frear

Η παραμυθία του θαύματος: για τις «Αδερφές Ραζή» της Κατερίνας Ζαρόκωστα – γράφει η Άννα Αφεντουλίδου

Αντί προοιμίου

Όποιος έχει παρακολουθήσει παρουσιάσεις βιβλίων της Κατερίνας Ζαρόκωστα, θα γνωρίζει πόσο ωραία η ίδια με ζωντανό, γλαφυρό, σχεδόν θεατρικό τρόπο, αφηγείται την υπόθεση του βιβλίου της. Έτσι συνέβη και με το τελευταίο της μυθιστόρημα, τις Αδερφές Ραζή (Μεταίχμιο, Αθήνα 2017). Η συγγραφέας, μιλώντας στην παρουσίαση που παρακολούθησα (στον Ιανό της Αθήνας, 27.9.2017), αναφέρθηκε σ’ αυτές σαν να επρόκειτο για πλάσματα που ζωντάνεψαν μέσα στη φαντασία της, τής μίλησαν και της εμπιστεύθηκαν τις ιστορίες τους. Με έναν ανάλογο τρόπο και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου η Κατερίνα Ζαρόκωστα μάς προσφέρει με παραστατικότητα την περιληπτική αναδιήγηση της υπόθεσης του τελευταίου αυτού μυθιστορήματός της, από το οποίο και παραθέτω το απαραίτητο απόσπασμα, για να τεθεί το νοηματικό πλαίσιο. Εγώ, αμέσως μετά, πολύ σύντομα, θα ήθελα να σχολιάσω την αφηγηματική τεχνική του μυθιστορήματος, ελπίζοντας ότι θα βοηθήσω να μπούμε λίγο πιο εύκολα στο εργαστήρι, όπως λέμε, της συγγραφέως.

Ανάμεσα στις δυο όχθες που τις χωρίζει νερό αγεφύρωτο, οι αδερφές Ραζή ζουν στη μια μεριά και ονειρεύονται την άλλη. Ευτυχισμένες οι μέρες στην Πόλη, πριν απ’ την Καταστροφή, δύσκολα τα πρώτα χρόνια όταν πέρασαν στην αντικρινή όχθη κι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκαν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Κάπως σαν τις διηγήσεις των προγόνων μου, πρόσφυγες όλοι από την Πόλη. […] Τα πράγματα είναι υπό έλεγχο -όσο ελεγχόμενες μπορεί να είναι οι εκπλήξεις που επιφυλάσσει η ζωή- όταν στη σκηνή εισβάλλει ορμητικά η Ινώ και συνδέεται ερωτικά με τον άντρα της Μέλπως Ραζή. Προσφυγάκι κι αυτή, αλλά φτωχαδάκι απ’ τα γεννοφάσκια, εξού και ριψοκίνδυνη. Απλώνει το χέρι και δρέπει. Μέσ’ απ’ τον όλεθρο ιστορικών και προσωπικών πεπρωμένων ο έρωτας της Ινώς και του Ευάγγελου μένει αλώβητος – ελπίδα για το μέλλον (βλ. οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Ιστορία και μυθιστορία

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο διαφορετικά μεταξύ τους και κάπως άνισα μέρη. Στο Α΄ μέρος και στην 9η σελίδα, αφού μας έχουν δοθεί τα πρώτα πρόσωπα και το κλίμα της ιστορίας του, μας αποκαλύπτεται η μυθιστορηματική σύμβαση: μια αφηγηματική φωνή έχει αναλάβει να μας παρουσιάσει την ζωή κάποιων ανθρώπων μέσα από την οικογενειακή ιστορία των τριών αδερφών Ραζή, εκκινώντας από την τρίτη και μικρότερή τους. Το χρονικό πλαίσιο θα αφορά περίπου στην χρονική περίοδο 1920-1980 και ο τόπος θα παλινδρομεί ανάμεσα σε μια ουτοπική, πλέον χαμένη Ιωνία και στην Αθήνα της προσφυγιάς και του πολέμου. Αλλά αυτό είναι το πρόσχημα. Γιατί όπως λέει και ο αφηγητής στην πρώτη εμφάνισή του: Ας επιστρέψουμε λοιπόν στη Ζαμίχα που αυτή τουλάχιστον είναι ως ένα σημείο του χεριού μας -και στα μαργαριτάρια της. Η νοστιμιά στα μικρά κρύβεται. (Ό.π. σ. 21)

Και παρακάτω, σχολιάζοντας αυτή τη σχέση ανάμεσα στη μακροσκοπική και μικροσκοπική εστίαση: Υπάρχουν εποχές στη μεγάλη ιστορία αλλά και στη μικρή του καθενός που σου αφήνουν πολλά, για να θυμάσαι (σ. 44) / Άμα αλλάζει τόσο δραματικά η μεγάλη σκηνή οι μικρές επωφελούνται (σ. 94).

Οι σελίδες που προηγούνται της 9ης, μάς έχουν προετοιμάσει συναισθηματικά για την απευθείας προβολή των εικόνων της μυθιστορίας. Η ζεστή αχλύ μιας μακρινής και ωραιοποιημένης, μέσα από την απόσταση του χρόνου εποχής, εμποτίζει τις εικόνες αυτές με τη θέρμη της νοσταλγίας, ζωντανεύοντας στις περιγραφές την αισθητηριακή αναπαράσταση ενός φαινομενικά και, σε αρκετά σημεία, πειστικά ρεαλιστικού μυθιστορήματος, προστατεύοντας ταυτοχρόνως τη γενεαλογία του, που ασφαλώς δεν είναι άλλη από την περιοχή του μύθου. Γεύσεις, μυρωδιές και χρώματα δίνουν την ένταση και τη «γλυκύτητα» της ζωής των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, τόσο στην εποχή της ακμής όσο και στα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς, μετά την Καταστροφή.

Η αφηγηματική φωνή υπογραμμίζει συνεχώς την παρουσία της μέσα από το α΄ πληθυντικό πρόσωπο σαν να πρόκειται για έναν ξεναγό που έχει αναλάβει να μας ξεν-αγήσει στη ζωή και να μας εξ-ηγήσει τα κίνητρα των προσώπων: Την κρίση του Ευάγγελου για εκείνη ο αναγνώστης την γνωρίζει (σ. 74)/ Για να αναφερθούμε μόνο στα άτομα που μας ενδιαφέρουν (σ. 87)/ Έτσι θα έλεγε η Ινώ αν είχε ρομαντική κράση (σ. 81).

Συχνές πυκνές είναι οι εμφανίσεις των ρημάτων που σηματοδοτούν αυτό το κανάλι επικοινωνίας του αφηγητή με τον αναγνώστη, όπως: Εδώ που τα λέμε/ αυτό που λέγαμε/ δεν θα το μάθουμε ποτέ/ όπως ξέρουμε/ εδώ τη συναντάμε εμείς.

Σε αρκετά σημεία του Α΄ μέρους ακούμε την φωνή αυτή να αναλύει τους κόμπους της αφήγησης, κάνοντας προβολές στην «αληθινή» ζωή, στον κόσμο των ανθρώπων∙ εξάλλου η επιλογή του πληθυντικού προσώπου (σε κάποια σημεία εμφανίζεται και το β’ ενικό ως ένα απρόσωπο «εμείς»), δείχνει ακριβώς την οικειοποίηση της συλλογικής φωνής της παράδοσης ή/και της οπτικής του σύγχρονου αναγνώστη: Δεν αλλάζει ο άνθρωπος με το που διασχίζει μια δρασκελιά θάλασσα (σ. 47)/ Τα περασμένα δεν τα ξεχνάς τα βάζεις στην πάντα (σ. 49)/ Όλα αυτά βέβαια θα τα σαρώσει ο πόλεμος που δεν θ’ αργήσει να ξεσπάσει, μα οι άνθρωποι, στους οποίους αναφερόμαστε, δεν έχουν δει τη φρίκη κι εκείνος που ζει μες στην αμεριμνησία και στην άγνοια χαρακτηρίζεται συνήθως ευτυχής (σ. 55).

Πολλά θέματα σχετικά με τα ήθη και τα πάθη των ανθρώπων περνούν από τις σελίδες του βιβλίου, όπως ο άδικος θάνατος, η δίκαιη αλλά μάταιη προσμονή του νόστου, η βιολογική και η ιστορική πείρα που προσβλέπει σε μια αναμέτρηση με τον εγκόσμιο χρόνο, που αναμετράται στο ζυγό εκείνο, ο οποίος μεταβάλλει τον καθημερινό ανταγωνισμό σε εμφύλιο σπαραγμό. Πολύ ωραίες τέτοιες στιγμές δίνονται για τη μικρή και άρρωστη αδερφή, τη Χαρίκλεια π.χ.: Φθόνος για κάθε τι δροσερό που κυκλοφορούσε γύρω της. Ένας καινούργιος εγωισμός άσπονδος, αδηφάγος, ο εγωισμός του αρρώστου ξυπνούσε μέσα της. Ναι! Ζήλευε… [την αδερφή της Μέλπω]! (σ. 192)

Το έκδοχο του θαύματος

Ωστόσο. Όλα διαποτίζονται από τη βαθύτερη πίστη στη δύναμη των συναισθημάτων του ανθρώπου, στη θέληση για ζωή, όπως εκφράζεται κυρίως μέσα από τον αγώνα για δημιουργία και προπάντων μέσα από τον αγώνα και την αγωνία του έρωτα. Μια φωτεινή αισιοδοξία χρωματίζει και τις πιο σκοτεινές ανθρώπινες συνθήκες, με τη γλυκιά αύρα του παραμυθιού, που κρατά την ελπίδα ζωντανή ότι μπορεί και να υπάρχουν ακόμη τα θαύματα. Και μάλιστα με εκείνη τη θυμοσοφική διάθεση των παλιών λαϊκών παραμυθάδων, ρόλο που για λίγο οικειοποιείται και ο Ευάγγελος, ο σύζυγος της δεύτερης αδερφής Ραζή και βασικός ήρωας του βιβλίου.

Ο Ευάγγελος χαρούμενος και περήφανος που βλέπει να κρέμονται από τα χείλη του στέκεται στη λεπτομέρεια επιμένοντας στις παλιές […] ντύνοντας τα πιο απλά συμβάντα με τη μαγεία και τη διαχρονικότητα του μύθου […] έξω από το παραμύθι καραδοκούν ο καημός, οι τύψεις, η ανησυχία […] Για λίγες στιγμές το θαύμα μοιάζει εφικτό (σσ. 136, 137).

Είναι κομβικό σημείο του αφηγήματος η έννοια του θαύματος, αυτού που δεν προσεγγίζεται με την λογική, αυτού που ξεπερνά το μέτρο του πραγματικού ή του πιθανού. Κι είναι σαν να υπογραμμίζεται πως πρόκειται για αφήγηση που στήνεται με τους όρους της Ιστορίας, του «αληθινού» δηλαδή χρόνου και τόπου, αλλά έχει σπερματικά εντός του τη διάσταση του παραμυθιού: λίγο ακόμη και θα γίνει το θαύμα, κάποιες φορές συμβαίνει. Έτσι, τα πρόσωπα, χάρη στις ικανότητές τους και την αγωνιστικότητά τους, ξεπερνούν τη φτώχεια και τη στέρηση, οι ηρωίδες είναι ωραίες και δυναμικές, ή παραιτούνται αλλά με τρόπο εντυπωσιακό- μιαν ανερμήνευτη ασθένεια ή την αυτοχειρία- οι άντρες παθαίνουν ερωτικό μαρασμό, αλλά εν τέλει το πάθος για ζωή, μέσα από τον έρωτα κυρίως, θριαμβεύει.

Δεν είναι τυχαία η επανάληψη παραλλαγών της φράσης για το εν δυνάμει πραγματοποιήσιμο θαύμα, σε διαφορετικά σημεία της αφήγησης, όπως για παράδειγμα: Μια από τις […] στιγμές που το θαύμα έμοιαζε δυνατό (σ. 174).

Στο Β’ μέρος του βιβλίου, το οποίο είναι μικρότερο σε αφηγηματική και ιστορική έκταση, ενώ χρονικά είναι πλησιέστερό μας, φτάνοντας περίπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η φωνή του αφηγητή απορροφάται από τα πρόσωπα, υποχωρεί και παραχωρεί τη σκηνή μόνο στους ήρωες και τις ηρωίδες του. Σαν να μη χρειάζεται ή να μη θέλει να μας πείσει για τη δυνατότητα κάποιου θαύματος, μια που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες αυτή την εποχή τη θυμούνται και οι νεότεροι την έχουν ακουστά από τους γονείς τους. Και όμως σ’ αυτό το διηγηματικό πλαίσιο, όπου όλα παρουσιάζονται χωρίς τα αφηγηματικά σχόλια, όπου οι πληροφορίες για την εποχή δίνονται σχεδόν με πραγματολογικό και όχι με περιγραφικό τρόπο, είναι που «θα συμβεί» το θαύμα του παραμυθιού. Ο ματαιωμένος έρωτας θριαμβεύει σε ένα ακρογιάλι σαν ξεχασμένο από τον χρόνο, κοντά σε μια «μαγεμένη» αυλή, σε έναν ουσιαστικά «ου-τόπο», η Ινώ και ο Ευάγγελος θα σμίξουν και πάλι, αδιαφορώντας για ό, τι στο παρελθόν τούς είχε χωρίσει.

Η περιγραφή αυτής της «μαγεμένης» αυλής λειτουργεί πραγματικά ως γέφυρα για τον χώρο «του παραμυθιού»: Άναβε τα βράδια την πετρόλαμπα στο καινούργιο χωριό, όπως έκανε στα πατρογονικά της, και με την απλόχερη φιλοξενία της μεταμόρφωνε την φτωχική αυλή σε παραμυθένιο παλάτι, έτσι όπως έφεγγε ίσα ίσα το φιτίλι για να μην τραβάει το κουνούπι. Έπαιζε με το αεράκι η φλογίτσα, έφτιαχνε ζωγραφιές στους τοίχους, κάτι έμοιαζε πως ήθελαν να πουν, να προμηνύσουν τρέχα γύρευε τι… Έβγαζε η οικοδέσποινα όσες καρέκλες, σκαμνιά, σκαμπουδάκια είχε το σπίτι κι όσο πύκνωνε το απόβραδο και φτερούγιζαν οι νυχτοπεταλούδες ζαλισμένες απ’ την αναλαμπή, πύκνωναν και οι γυναίκες γύρω από την πετρόλαμπα.[…] Πιο πέρα έξω από το πρόστεγο, ασπρίζουν τα βότσαλα στο αστέγαστο τμήμα της αυλής, φερμένα από τον γιαλό, διαλεγμένα ένα ένα, στρογγυλά, λεία και άσπρα σαν αυγά. Ανάμεσα απ’ τα δέντρα φέγγει ο αφρός. Το μουρμουρητό του κύματος γαληνεύει τους φόβους, τις μνήμες, τα πάθη… Χάνεται ο Ευάγγελος μέσα στα θροΐσματα, στα σιγανά τραγούδια…[…] Και τρελός είναι να αφήσει αυτά τα μάγια και να επιστρέψει… (σσ. 194-195).

Επιμετρώντας

Σαν να μας δείχνει το τέλος του βιβλίου ότι τα παραμύθια μπορεί και να «βγουν» αληθινά∙ και ποιος δεν θέλει την παρηγοριά τους και ποιος δεν προσπάθησε κάποια φορά στη ζωή του να φτάσει ή έστω να ελπίσει σε κάτι τέτοιο, πιεσμένος από το βάρος μιας πραγματικότητας, στην οποία δεν θέλει να επιστρέψει; Ενώ φυσικά γνωρίζουμε καλά πως δεν είναι παρά μια αυταπάτη, και ένας βάτραχος δεν είναι παρά ένας βάτραχος, ενώ η πεντάμορφη περί άλλων μεν τυρβάζει και όχι βεβαίως περί του πανάθλιου εκείνου τέρατος, στου οποίου τον μυχό μπορεί κάποια στιγμή να ανακαλύψει την πανάγαθη καρδιά. Ή μήπως και όχι;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: André Gelpke.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly