frear

Η μελαγχολία της αντίστασης – της Αρχοντούλας Διαβάτη

Της το είχαν χαρίσει τα παιδιά εκείνο το φυτό στη γλάστρα του, αστραφτερά λουλούδια θριαμβευτικά παρόλη τη βροχή, καθώς το έφερνε σπίτι- τελευταίες μέρες της άνοιξης. Για τη γιορτή της ποίησης που την είχαν αφιερώσει σε κείνην, τώρα που ήταν η τελευταία της χρονιά στο σχολείο, εις ανάμνησιν των Ελλήνων ποιητών που είχαν αναλύσει με όση ευαισθησία τους επέτρεπε το αναλυτικό πρόγραμμα -στο ανατομικό κρεβάτι, θέματα για τις πανελλαδικές. Αλλά αντέξανε. Και το φυτό εκείνο, έρωτα  το έλεγαν τελικά , που το είχε ξεχάσει δυο τρεις μέρες απότιστο, να κάτι μούτρα, κρέμονταν φύλλα και λουλούδια, άλλος άνθρωπος είχε γίνει. Δεν πίστευε στα μάτια της λίγο μετά που το δρόσισε  κι έλαμπε σαν την καλή χαρά. Έτσι είναι οι έρωτες φαίνεται, χαμογέλασε εκείνη, κι έβαλε μπρος τη νέα της ζωή, της συνταξιούχου, που την περίμενε από σήμερα κι εμπρός.

«Συγχαρητήρια, κερδίσατε», της είχε αναγγείλει με ενθουσιασμό μια γυναικεία φωνή τονίζοντας με έμφαση τα -ρο – μαγνητοταινία στο τηλέφωνο που την ξύπνησε πρωί πρωί και βιάστηκε να απαντήσει τρέχοντας. Στη διάρκεια της μέρας άρχισαν να ξεδιπλώνονται ένα ένα τα νέα της «ατού», τα κέρδη της. Εκείνος, που είχε κλείσει  την εκταφή της γιαγιάς στις  δεκαπέντε, ίσα ίσα τη μέρα της επετείου τους , και δεν ήταν μια καλή συζήτηση για ώριμους ανθρώπους αυτή, αλλά μπήκαν στο χορό και χορεύανε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, έτσι για τη δόξα του καβγά,  έτσι κι αλλιώς κι ο έρωτάς τους έπνεε τα λοίσθια; σκεφτόταν μουτρωμένη εκείνη κι αντί για μια αγκαλιά κι ένα πείραγμα, γύρισε ο καθένας στα δικά του: Εκείνος βγήκε στις δουλειές του κι εκείνη στο βιβλίο της, όλη μέρα μέσα σε εκείνο το δύσκολο και απαιτητικό βιβλίο που της είχε χαρίσει η Ευδοκία επί τη λήξει της θητείας της, αλλά αδύνατον να συγκεντρωθεί και να χαρεί. Παλιά κυλούσε η ζωή σαν έρωτας, όταν στεγασμένη στην ανάγνωση ενός βιβλίου έκανε απιστίες στην καθημερινότητα. Σήμερα γιατί δεν πετύχαινε τίποτα; Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταζε τις γλάστρες της που κρέμονταν στα κάγκελα:  αφαιρούσε ξεραμένα λουλούδια και φύλλα, χάιδευε τις κορφές τους και σκεφτόταν. Ο έρωτας, εκείνο το δώρο των παιδιών στο σχολείο, αυτός, όλο και με λιγότερα λουλούδια έστεκε όρθιος ακόμα. Είχε ξανθίσει σχεδόν, παρόλο που δεν ξεχνούσε να τον ποτίσει. Ένας μήνας τώρα ήταν η χαρά των ματιών της. Έχει κάνει τον κύκλο του, είναι στο τέλος του, μην ματαιοπονείς, την είχε παρηγορήσει εκείνος. Τόσο ζουν οι έρωτες φαίνεται.

Ήταν το παιδί τους εδώ, από τις σπάνιες φορές που είχε κοιμηθεί στο σπίτι των γονιών κι έκανε εκείνη τους καφέδες και  άρχισαν την κουβέντα μάνα και κόρη, μέχρι  να σου πάλι ο καβγάς, όσο ανιχνευτικά και προσεκτικά κι αν μανουβράριζε εκείνη τις υποδείξεις που δεν άντεχε να μην κάνει και συνόψιζε και ανακεφαλαίωνε και υπογράμμιζε για την αχίλλειο πτέρνα της – να πρόσεχε έπρεπε, να σημείωνε τις προθεσμίες, να μη χάνει τα ραντεβού της και πώς ντυνόταν έτσι, δεν τους είχε μάθει αυτή πως το ράσο κάνει τον παπά; Αυτό ήταν. Πάλι ένας χαρά θεού φουντωμένος καβγάς, κι εκείνη να προσπαθεί να εκλογικεύσει διαλεκτικά- επαγγελματική διαστροφή- «θα ήμασταν οι καλύτερες φίλες αν δεν ήμουνα η μάνα σου, έτσι δεν είναι;»

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly