frear

Ποιητικώς προσεύχεσθαι – γράφει ο Μάριος Μώρος

[Robert Louis Stevenson, Προσευχές γραμμένες στη Βαϊλίμα για οικογενειακή χρήση, μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, Αθήνα, Άγρα 2018, σελ. 40]

Ο «Άτακτος λαγός» των εκδόσεων Άγρα (Σειρά Β΄) προσέθεσε ακόμη ένα καλαίσθητο βιβλίο στα είκοσι τέσσερα υπάρχοντα, τις Προσευχές γραμμένες στη Βαϊλίμα για οικογενειακή χρήση του Robert Louis Stevenson· στις δεκατέσσερις αυτές μικρές προσευχές, ο άγγλος συγγραφέας απευθύνεται σε έναν Θεό πολύ προσωπικό. «[Σ]τις παρακλήσεις του [Στήβενσον] προς τον Θεό συμπυκνώνεται ολόκληρος ο βίος και η πολιτεία, κορυφώνεται όλο το γίγνεσθαι του συγγραφέα και ταξιδευτή Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον» (σελ. 13), καταλήγει ο μεταφραστής του έργου, Σπύρος Γιανναράς. Ποια προσευχή όμως δεν κρύβει μέσα της το είναι του προσευχόμενου; Πόσο μπορούμε να κρύψουμε τον εαυτό μας πίσω της;

Κύριε…

«Για να προσευχηθείς δεν αρκεί να πιστεύεις απλώς ότι υπάρχει Κάποιος που σε ακούει, αλλά πρέπει συμπληρωματικά να πιστεύεις και σε ότι σε εισακούει, ότι θέλει δηλαδή και μπορεί να ικανοποιήσει αυτό που ζητάς» [1]· με τα παραπάνω λόγια, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αναφερόταν στη φύση της προσευχής με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του Ημερολογίου προσευχής μιας από τις σημαντικότερες αμερικανίδες λογοτέχνιδες, της Φλάννερυ Ο’Κόννορ. Προσευχή λοιπόν, Κάποιος που ακούει και εισακούει, ένα αίτημα από τη γη προς τον ουρανό και κάποιος που δέεται. Από την Παλαιά Διαθήκη ώς την Καινή, από την χριστιανική γραμματεία (Βίοι Αγίων κλπ) ώς την ηθικοπλαστική “θρησκευτική λογοτεχνία”, η προσευχή υπάρχει και αναπέμπεται για μύριους όσους λόγους. Στην Καινή, που δίνει θα λέγαμε την ορίζουσα, συναντάμε τον Χριστό να προσεύχεται στον Πατέρα Του μετά από αίτημα των μαθητών Του: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι…» (Λουκάς 11,1)· από τα χείλη Του ακούμε την πιο γνωστή προσευχή, το «Πάτερ ημών» (Ματθαίος 6,9-13), το οποίο στο εξής θα αποτελεί το βασικό πρότυπο του προσεύχεσθαι. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως στο εξής οι Χριστιανοί απευθύνονταν στον Θεό με το «Πάτερ ημών», το οποίο, μπορεί μεν να πυκνώνει ολόκληρο το ευαγγελικό μήνυμα (Τερτυλιανός, Liber de Οratione, PL. 1.1255), αλλά σε καμία περίπτωση δεν καλύπτει αυτά που ο κάθε πιστός νιώθει την ανάγκη να κοινοποιήσει στον Θεό του.

«Οι προσευχές, αν και απευθύνονται στον Θεό, μιλάνε αναπόφευκτα για τον άνθρωπο που τις έγραψε» (σελ. 5), γράφει ο Γιανναράς στο άνοιγμα του προλόγου του. Και οι δείκτες γι’ αυτό είναι πολλοί· από την προσφώνηση («Πάτερ», «Κύριε», «Γείτονα Θεέ» κλπ) μέχρι το κλείσιμο της προσευχής ο προσευχόμενος αποκαλύπτεται διαρκώς, με κορύφωση τη φύση των αιτημάτων του. Ωστόσο, μιας κι εδώ δεν κάνουμε λόγο για τη θεολογία της προσευχής (αν και δεν θα ήθελα να παραγνωρίσω το «Ει θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς. Και ει αληθώς προσευχή, θεολόγος ει» που αποδίδεται στον άγιο Νείλο), θα πρέπει να εντάξουμε στη συζήτηση και τη λογοτεχνία. Υπάρχουν, λοιπόν, προσευχές γραμμένες από λογοτέχνες· «[η] προσευχή είναι το απαύγασμα της γραφής, το υψηλότερο είδος ποίησης, ακριβώς διότι απαιτεί τη μεγαλύτερη αυταπάρνηση» (σελ. 5), σημειώνει ο Γιανναράς. Οι προσευχές του Στήβενσον είναι πράγματι προσευχές, με τη θεολογική σημασία, αλλά και τη λειτουργική χρήση του όρου, επομένως διαφέρουν από τις προσευχές των περισσότερων ομοτέχνων του [2]. Επεξηγώ τη λειτουργική χρήση· στην εισαγωγή της συζύγου του Στήβενσον, Fanny Van De Grift Stevenson, διαβάζουμε για τον τρόπο που εκφωνούνταν αυτές οι αυτοσχέδιες προσευχές:

«Με το τέλος της δουλειάς και των γευμάτων, ηχούσε το “pu”, το λεγόμενο πολεμικό κοχύλι, από την πίσω βεράντα της εισόδου, ώστε να το ακούσουν όλοι. […] Ανταποκρινόμενα στην έκκλησή του, τα λευκά μέλη της οικογένειας έπαιρναν τις συνηθισμένες θέσεις τους στο βάθος μιας μεγάλης αίθουσας, ενώ οι Σαμοανοί –άνδρες, γυναίκες και παιδιά– έμπαιναν ομάδες ομάδες μέσα απ’ τις ανοιχτές πόρτες. […] Η λειτουργία [“service”] άρχιζε με τον γιο μου ο οποίος διάβαζε ένα κεφάλαιο από τη σαμοανή Βίβλο, ακολουθούσε ο Τουζιτάλα [ενν. τον Στήβενσον] με μια προσευχή στα αγγλικά, ενίοτε αυτοσχέδια […]. Ύστερα είχε σειρά η ψαλμωδία ενός ή περισσότερων ύμνων στην τοπική γλώσσα, και η απαγγελία, εν χορώ, του Πάτερ Ημών, επίσης στη γλώσσα των Σαμόα. » [3] (σελ. 16)

Βλέπουμε επομένως πως οι προσευχές του Στήβενσον είχαν λειτουργική χρήση, ήταν ενταγμένες, με άλλα λόγια, σε ένα προσωπικό “τυπικό” της οικογένειάς του.

Οικογενειακές προσευχές στη Βαϊλίμα

«Κύριε, ιδού η οικογένειά μας συγκεντρωμένη» ξεκινά η πρώτη προσευχή που τιτλοφορείται «Για την επιτυχία» και συνεχίζει: «Σε ευχαριστούμε για τον τόπο αυτό, της διαμονής μας· για την αγάπη που μας ενώνει· για τη σημερινή γαλήνη· για την ελπίδα με την οποία αναμένουμε την επαύριο· για την υγεία, την εργασία, την τροφή και τον λαμπερό ουρανό που κάνει τον βίο μας μαγευτικό· για τους φίλους σε όλα τα πέρατα της γης και τους φιλικούς σ’ εμάς συμπαραστάτες σε τούτη την ξένη νήσο» (σελ. 20). Αυτό το ξένο νησί επανέρχεται στις προσευχές του Στήβενσον, ενώ σχεδόν κυριαρχεί, εκτοπίζοντας ίσως εν μέρει και τον αποδέκτη τους, σε δύο από αυτές. Οι προσευχές επιγράφονται «Για βροχερό καιρό» και «Κι άλλη για βροχερό καιρό»· παραθέτω ένα μέρος της δεύτερης:

«Κύριε, έστειλες βροχή στα αναρίθμητα δάση κι έδωσες στα εκατομμύρια δέντρα νερό, να ξεδιψάσουν τη δίψα τους. Είμαστε μια δράκα άνθρωποι σε τούτο το νησί και πόσες μυριάδες μυριάδων δέντρα! Δίδαξέ μας το δίδαγμα των δέντρων. Η θάλασσα ολόγυρά μας, που τούτη η βροχή ανεφοδιάζει, βρίθει από αναρίθμητα ψάρια. Δίδαξέ μας, κύριε των ψαριών το δίδαγμα.» (σελ. 27) [4]

Θα μπορούσαμε να πούμε, επανερχόμενοι σε αυτό που είπαμε στην αρχή για την εμφάνιση του προσώπου (αντί για την “εξαφάνισή” του) στην προσευχή, ότι η προσευχή υπάρχει χάριν της Βαϊλίμας, από αυτήν εκκινεί και μάλλον περισσότερο σε αυτήν καταλήγει. Και πράγματι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε τους Ψαλμούς του Δαυίδ χωρίς τις αναφορές σε συγκεκριμένες τοποθεσίες ή ανθρώπους;

Ο Στήβενσον προσεύχεται σαν μέλος ενός ευρύτερου όλου, της εκτεταμένης οικογένειας και των υπηρετών του οίκου του. Προσεύχεται στον Θεό του καθημερινά για τα καθημερινά: «Δέξου, Κύριε, τη δέησή μας για το σπιτικό, την οικογένεια και την πατρίδα ετούτη. Προστάτεψε τους αθώους, περιόρισε τους άπληστους και τους δόλιους και οδήγησέ μας μακριά από τα βάσανα σε τόπο γαλήνιο. […] Δώσε μας υγεία, τροφή, καλοκαίρια και ανάλαφρη καρδία. […] Να πλαγιάζουμε δίχως φόβο, να ξυπνάμε και να σηκωνόμαστε γεμάτοι αγαλλίαση» (σελ. 25). Πρέπει όμως να επισημάνουμε και τους αρμούς των προσευχών του με τις προσευχές της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας της Σκωτίας [5], αλλά και με τις Γραφές [6].

Μου είναι πολύ εύκολο, κρατώντας το λεπτό αυτό βιβλίο με τις προσευχές στα χέρια μου, και κοιτώντας τη φωτογραφία των τελευταίων γενεθλίων του Στήβενσον των σελίδων 36-37, να φανταστώ μία συνάθροιση στο σπίτι του, με αυτόν όρθιο ανάμεσά τους να ξεκινά δυνατά να προσεύχεται· αυτό όμως που με κερδίζει πολύ περισσότερο είναι ο τρόπος που προσεύχεται ο συγγραφέας. Ο Στήβενσον μιλά στον Θεό του με τη μεγαλύτερη απλότητα, τον παρακαλεί για τη βροχή και τον άνεμο και συνάμα τον παρακαλεί για το χαμένο σήμερα μυστήριο του Χριστιανισμού, τη χαρά:

«Είμαστε αμαρτωλοί, Θεέ μου· βοήθα μας να το αντιληφθούμε και να διορθωθούμε. Είμαστε καλοί· βοήθα μας να γίνουμε καλύτεροι. Επόπτευσε τους δούλους σου με βλέμμα ανεκτικό, καθώς στέλνεις τον ήλιο και τη βροχή. Ρίξε το βλέμμα Σου, μίλα στα οστά τα ξηρά, τόνωσε και ζωντάνευσέ τα· αναγέννησε μέσα μας το πνεύμα της προσφοράς, το πνεύμα της ειρήνης· ανανέωσε εντός μας το αίσθημα της χαράς.» (σελ. 35)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Θεός, σκωτσέζικα μπισκότα και μυθιστόρημα», Επίμετρο στο: Φλάννερυ Ο’Κόννορ, Ημερολόγιο προσευχής, μτφρ. Γιάννης Παλαβός, Αθήνα, Αντίποδες 2013, σ. 58.

2. Αναφέρω ενδεικτικά ένα από τα πολλά παραδείγματα, αυτό του Said και παραθέτω έναν από τους «ψαλμούς» του: «Κύριε / ας αρχίσουμε πάλι να συνομιλούμε / μετά από μακρά επιβεβλημένη σιωπή / αφότου αφάνισες τα πλάσματά σου / στο Άουσβιτς / στη Χιροσίμα / στο Χάλαμπτσε / στη Σρεμπρένιτσα / πέφτεις άραγε στα γόνατα μπρος στα θύματα; / και μπρος στους θύτες; / και πιστεύεις / ότι μπορούμε ν’ αντέξουμε στον πειρασμό μιας ακόμη πιο απόλυτης αγάπης / χωρίς το λόγο σου;». Said, Ψαλμοί, μτφρ. Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Αθήνα, Σφεντάμι 2011, σ. 9.

3. Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πως οι ψαλμοί που ακολουθούσαν τις προσευχές αυτές τεκμαίρονται και από τις τελευταίες αράδες κάποιων από τις προσευχές, όπως «Ας ολοκληρώσουμε λοιπόν με τα λόγια του και στο όνομα της του Θεού αγάπης την προσευχή μας» («Κι άλλη για το απόγευμα», σελ.25) ή «Ας αποσώσουμε την προσευχή μας με τα λόγια Εκείνου στον οποίο η μέρα αυτή είναι αφιερωμένη» («Κυριακή», σελ. 32)

4. Μπαίνω στον πειρασμό, με ένα άλμα, να αναφερθώ στο δίδαγμα των κρίνων του αγρού και των πετεινών του ουρανού του Kierkegaard και στη νέο έκδοση των λόγων του: Søren Kierkegaard, Τα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού. Τρεις θεοσεβείς λόγοι, μτφρ.-επιμ.-σημ. Βασιλική Τσακίρη, Αθήνα, Άρτος Ζωής 2018.

5. Πρβλ. Richard Burton, “Stevenson’s Prayer-Book”, The North American Review, v. 189/643 (1909), σ. 872 κ.έ. https://www.jstor.org/stable/pdf/25106381.pdf

6. Η αναφορά για παράδειγμα των «ξηρών οστών» [“dry bones”] της τελευταίας προσευχής («Για την αναζωπύρωση της χαράς», σελ. 35) παραπέμπει στον προφήτη Ιεζεκιήλ («οστά ξηρά», Ιεζεκιήλ, 37,1).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Μichael Τriegel.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly