξη «αναστήσω» προσδίδεται η θαυματοποιός δύναμη στον ποιητή. Τα χέρια γίνονται το μέσο αυτού του θαύματος: «θέλω να σε αγγίξω ξανά/ για να γίνεις πιο όμορφη/ πιο απέραντη από τη θάλασσα/ που θα ξαπλώνει στα πόδια σου/ ανίσχυρη/ υποταγμένη στις επιδόσεις σου» (σ.24).

Και σε άλλα ποιήματα, επίσης, πλάθεται μια θαυματουργική εικονοποιία, όπου παρουσιάζεται η γενεσιουργός δύναμη που είναι αμφίρροπη ανάμεσα στον ποιητή και στο ποιητικό αντικείμενο που αυτός υμνεί, για να επιτευχθεί, τελικά, ο εξαγνισμός και η συνέχεια του κόσμου, μέσα από την Αγάπη αλλά και την Ποίηση, ταυτόσημες και οι δυο με την αυτοθυσία. Για παράδειγμα:

«σε κατάπια/ και βγήκες απ’ τα μάτια μου/ όπως ένα παράξενο φως/ που γεννήθηκε/ για να εξιλεώσει τον κόσμο» (σ.29) και «με σένα/ επισκεύασα μέσα μου/ το πρόσωπο του θεού/ σε όλες του τις θρησκείες/ ευλογήθηκα/ όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά/…αγαπήθηκες από έναν άγιο» (σ.23).

Σταύρος Σταυρόπουλος

Το δίπολο Ζωής και Θανάτου και η συνεχής κίνηση μέσα από αυτά τα δύο στοιχεία τα οποία αλληλοεξαρτώνται και αλληλοκαθορίζονται, το συναντάμε και αλλού: «Ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουμε εμείς/ τα τοπία θα κουβαλάνε την αγωνία μας/ να διασώσουμε το φως/ θα ‘χει μείνει η διάρκειά μας/ ανεξίτηλη/ πάνω στη γη/ για να την κάνει ωραιότερη…. /Θα ήταν άγραφος ακόμα ο κόσμος/ αν δεν υπήρχες» (σ.38). Εδώ, η Αγάπη υπερνικά τη φυσική φθορά και τον θάνατο και συνεχίζεται ανεξίτηλη και άυλη. Άλλωστε, όπως γράφει ο ποιητής «η αγάπη μόνο να συνεχίζεται μπορεί» (σ. 47). Η αδιάκοπη κίνηση για τη διάσωση του φωτός, όπου το φως πέρα από τη θρησκευτική του διάσταση -«εν αρχή ην το φως» – μας παραπέμπει σε ένα από τα τέσσερα κοσμογονικά στοιχεία, τη φωτιά. Γράφει ο ποιητής: «Κι εσύ ερχόσουν συνέχεια/και αγκάλιαζες/εκείνες τις νεκρές ώρες/με μια πυρκαγιά αδιάσειστη/άλλαζαν τότε πολλά πράγματα…/σε κοίταξα/ και οι λέξεις μου βγήκαν στο φως» (σ. 20). Για τον Ηράκλειτο, τον πρόδρομο του διαλεκτικού υλισμού, η πρώτη ύλη του κόσμου είναι η φωτιά «Ο κόσμος», λέει, «είναι μια αιώνια φωτιά…που έχει τη δύναμη να κατευθύνει». [8] Για τον ίδιο φιλόσοφο το παν βρίσκεται σε συνεχή κίνηση μέσα από τη σύγκρουση των αντιθέτων,[9] όπως για παράδειγμα τη σύγκρουση της μνήμης (Ζωής) με τη λήθη (Θάνατο):  Θα πει ο Σταυρόπουλος: «Μέσα από τις λέξεις μου αυτές υπάρχεις/και θα υπάρχεις/ θα σε θυμάμαι πάντοτε/ξεχνώντας σε/και θα σε ξεχνάω/και θα σε θυμάμαι/και θα υπάρχεις/ θα συνεχίσεις να υπάρχεις/ όσο ανύπαρκτη κι αν είσαι/ εσύ θα υπάρχεις» (σ. 55). Ο ποιητής επικαλείται την πρώτη ύλη του ποιήματος, τις λέξεις, για να δημιουργήσει μια δίχως τέλος σύζευξη του πραγματικού και του φανταστικού, διασώζοντας με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη της Μάριαν.

Αφορμή για το ονειροπόλημα του ποιητή γίνεται και το υγρό στοιχείο. Αεικίνητο κι αυτό με κυκλική πορεία. Σύμφωνα με τον Bachelard, το νερό περισσότερο από τα υπόλοιπα κοσμογονικά στοιχεία είναι μια πλήρης ποιητική αλήθεια[10]. Πέρα από τη θάλασσα που έχουμε ήδη αναφέρει, εντοπίζεται και, γενικά, το νερό που εξαγνίζει: «για να πλύνω τα μάτια μου/ με την ομορφιά σου/και να πεθάνω αθώος» (σ.15). Σε άλλη περίπτωση ο ποιητής ανυψώνει τον αναγνώστη στην ουράνια σφαίρα, όπου δημιουργεί και την αίσθηση του αέρα που υγροποιείται: «Κάθε που βρέχει/ νομίζω πως ενώνονται τα σύννεφα/…για να σε συναρμολογήσουν/απ’ την αρχή» (σ.36). Ιδιαίτερη αίσθηση όμως προκαλεί το υγρό στοιχείο που μας παραπέμπει στη γονιμότητα, στη γυναικεία μήτρα και το αμνιακό υγρό, ανάγοντας συνειρμικά τη Μάριαν σε μητρικό μορφοείδωλο. Μια συνειρμική παραπομπή στο σώμα ως τόπο ζωής αλλά και θανάτου (σώμα = σήμα, τάφος ψυχής, κατά Πλάτωνα), όχι αντιθετικά, αλλά συνθετικά σαν απαραίτητες συνιστώσες μιας αληθινής ζωής, στο φως, είναι η ακόλουθη: «βούλιαξα εκεί/μέσα στα σπλάχνα του ύπνου σου/και κοιμήθηκα σαν μωρό…/λίγο πριν ξεψυχήσω στο φως» (σ.43). Μια τέτοια ρήση θα μπορούσε, επίσης, να ταυτίζεται με την κατάδυση στο ασυνείδητο για τη σύλληψη της ποιητικής αλήθειας. Στη σύλληψη, την κυοφορία και τη γέννα μάς παραπέμπουν και οι στίχοι: «να προλάβω να πολλαπλασιαστώ/ μέσα σου/ και να βγω οριστικά/ με όλα μου τα καλώδια ενωμένα» (σ.44). Εδώ, θα μπορούσαμε να σταθούμε στην ψυχαναλυτική θεωρία σύμφωνα με την οποία το νερό συνδέεται με τους μητρικούς όρμους. Κατά τον Winnicott το μητρικό σώμα γίνεται το κάτοπτρο, ώστε το παιδί να βιώσει το σώμα του ως ολότητα και όχι ως διαμελισμένο κορμί.[11] Πρόκειται για ένα σώμα που ο ίδιος ο ποιητής πλάθει ως γλύπτης:

«σου έβαλα χέρια/ να αγκαλιάζεις/ καρδιά/ να αγαπάς κανονικά/… και σώμα από σκοινιά/… να μην φεύγεις…/ αρίθμησα τους βολβούς των ματιών σου…/σου έβαλα ακεραιότητα…/έπειτα ξάπλωσα δίπλα σου…/σώμα πάνω στο σώμα» (σ.42).

Φαντάζουν ως κινήσεις ιεροτελεστίας που προκαλούν μια έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα για να συμβάλουν στην καλύτερη δυνατή ένωση όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής των εραστών. Το σώμα αναζητά την ολοκλήρωσή του μέσα από το σώμα του Άλλου. Ας θυμηθούμε και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, στο οποίο ο Αριστοφάνης σημειώνει ότι το σώμα κάποτε ήταν ανδρόγυνο κι έπειτα χωρίστηκε στα δύο. Από τότε γυρεύει να συμπληρωθεί, εξαιτίας της σωματικής και υπαρξιακής έλλειψης[12]. Σε ένα άλλο ποίημα ο Σταυρόπουλος αποτυπώνει αυτή την ένωση των δύο σωμάτων και ψυχών σε Ένα, ομοούσιο, πλημμυρισμένο με φως που επεκτείνεται: «Μας μπερδεύουν πολλές φορές/ … δεν ξέρουν ποιος φωτίζει ποιον/ όταν κοιταζόμαστε/ βλέπουν το στρώμα των σωμάτων μας/σαν αγκαλιασμένα κόκκαλα/ που απλώς αναδίδουν/μια επεκτατική λάμψη» (σ.48).

Εκτός από το σώμα, η κίνηση αποτυπώνεται και σε εικόνες χώρου εντός του εαυτού, απογυμνώνοντας τον ψυχισμό του υποκειμένου: «ανεβαίνω και κατεβαίνω/τις σκάλες του εαυτού μου/για να σε βρω/ τα δάκρυά μου είναι κίτρινα» (σ.41). Ο Bachelard σημειώνει ότι το κατέβασμα της σκάλας είναι το κατέβασμα που συγκροτούμε στις αναμνήσεις μας, ενώ αντίθετα το ανέβασμα ταυτίζεται με την ανύψωση προς μια πιο γαλήνια μοναξιά.[13] Άλλοτε πάλι η κίνηση για τη διάσωση της αγάπης μέσω της μνήμης, παρατηρείται σε αντικείμενα, όπως η φωτογραφία: «την ποτίζω αργά και στάζει/ στάζω κι εγώ μέσα της/ μετά η φωτογραφία σου/ βγαίνει από το κάδρο/ και έρχεται ανθισμένη/στην αγκαλιά μου…/ και γεμίζει πάλι αγάπη/ το δωμάτιο»(σ.35). Ενίοτε η φωτογραφία μετουσιώνεται σε σπίτι με φωτεινούς προβολείς για να κατοικηθεί, σχηματίζοντας έναν διάδρομο «στο παράξενο αυτό τούνελ/ από τα χώματα των ζωών μας» (σ. 43). Στον σκηνικό διάκοσμο των ποιημάτων παρατηρείται και το σπίτι που ταυτίζεται με το γήινο στοιχείο και τη σταθερότητα.[14] Ωστόσο, υπερβαίνει τις διαστάσεις του και αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις, αφού γίνεται «ο εξώστης του ουρανού/ από τη σωστή πλευρά/ του Παράδεισου» (σ.17). Το σπίτι συνεχίζει να ζει ριζωμένο μέσα στη μνήμη. Όμως, οι γεωμετρίες του χώρου και οι πνοές του συμβατικού χρόνου καταργούνται. Η βιογραφία του σπιτιού γράφεται από την αγάπη και τις στιγμές των εραστών που ξεγλιστρούν από το πραγματικό, αποκτούν ονειρικές διαστάσεις κι ανυψώνονται σε έναν αέρινο και ουράνιο κόσμο, έως το άπειρο.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Σε γενικές γραμμές η διαλεκτική Ζωής και Θανάτου (ή δίπολο Έρωτα – Θανάτου) παρατηρείται να αποτυπώνεται με δυνατές εικόνες υπερρεαλισμού που συγχωνεύουν το όνειρο και την πραγματικότητα και διαμορφώνουν έτσι το γυναικείο μορφοείδωλο της Μάριαν. Ο Μπρετόν στο Δεύτερο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού έγραφε: «τα πάντα οδηγούν στο να πιστέψουμε ότι υπάρχει ένα ορισμένο σημείο του πνεύματος απ’ όπου η ζωή και ο θάνατος, το πραγματικό και το φανταστικό, το περασμένο και το μελλοντικό, το μεταβιβάσιμο και το αμεταβίβαστο… παύουν να διαπερνούνται αντιφατικά».[15] Στον υπερρεαλισμό ο έρωτας είναι πρωτίστως αισθητική και όχι φυσική πράξη. Η γυναίκα είναι ένα ον ταυτισμένο με το όνειρο που δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα αλλά ενσαρκώνει διαφορετικούς ρόλους. Ακόμα και τη γυναίκα – παιδί  που υπερβαίνει τον θάνατο και γίνεται τόπος αιώνιας παιδικότητας και νεότητας ταυτόσημων της «ζωικής ορμής της επιθυμίας»:[16] «είσαι το πιο όμορφο μέρος/ για να είναι κανείς νέος» (σ.22) ή «έζησες σε όλα τα μέρη/ που ήμουν παιδί» (σ.27), ο οποίος στίχος συνομιλεί με εκείνον του Τάσου Λειβαδίτη από «Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο»: «πάντα στα παιδικά μας χρόνια υπάρχει ένα κορίτσι που λέγεται Μαρία».

Καταλήγοντας να υπογραμμίσω ότι η Μάριαν ενσαρκώνει έναν κόσμο που ο ποιητής θέλει να διασώσει με τη δυναμική κίνηση της Αγάπης. Είναι η περσόνα με τα πολλαπλά προσωπεία, πύρινη, υδάτινη, αέρινη και γήινη που καταλήγει σε ένα ομοούσιο γυναικείο κοσμικό μορφοείδωλο. Ανάμεσα στο πραγματικό, το ονειρικό και το αιώνιο, ταυτισμένη με το σύμπαν, με μια κοσμογονία με υπερρεαλιστικά στοιχεία, που ορίζει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το στοιχείο της αέναης κίνησης δεν είναι επανάληψη μιας παλιάς συλλογιστικής, αλλά αποτελεί διαδικασία εξαφάνισης του παλιού και του φθαρτού και της γέννησης του καινούργιου και του ακατανίκητου. Σαν μια παιδική ηλικία που αναγεννάται ή σαν την  ίδια την ποιητική δημιουργία. Η ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου εμπεριέχει τον οικουμενικό και διαχρονικό πόνο του ανθρώπου για έναν κόσμο που έχει κατακερματιστεί, αλλά, συνάμα, αφήνει μέσα από το σκοτάδι δέσμες φωτός, το όραμα για την ανασύνθεσή του.

Μίκα Ντάκα, ποιήτρια, υποψ. Δρ. Παιδικής Λογοτεχνίας Παν/μίου Αιγαίου, ραδιοφωνική παραγωγός.


[Φωτογραφίες: Δημήτρης Κολέτσης. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό frear]

[1] Οι σελίδες παραπέμπουν στην εν λόγω συλλογή: So long, Marianne: Ποιήματα στη Μαρία, 2017, Αθήνα: Σμίλη.
[2] Kirk G.S., Raven J. E. & Schofield M. (⁴2006). Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι. Μετ. Δ. Κούρτοβικ,. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης σ. 294 κ.ε., 307.
[3] Bachelard, G. (21985). Το νερό και τα όνειρα: δοκίμιο πάνω στη φαντασία της ύλης. Μετ. Έ. Τσούτη. Αθήνα: Χατζηνικολής, σ. 9.
[4] Bachelard G. (1982) Η ποιητική του χώρου. Μετ. Ε. Βέλτσου – Ι. Δ. Χατζηνικολής. Αθήνα: Χατζηνικολής, σ. 25.
[5] Σταύρος Σταυρόπουλος:  Ο κόσμος είναι θηλυκός (Στο Κόκκινο)
[6]  Long A.A. (1998). «O κοσμολογικός κύκλος του Εμπεδοκλή», στο: Μουρελάτος Αλ. Φ. (Επιμ.) Οι Προσωκρατικοί. Συλλογή κριτικών δοκιμίων (τόμ. Β΄). Μετ. Φ Τσιγγάνου κ.ά.. Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, σσ. 529-566.
[7] Τζούλης Θ. (1993). Ψυχανάλυση και λογοτεχνία. Αθήνα: Οδυσσέας,  σ. 354.
[8] Kirk G.S., Raven J. E. & Schofield M. (⁴2006). Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι. Ό.π., σσ. 205 – Guthrie W.K.C. «Ροή και Λόγος στον Ηράκλειτο», στο: : Μουρελάτος Αλ. Φ. (Επιμ.) Οι Προσωκρατικοί. Συλλογή κριτικών δοκιμίων (τόμ. Α΄). Μετ. Φ. Τσιγγάνου κ.ά.. Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, σσ. 285, 287.
[9]  Kirk G.S. (1998). «Η φυσική μεταβολή στον Ηράκλειτο», στο: Μουρελάτος Αλ. Φ. (Επιμ.) Οι Προσωκρατικοί. Συλλογή κριτικών δοκιμίων (τόμ. Α΄). Ό.π., σσ. 263-273.
[10] Bachelard G. (21985). Το νερό και τα όνειρα: δοκίμιο πάνω στη φαντασία της ύλης. Ό.π.,   σ. 21.
[11] Τζούλης Θ. (1993). Ψυχανάλυση και λογοτεχνία. Ό.π, σ. 121.
[12] Πλάτων. Συμπόσιο (ή περί έρωτος). «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία- Οι Έλληνες» (1993), Αθήνα: Χατζόπουλος. τ.2., σ.73-77.
[13] Bachelard G. (1982) Η ποιητική του χώρου. Ό.π., σ. 53.
[14] Bachelard, ό.π. 79.
[15] Μπρετόν Α. (1983). Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού. Μετ. Ε. Μοσχονά).  Αθήνα: Δωδώνη, σ. 64.
[16] Αναγνωστοπούλου Δ. (2006). Αναπαραστάσεις του Γυναικείου στη Λογοτεχνία. Αθήνα: Πατάκης, σ. 261.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly