frear

Το γλαστράκι – της Αλεξάνδρας Προβατίδου

Σε πείσμα όλων, εκείνο το γλαστράκι έστεκε ακόμη αδειανό και περήφανο στο περβάζι του παραθύρου της. Σε πείσμα του καιρού και της φονικής αυτής άνοιξης, με τις ξιπασμένες γαρδένιες και τις θρασύτατες τριανταφυλλιές να βαυκαλίζονται με τα κατακόκκινα μπουμπούκια τους, επέμενε να επιδεικνύει με μανία το καστανό υγρό του χώμα, μιας που τίποτα άλλο δεν είχε για να δείξει.

Σε πείσμα της μάνας της, που συνεχώς το κακολογούσε και έψαχνε ευκαιρίες να το ξεφορτωθεί, αυτό όρθωνε το μηδαμινό παράστημα του και καταλάμβανε με το ανύπαρκτο εκτόπισμα που του χάριζαν οι δυο φτυαριές χώμα στα σωθικά του, όσο χώρο του αναλογούσε εκεί πάνω, στο ξύλινο περβάζι της.

Σε πείσμα του ίδιου της του εαυτού, που της υπαγόρευε ρητά πως ήρθε η ώρα να το αποχωριστεί μια και καλή, αυτή το πότιζε καθημερινά με ευλάβεια, ιεροτελεστικά.

Πάνε χρόνια που είχε ξεχάσει τον σπόρο που βύθισε μια νυχτιά στους σβώλους από χώμα και ψιλό χαλίκι. Η μνήμη της αν και εξαιρετική, την πρόδιδε. Ο σπόρος εκείνος, αγνώστου προελεύσεως δε φύτρωσε ποτέ. Η ίδια όμως, πιστή σε μία αλλόκοτη προφητεία, που ίσως ονειρεύτηκε κάποιο βράδυ απελπισίας ή μπορεί να της σφύριξε στο αυτί ένας πλάνητας άνεμος-ούτε αυτό μπορεί να το πει με σιγουριά- επέμενε και υπόμενε. Επέμενε να το φροντίζει καθημερινά και υπόμενε να την απογοητεύει, επίσης καθημερινά.

Και όταν το νερό σωνόταν, το πότιζε με τα δάκρυα της. Και όταν οι πασχαλιές πέταξαν βίαια τις πρώτες ευωδιές τους στον αέρα, αυτή παίνευε τη μυρωδιά των ανύπαρκτων ανθών του και το έραινε με μέλι να το γυροφέρνουν μέλισσες και πεταλούδες, να μην αισθανθεί παρείσακτο, να έχει και αυτό μερίδιο στον ανοιξιάτικο οργασμό της φύσης. Και όλο και επαναλάμβανε μέσα από τα πνιχτά αναφιλητά της,τα λόγια της προφητείας που στοίχειωναν χρόνια αμέτρητα τις σκέψεις της …« Κάποτε θα ανθίσει, κάποτε τα κλαδιά του θα βλαστήσουν, κάποτε τα φύλλα του θα θροΐζουν στο άγγιγμα του ανέμου.»

Αυτό το θρόισμα, προσποιούνταν με εξαιρετική μαεστρία,βράδια ατελείωτα,πως το άκουγε μέσα στον ανήσυχο ύπνο της. Πως τάχα μου τα φύλλα του έστηναν τρελό χορό με το παιχνιδιάρικο αεράκι που τα ξεσήκωνε και τα κλαδιά του χαριεντίζονταν φιλάρεσκα πέρα δώθε . Και όταν τα πρωινά το αντίκριζε στο ανήλεο φως της ημέρας, να στέκει απέναντι της γυμνό και άχαρο, σύμβολο της αιώνιας ματαιότητας του κόσμου τούτου, έπνιγε τις κραυγές της και του χάριζε ένα από τα πικρά χαμόγελα της, πάντα βέβαιη ωστόσο,πως όσο και να την απογοήτευε κάποτε θα άνθιζε, κάποτε θα βλάσταινε, κάποτε το θρόισμα των φύλλων του,θα γινόταν απαλό χάδι στο σώμα της.

Εκείνο το πρωινό, θαρρείς το ανήλεο φως γλύκανε την όψη του, σαν πήρε να χαράζει το κορμί της, λούζοντας τη γυμνή της πλάτη. Και ήταν ο πόνος, ο γλυκός εκείνος πόνος, που την έκανε να ανασηκωθεί αναστατωμένη από το κρεβάτι της. Και ήταν εκείνο το θρόισμα που χάιδευε ναζιάρικα τα αυτιά της, θρόισμα φύλλων που ταλάντευε ο άνεμος. Και ήταν το πηχτό αίμα που ανάβλυζε από την πλάτη της ποτίζοντας το δειλό κλαράκι που ξεπρόβαλε. Και ήταν η έξαλλη κραυγή τρόμου που αντήχησε, σαν το χέρι ψηλάφησε με αγωνία το σκληρό κλωνάρι που βλάσταινε δίπλα από τον αριστερό της ώμο, βαθιά ριζωμένο στα έγκατα της ταλαίπωρης σάρκας της, φορτωμένο γυαλιστερά καταπράσινα φύλλα. Και ήταν το ξέφρενο γέλιο της δικαίωσης ανάκατο με κάτι γλυφά δάκρυα χαράς και λόγια ασυνάρτητα, σαν χρησμός που κάποτε εδόθη, σαν ξεχασμένη προφητεία που κανείς δεν πίστεψε πως θα εκπληρωθεί «Κάποτε θα ανθίσει, κάποτε τα κλαδιά του θα βλαστήσουν, κάποτε τα φύλλα του θα θροΐσουν στο άγγιγμα του ανέμου».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο πίνακας είναι του Kazuo Nakamura.]

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly