frear

Κυριάκου Δημητρίου: «Τα μάτια του λύκου και άλλες μικρές ιστορίες»

της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου

«Τα μάτια του λύκου και άλλες μικρές ιστορίες» είναι το νέο βιβλίο του καταξιωμένου ήδη συγγραφέα Κυριάκου Δημητρίου, καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών, ο οποίος πραγματεύεται τα τελευταία τρία χρόνια έναν μορφικό συγκερασμό της φιλοσοφικής σκέψης με την τέχνη του λόγου. ΄Εξι μέχρι τώρα βιβλία, τα οποία αποσπασματικά και στο σύνολό τους, πότε αυτοαναφορικά και πότε μέσω της μυθοπλασίας, ξετυλίγουν στα μάτια του αναγνώστη το νήμα της Αριάδνης, το οποίο μπορεί να τον οδηγήσει στην έξοδο του λαβύρινθου, εντός του οποίου ο άνθρωπος παλεύει με την αλήθεια και την ψευδαίσθηση, τη φαντασία και την πραγματικότητα.

Δεκαεννέα συνολικά διηγήματα συνθέτουν τη νέα συλλογή του Κυριάκου Δημητρίου, κάποια σε πρωτοπρόσωπη και άλλα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Η γραφή του, συμβολική ή αλληγορική, με ένα πέπλο ρεαλισμού, ανιχνεύει και προβάλλει σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας τις μικρές και μεγάλες υπαρξιακές αγωνίες. Ο χρόνος ως μόνιμο θήραμα στο κυνήγι του ανθρώπου για τη νεότητα, ο θάνατος  νομοτελειακό αναπόδραστο, τα ιατρικά επιτεύγματα που ο άνθρωπος θα ήθελε να ήταν θαύματα, καίρια χτυπήματα στη φθορά, στην πτώση, το γήρας, το τέλος για το οποίο η ζωή δεν βρίσκει ποτέ τον κατάλληλο χρόνο για να συναινέσει. Στο έργο του, συνυφαίνονται ο ρεαλιστικός με τον αλληγορικό «πυρετώδη» λόγο, που αφήνει τον αναγνώστη με την αίσθηση μιας μακραίωνης, ασθενικής ύπαρξης του ανθρώπου, ανίσχυρου να νικήσει τους σκοτεινούς εχθρούς του. Και  μεγαλύτερος απ’ όλους, ο ίδιος ο εαυτός του, η ίδια η ψυχή του, τα πάθη και βάρη που αυτή γεννά καθώς ο χρόνος σιγά σιγά την κάνει μικρότερη, ανασφαλή.  Η αφαίρεσή της, η «ψυχεκτομή», με κάποιο παράδοξο επίτευγμα της επιστήμης, με οποιαδήποτε υπέρβαση της ανθρώπινης δυνατότητας, ουσιαστικά,  θα μπορούσε να ήταν κατά τον συγγραφέα, μια λύση επιβίωσης. «Ξέρετε πόσοι ζουν ανάμεσά μας δίχως ψυχή και είναι μια χαρά; Είναι θέμα συνήθειας, θέμα ρουτίνας!» ( σελ.14)

Ο Δημητρίου αναμετράται με τα «μάτια του λύκου», με το βλέμμα του Χρόνου επάνω στον άνθρωπο, με το βλέμμα του Τρόμου επάνω στον Χρόνο.  «…απέναντί του μια ρυτιδιασμένη  μάσκα στο πρόσωπο μιας κέρινης κούκλας έμοιαζε να αποτυπώνει  έναν  απέραντο τρόμο …την κίτρινη κρούστα μιας νεκρικής πνοής». ( σελ. 24).  Ποιος σπαράζει, ποιος ουρλιάζει μέσα στη νύχτα του αβέβαιου, κάτω από μια πανσέληνη βεβαιότητα του τέλους;  Παλεύει ο άνθρωπος, καταριέται τον θάνατο, θαρρεί πως τον ξεγελά με αλχημείες και αναβολές, αλλά κατορθώνει μόνο να γίνει «βορά ενός υποχθόνιου πνεύματος. Εισχωρεί όλο και πιο βαθιά κάτω από το δέρμα, ξετυλίγεται σαν αόρατο σάβανο, διογκώνεται ακατάπαυστα, κατακυριεύει το πνεύμα, η ψυχή λιώνει, η καρδιά στραγγίζει.»  (σελ. 30)  Πώς αντιδρά άραγε, εν τέλει, το αδύναμο ον, που παλεύει να είναι πρόσωπο;  Και τα πρόσωπα «…κάθονταν ακόμα εκεί , ασάλευτα, σαν να κοιμόντουσαν με ορθάνοικτα τα μάτια, αποξενωμένα από ένα παρόν που μάλλον προτιμούσαν να αγνοούν –και ίσως από ένα μέλλον που δεν θα ήθελαν να πραγματοποιηθεί». ( σελ. 8)

Ο θεός μπορεί να είναι ένα καταφύγιο για τον άνθρωπο; Ερώτημα το οποίο εμφανίζεται με τη μορφή του εφημέριου Μασσώ. Μας έχει συνηθίσει ο Δημητρίου σε τέτοιες παρουσίες στη φιλοσοφική λογοτεχνία των βιβλίων του.  Στη συλλογή αυτή οι όροι αντιστρέφονται, τα όρια μετατίθενται μέσα από τη διαδικασία της αυτογνωσίας – ο εφημέριος εξομολογείται μπροστά σε έναν ετοιμοθάνατο νέο αυτό που τον βασανίζει. «Πιστεύω στον Θεό Φρανσουά ή είναι στην πίστη που πιστεύω; Μπερδεμένα πράματα, μπερδεμένη ζωή.»  (σελ. 39)

Το τρένο, ως συμβολισμός του ανθρώπινου βίου, με οδηγό απρόσωπο και πορεία που ο άνθρωπος-ταξιδιώτης δεν μπορεί να ελέγξει, επανέρχεται σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, όπως και στη συλλογή «΄Άνθρωποι στο βαγόνι». (Κ. Δημητρίου, Εκδόσεις Πορεία 2016) . ΄Ενα ταξίδι χωρίς αποδράσεις, δίχως διαφυγή.  «Το τέλος είναι πάντα εδώ, προτού καν ξεκινήσει το ταξίδι». (σελ. 43 ). Μια  διαδρομή φαινομενικά ήσυχη, άνθρωποι αθύρματα της μοίρας  τους, εύθραυστοι, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, υποτάσσονται σε ερμητικές δυνάμεις που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να τιθασεύσει. «Κόσμος μπαινοβγαίνει…ένα υπόγειο κύμα από φωνές, ένα μυστικό παραλήρημα κι αγκομαχητά, πόρτες ανοιγοκλείνουν …΄Επειτα σφυροκοπήματα από καρφιά, ενώ κάθε τόσο αντηχεί ο κρότος από ξύλινα κασόνια και βαριές αποσκευές». (σελ. 33)

Αλλά και σε μικρότερους κύκλους ζωής, τους οποίους ο Δημητρίου προσδιορίζει ως τραμ  εντός μιας πόλης, αναπροβάλλεται η αποτύπωση μιας αέναης όσο και στατικής πραγματικότητας. «Τα τραμ εξακολουθούσαν να διαγράφουν κύκλους παγιδευμένα στην πλατεία, εκεί που οι άνθρωποι κινούνται μονότονα, αδιάκοπα, ενστικτωδώς-στη ζώνη που σφιχτοδένει την πόλη.» (σελ. 44)

Και στο ταξίδι αυτό, ο άνθρωπος εν τέλει, ακόμα και αν ξεφύγει με θαυμαστούς και περίεργους τρόπους από  την ανθρώπινη μοίρα ή αν ξεγελάσει έστω και προσωρινά το αιώνιο πεπρωμένο, ανακαλύπτει έντρομος πως χωρίς τους «άλλους», τους συνταξιδιώτες, γίνεται ένας ξένος για τους επόμενους, κι ο κόσμος ένας ξένος και γι΄ αυτόν αλλόκοτος και ο ίδιος ο άνθρωπος «…υπάρχει σαν να μην υπάρχει, σ΄ έναν χρόνο ακίνητο, φρικτά εξαπατημένος». ( σελ. 21) . Η ζωή, επίσης, καθώς οδεύει συνεχώς προς το τέλος της, αφαιρώντας ένα ένα τα όπλα της ευδαιμονίας του ανθρώπου, μπορεί να καταστεί μια συνεχής αναγκαιότητα προσαρμογής στην αφαιρετική δύναμη του χρόνου. Με εξαιρετικό τρόπο αποτυπώνει τη σκληρή αυτή πραγματικότητα ο συγγραφέας στο διήγημα «Η κατάσχεση», από τα κορυφαία, πιστεύω της συλλογής,  όπου στο τέλος ο ήρωας , ανάμεσα πλέον στην τερατώδη γύμνια του σπιτιού του και την οσμή της μούχλας,  «…με τον καιρό ξέχασε ποιος ήταν, ξέχασε τον λόφο, τους πέτρινους δρόμους, την πόλη, τον ίδιό του τον εαυτό. Κανένας δεν τον ξανάδε να πηγαίνει ή να βγαίνει από το σπίτι. Ούτε κανείς τον έψαξε, ούτε ζήτησε εξηγήσεις».  Μια αριστοτεχνική αποτύπωση της συνεχούς πτώσης και αποξένωσης που επιφέρουν το γήρας, η φθορά και η αποδυνάμωση της ανθρώπινης υπόστασης, μια άλλη όψη της ζωής που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τον θάνατο.  Γιατί ο θάνατος μπορεί να μην καταγράφεται απλώς ως το τέλος της σάρκας αλλά ως το τέλος της ύπαρξης γενικότερα.

Για πρώτη φορά, στις υπαρξιακές αναζητήσεις του, ο Δημητρίου εντάσσει και μια δόση κωμικού, παρωδιακού στοιχείου, αλλά τόση όση χρειάζεται για να αναδειχτεί εμφανέστερα το τραγικό. Παρωδία της ζωής τα γηρατειά, κατά μία γνωστή έκφραση της Σιμόν Ντε Μποβουάρ, ενώ κατά την ίδια πάντα, ο θάνατος μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο.

Μια αίσθηση επίσης αυτοσαρκασμού του συγγραφέα , όταν αποφασίζει να μιλήσει σε πρωτοπρόσωπη γραφή και να παρεμβάλει την ύπαρξή του ανάμεσά στο κείμενο και τους ήρωές του,  προβάλλει τη διάθεσή του να κινηθεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό των καταστάσεων με πρώτο «θύμα» την ίδια την ύπαρξή του. «Ο  αναγνώστης, φαντάζομαι, θα εκπλαγεί από την έλλειψη οποιασδήποτε πρωτοτυπίας σ΄ αυτή τη μικρή ιστορία» (σελ.46)  Και αλλού:  «Στο μεταξύ είμαι βέβαιος, ή σχεδόν βέβαιος,  πως έχω μακρηγορήσει  και έχω ήδη χάσει τους μισούς από τους πολυπληθείς μου αναγνώστες». (σελ.114)

Οικείος εκφραστικός κώδικας, η λυρική εικονοποιία, η μεταγραφή της μαγευτικής επικράτειας της φύσης, η αναπαράσταση του αισθητού που διαλαμβάνει υπεραισθητές διαστάσεις. Άλλωστε ένας καλός συγγραφέας διαμορφώνει τη δική του αφηγηματική φόρμα, ένα υφολογικό, λεκτικό, συντακτικό, μανδύα ο οποίος ντύνει περίτεχνα τις εκάστοτε νοηματοδοτήσεις της έκφρασής του. Πολύ λιγότερες οι περιγραφές αυτού του είδους στα «Μάτια του Λύκου», μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στο εσωτερικό τοπίο της ψυχής του ανθρώπου για το οποίο,  κατά τον συγγραφέα, η «…ψυχοτεχνική, μια καινούρια θεραπευτική μέθοδος, θα ήταν μια λύση». ( σελ. 40)  Είναι , όμως, τόσο ιδιαίτερες οι περιγραφές αυτές από τον Δημητρίου – φέρουν την προσωπική του σφραγίδα: «Το τοπίο είναι πανέμορφο, τις νύχτες με φεγγάρι το τοπίο μοιάζει με ροδοκόκκινη δαντέλα, ενώ τις ηλιόλουστες μέρες ο ουρανός είναι ξεσκέπαστος, σαν αναποδογυρισμένο γαλάζιο καπέλο». ( σελ. 16) «΄Εφτασα σ΄ ένα πλάτωμα, μια απέραντη κοιλάδα σφηνωμένη ανάμεσα σε κατάλευκα βουνά, στρωμένη λαμπερό γρασίδι και σμαραγδένια βότσαλα.  Γερμένα φύλλα σε χορταρένια κύματα , σταρένιοι κάμποι ξεδιπλώνονταν απ΄ άκρη σ΄ άκρη σαν πλουμιστό χαλί, πυρπολημένοι από τις αχτίδες του ήλιου. Τριζοβολούσαν τα στάχυα, χόρευαν στον άνεμο, κι ανάμεσά τους υψώνονταν αγριολούλουδα, που φούντωναν από ηδονή σαν άρμεγαν τους χυμούς τους οι πεταλούδες, φαρδιές σαν την παλάμη μου». (σελ. 79). Λόγος εικονοπλαστικός, φύση σουρεαλιστικά προσωποποιημένη και αφηγήματα που αναδεικνύουν τόσο τη δημιουργική φαντασία του συγγραφέα όσο και τη βαθιά, προσωπική σύνδεσή του με την ομορφιά του κόσμου γύρω του.  Κι αλλού, πάλι, η γνωστή ικανότητα του Δημητρίου, ο οποίος,  ως επιδέξιος γλωσσοπλάστης,   καινοτομεί με το πλήθος και τη διάταξη των επιθέτων αλλά και τη δημιουργία καινούριου λόγου παρομοίωσης, κάνοντας ακόμα πιο ζωντανή και παραστατική την έκφρασή του, με εικόνες ως επί το πλείστον και πάλι παρμένες από το φυσικό τοπίο. «΄Ακουσα τον μακρόσυρτο θόρυβο της περπατησιάς τους, σαν να΄ ταν φίδια που πάλλονταν κουνώντας πέρα δώθε την ουρά τους.» ( σελ. 77)

Ο αναγνώστης της συλλογής θα διαπιστώσει, παράλληλα, μια διακειμενική προσέγγιση του συγγραφέα, σε σχέση με άλλα βιβλία και ήρωές του, που σαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δίχως να επηρεάζεται ωστόσο η αυτοτελής τους ανάγνωση.  Θα αναφερθώ ειδικότερα  στο διήγημα «Τα μπλε παπούτσια», στο οποίο θα συναντήσει και πάλι τον φοιτητή από το πρώτο του βιβλίο «Τρεις μήνες και μια μέρα». Ο φοιτητής (μάλλον ο ίδιος ο συγγραφέας στα νεανικά του χρόνια), ο οποίος πηγαινοέρχεται μέσω της οδού Γκίλφορντ στη Βιβλιοθήκη των Χειρογράφων, μια ακόμα σύνδεση με «Το χειρόγραφο», το βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε σχεδόν παράλληλα με το «Τρεις μήνες και μια μέρα». Προσθετική εδώ αξία και επέκταση στο παρόν βιβλίο,  η συνομιλία του συγγραφέα-φοιτητή με τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ντοστογιέφκσι και Δημητρίου, ο πρώτος στο «΄Ονειρο ενός Γελοίου» και ο δεύτερος με τα ειδικά μπλε παπούτσια, τα οποία τον ταξιδεύουν μαγικά ανά τους αιώνες, μπορούν να δουν την αέναη αλήθεια της ανθρώπινης μοίρας και είναι και για τους δύο μια συντριπτική θλίψη να βλέπουν μια αλήθεια που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν, παρά τη συνεχή επιβεβαίωση που παρέχει το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου.  «Γυρίζει η ρόδα του χρόνου, Φίοντορ – περάσανε κιόλας τρεις αιώνες…» ( σελ. 79)

Δημιουργείται λοιπόν η αίσθηση πως ο Δημητρίου επιστρέφει και αναβαπτίζεται σε παλαιότερες αφηγήσεις  του, σε μια σπειροειδή διάταξη της σκέψης και της πλοκής, δημιουργώντας εν τέλει μια ενιαία ιστορία που ξεδιπλώνεται και αναδιπλώνεται, με στόχο την πιο ολοκληρωμένη θεώρηση των όσων ο συγγραφέας επιθυμεί να μας αποκαλύψει. Σαν παράθυρο που ανοίγει σταδιακά, αφήνοντας κάθε φορά στην εποπτεία του αναγνώστη ένα καινούριο κλάσμα της μονάδας που συνθέτει ο συγγραφέας από την εμφάνισή του στον χώρο της λογοτεχνίας, εξέλιξη λογοτεχνική σε χρόνους στιγμιαίους αλλά και διαρκείας.

Τελειώνοντας την ανάγνωση της συλλογής, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως υπήρξε θεατής  μιας μαύρης κωμωδίας στη μεγάλη οθόνη μιας κινηματογραφικής αίθουσας. Εντυπωσιακά και πρωτότυπα λεκτικά εφέ από την ιδιαίτερη στοχαστική, φιλοσοφική σκέψη του συγγραφέα.  ΄Ήρωες κωμικοτραγικοί στην ακατάλυτη ψευδαίσθησή τους,  οι οποίοι παραπέμπουν  στον στίχο του Λειβαδίτη  «…η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους..» . Στοιχεία μεταφυσικά, εικόνες πέρα από το αίνιγμα του θανάτου, ένα διαρκές ερώτημα της ανθρώπινης φύσης για το τι μέλλει γενέσθαι με το πέρας της σάρκας.

Ο Δημητρίου, με την ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ελκυστική γραφή του, μας υπενθυμίζει την άποψη του Ουμπέρτο ΄Εκο, ο οποίος θεωρεί ότι μια από τις πρωταρχικές λειτουργίες της λογοτεχνίας είναι «η μαθητεία στο πεπρωμένο και στον θάνατο». Κι εμείς μαθητεύουμε, κοιτάζοντας μέσα από τα μάτια του λύκου, μέσω της θεματικής και εκφραστικής εφευρετικότητας του συγγραφέα, διαμέσου της άλλης ματιάς που θέτει στον εφησυχασμό του ανθρώπου κατά το πέρασμά του από τη ζωή, αφού «ο νους δεν ξέρει τον θάνατο κι αυτή είναι η πιο μεγάλη μας δυστυχία». (σελ. 56)  Οι μικρές ιστορίες στα μάτια του λύκου θα μπορούσαν αν συγκριθούν με το βραχύβιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Βίοι παράλληλοι, τόσο όμοιοι στη διαφορετικότητά τους,  ως ιστορίες που διακόπτονται  και  γι’ αυτό ακριβώς μας διδάσκουν και πώς να πεθαίνουμε.  Είναι μεγάλη τέχνη για ένα συγγραφέα να μιλάει για τον θάνατο χωρίς να γίνεται  δυσάρεστος στον αναγνώστη. Και ο Δημητρίου το πετυχαίνει αυτό , στρέφοντας πρώτα τα «πυρά» στον εαυτό του, με το ιδιότυπο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που διαπερνά τα διηγήματά του.

Ενδεικτική η τελευταία φράση, καθώς ολοκληρώνεται το βιβλίο με το ομότιτλο διήγημα της συλλογής. Ο συγγραφέας, σε καθαρά πλέον πρωτοπρόσωπη παρέμβαση στο όλο έργο του ομολογεί : «΄Εχω κι άλλα να σας πω, μα έχω υπερβεί τον κύκλο των απολαύσεών μου». (σελ. 121) . ΄Ερμαιο μιας ανεξέλεγκτης μοίρας , «σκιάς όναρ άνθρωπος», κατά τον Πίνδαρο, ον που τον έχουν πετάξει σε αυτό τον κόσμο κατά τον Sartre ( οnce thrown into the world), ακούσια έρχεται, ακούσια φεύγει.  Κι όλος του ο βίος ένα απεγνωσμένο κράτημα πάνω στο κλαδί του χρόνου, με σθένος που θα τον προδώσει και πεπρωμένο που θα επαληθευτεί. Εν κατακλείδι, είναι διάχυτη η αίσθηση στον αναγνώστη πως ο Δημητρίου μιλάει για το τέλος και παρωδεί τον θάνατο, για να πάρουμε πιο σοβαρά τη ζωή. Εμείς, ως αναγνώστες, ας εγκύψουμε με τη δέουσα προσοχή στα όσα με φιλοσοφική διάθεση και συγγραφική δεινότητα μάς αποκαλύπτουν οι αφηγηματικοί  στοχασμοί του συγγραφέα.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly