frear

Τα πουλιά του Ντουραχάν – του Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Βρεθήκαμε στο τέλος του λυκείου δίπλα στη λίμνη. Μια στάση, όπως σταματούν τα πουλιά να ξεδιψάσουν στο μεγάλο ταξίδι τους. Ανήσυχα πουλιά, διψασμένα για γνώση και για ζωή. Δεν αναζητούσαμε όλοι τα ίδια. Ο καθένας πήρε το δρόμο του. Μπορώ να μιλήσω μόνο για ένα σμάρι, «τα πουλιά του Ντουραχάν», αυτά που απάγκιασαν δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ το Μιτσικέλι, στην αγκαλιά της Παναγίας της Δουραχάνης. Το τοπίο μαγικό, την άνοιξη μας τρέλαιναν τα κοάσματα των βατράχων. Ανεβαίναμε τη νύχτα στον εξώστη και βλέπαμε όλους τους αστερισμούς. Τα σώματά μας πάλλονταν από έρωτα. Έναν έρωτα ψυχής που δεν είχε βρει ακόμη το ανθρώπινο συμπλήρωμα και χύνονταν χωρίς φειδώ προς το σύμπαν και τον Θεό. Κάθε Παρασκευή περνούσε το παλιό λεωφορείο του ‘60 από τις γειτονιές των Ιωαννίνων. Βραδάκι, εξουθενωμένοι από τις παρακολουθήσεις στο πανεπιστήμιο, επιβιβαζόμασταν και πιάναμε τις πίσω θέσεις. Το Ντουραχάν το συνόδευαν θρύλοι διάφοροι. Η επικρατούσα ιστορία σχετιζόταν με έναν Τούρκο Μπέη που το 1434, έφτιαξε το μοναστήρι προς τιμήν της Παναγίας, όταν έναν χειμώνα πέρασε την παγωμένη Παμβώτιδα με όλο το στράτευμα νομίζοντας ότι είναι πεδιάδα. Τέτοιοι θρύλοι εξιτάρουν τη φαντασία των εφήβων. Νιώθαμε σαν να πηγαίνουμε σε νησί πειρατών. Το λεωφορείο συνέτεινε στην έκσταση. Μπροστά η εξαϋλωμένη μορφή του παπα Θανάση. Δίπλα η οδηγός, μια νέα γυναίκα για την οποία φήμες έλεγαν ότι έπασχε από καρκίνο και ζούσε χρόνια από θαύμα, και πίσω οι δεκάδες ηλικιωμένες κυρίες, καλυμμένες οι περισσότερες με μαύρο τσεμπέρι. Φτάναμε στο Ντουραχάν. Μοσκοβολούσαν τα ανθισμένα λουλούδια την άνοιξη. Μουντό το τοπίο το χειμώνα, ακίνητη η λίμνη σαν πίνακας του Μονέ. Περνώντας την εξωτερική πύλη, γραμμένη με άσπρα γράμματα πάνω στα δοκάρια της οροφής μια φράση που ακόμα με ακολουθεί –Αγάπα, συγχώρα, προχώρα-. Μετά ο παλιός ναός. Μέχρι να κεραστούμε καφέ και λουκούμι στο αρχονταρίκι, ο παπα Θανάσης είχε ξεκινήσει την ακολουθία. Μπαίνοντας στο μισοσκόταδο άρχιζε η μυσταγωγία. Θυμίαμα και ζεστή θαλπωρή από το φως των καντηλιών. Το χειμώνα έκαιγε ξυλόσομπα. Πιάναμε τα στασίδια, συνήθως καθόμασταν στην ξύλινη βάση τους που ήταν αρκετά ψηλή. Η αγρυπνία ολοκληρωνόταν στις τέσσερις το πρωί. Η κούραση μας λύγιζε. Οι περισσότεροι αποκοιμιόμασταν κάποια στιγμή. Μας ξυπνούσε το θυμιατό ή το κατζίο, όταν έβγαινε ο παπα Θανάσης να θυμιατίσει. Λίγο πριν το κήρυγμα, ο παπα Θανάσης, με λυγμική, αλλά ρωμαλέα φωνή συνήθιζε να λέει ένα τραγούδι –το ίδιο κάθε φορά- που με συγκινούσε πολύ!

«Στα ματωμένα χέρια Σου
αφήνω την ελπίδα μου
Στην κεντημένη σου καρδιά
αφήνω κάποιο δάκρυ μου κρυφό
Πού θα σε βρω, πού θα σε βρω;
Έλα εκεί ψηλά μου λες στο σταυρό…»

Ξημερώματα επιστρέφαμε στην πόλη. Ενθουσιασμένοι γελούσαμε και συζητούσαμε στους κεντρικούς δρόμους, πηγαίνοντας προς τα σπίτια μας.

Τα παιδιά του Ντουραχάν, μετά τις σπουδές σκόρπισαν σε όλη την Ελλάδα. Πήραν τα ανηφόρια της ζωής. Για μερικούς καταφέρνω να μαθαίνω νέα. Άλλους τους έχασα εντελώς. Ορισμένοι έγιναν ιερείς και μοναχοί, άλλοι παντρεύτηκαν και κάποιοι είναι μόνοι ακόμη. Μέσα τους, όποιον δρόμο κι αν πήραν, είμαι σίγουρος πως η ζωή επανέλαβε πολλές φορές την απάντηση στο ερώτημα «πού θα σε βρω;».

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly