frear

Τα χαμομήλια της εθνικής – της Βάσως Χόντου

Η Λιούμπα μισάνοιξε τα μάτια, τεντώθηκε ίσαμε το κεφαλάρι του κρεββατιού, αναδεύτηκε λίγο κι ύστερα σηκώθηκε. Την έσφαξαν πάλι όλη τη νύχτα οι πόνοι. Γύρισε και κοίταξε το δεξί της χέρι. Πάνω από τον καρπό, είχε ένα μεγάλο μαλακό φούσκωμα που έμοιαζε με εκείνα τα σαμαράκια που έβαζαν παλιά στους επαρχιακούς δρόμους για να κόβουν ταχύτητα τα αμάξια. «Χειρότερα είναι σήμερα», είπε σιγανά και πήρε από την καρέκλα μια γκρίζα ρόμπα με γιακά από ξεφτισμένη βατίστα. Πέρναγε τα μανίκια της ρόμπας με προσοχή, δίχως να σηκώνει τα χέρια. Μέχρι το στήθος τα έφτανε τα χέρια, μέχρι εκεί. Πιο πάνω πονούσε σαν να την έκοβαν με λεπίδι. Κάθε μέρα, η Λιούμπα έφτιαχνε πικρά μαντζούνια κι έβραζε κάτι σταχτοκίτρινα χαμομήλια που φύτρωναν στο πλάι της Εθνικής, ανάμεσα απ’ τις πίσσες. Πριν κοιμηθεί τα έπινε με κλειστή τη μύτη. Σε γιατρό δεν ήθελε να πάει. Τις Κυριακές, στα ρεπό της, έπαιρνε μια σακούλα Σκλαβενίτης και το μικρό μαχαίρι που ‘χε για να ξεφλουδίζει τις πατάτες κι έβγαινε στα χωράφια πάνω από το Δαφνί. Μάζευε ότι εύρισκε. Θυμάρι, καυκαλίθρες, ζοχούς, θρούμπι, βαλσαμόχορτο, αγριοράδικα, τσουκνίδες. Έμπηγε γρήγορα τη λάμα, τίναζε τα χώματα και πέταγε τα φυτά ανάκατα μέσα στη σακούλα. Μόνο όταν έβλεπε εκείνα τα χαμομήλια, στεκόταν από πάνω τους κι όπως οι μίσχοι τους έτρεμαν απ’ την ορμή των αυτοκινήτων, έτρεμαν και τα χέρια της. Έτσι από μόνα τους. Και πήγαιναν πέρα-δώθε. Μπροστά, πίσω, αριστερά, δεξιά και πάλι μπροστά, πίσω, αριστερά, δεξιά.

Στη Βίνιτσα, μπροστά απ’ το σπίτι τους ήταν το χωράφι. Ο άντρας της το φύτευε πότε με ηλίανθους, πότε με στάρια, πότε το άφηνε να ξεκουραστεί. Στη βορινή πλευρά του χωραφιού, υπήρχε μια μεγάλη γέρικη ιτιά που τα κλαδιά της βουτούσαν στο ποτάμι. Εκεί τον βρήκε ένα πρωί κρεμασμένο. «Δεν θέλω να πάω στον πόλεμο», είχε γράψει πάνω στην άσπρη μεριά ενός περιτυλίγματος σοκολάτας Roschen. Ήταν είκοσι πέντε χρονών. Άφησε το σημείωμα στο ντουλαπάκι του αμαξιού, μαζί με τη βέρα, το βιβλιάριο καταθέσεων, τη μισοφαγωμένη Roschen κι ένα ματσάκι ολοζώντανα χαμομήλια δεμένα με κόκκινη κλωστή. Μια βδομάδα μετά, η Λιούμπα έδωσε το κλειδί απ’ το σπίτι στην αδερφή της κι έφυγε για την Ελλάδα. Εκτός από αυτά που φορούσε, δεν πήρε τίποτα μαζί. Από την εξώπορτα μέχρι τον σταθμό των τρένων, πιπίλιζε κομμάτι-κομμάτι τη σοκολάτα.

Χάιδεψε λίγο το φούσκωμα στο δεξί χέρι και μπήκε στην κουζίνα. Άνοιξε το ντουλάπι, έβγαλε το βάζο με το μέλι και ξεβίδωσε με δυσκολία το καπάκι. Έξω φυσούσε πολύ. Η γριά ακόμη κοιμόταν. Ξυπνούσε κάθε μέρα στις 10. Η Λιούμπα τής πήγαινε το πρωινό στο κρεβάτι, ένα φλυτζάνι ζεστό γάλα, δυο-τρία μπισκότα με σταφίδες, ένα βραστό αυγό και μια φρυγανιά αλειμμένη με μαρμελάδα. Ύστερα της χτένιζε τα μαλλιά, τα μάζευε σε χαμηλό κότσο, τη βοηθούσε να ντυθεί κι έβγαιναν βόλτα. Στη λαϊκή, στο ταχυδρομείο, στο σούπερ μάρκετ, στην εκκλησία, στην Άντζελα που πούλαγε τα ασημένια σκουλαρίκια, στη γιατρίνα για τα φάρμακα. Η γριά γραπωνόταν από πάνω της σαν γάντζος και καμιά φορά όταν πέρναγε κανένα μηχανάκι με ταχύτητα ή κανένα αμάξι με μουσική στη διαπασών, έμπηγε τα νύχια της στο χέρι της Λιούμπα, λίγο πιο πάνω από το μαλακό φούσκωμα, κι έφτιαχνε σημάδια που έμοιαζαν με μισούς γλάρους.

Ο αέρας που ανάδευε τα κλαδιά της λεύκας στην απέναντι πολυκατοικία τώρα είχε δυναμώσει και τα ταρακουνούσε. Τα ρούχα στις απλώστρες των διαμερισμάτων φούσκωναν και ξεφούσκωναν. Η Λιούμπα έβαλε καφέ σε ένα φλιτζάνι με σπασμένο χερούλι κι άνοιξε την τηλεόραση. Χθες βρήκε στο ντιβανομπάουλο της γριάς ένα λινό κουβερλί με ροζ λουλούδια, μια φλις κουβέρτα με μια μεγάλη τίγρη στο κέντρο, ένα φαρδύ σακάκι με ασπρόμαυρα καρό κι ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια. Τα ρούχα μύριζαν μούχλα και λιωμένη καμφορά. Τα τίναξε λίγο, τα ‘βαλε μαζί με τα υπόλοιπα μέσα στο χαρτόκουτο, έκλεισε τα πλαϊνά με κολλητική ταινία κι έγραψε πάνω τη διεύθυνση της αδερφής της. Κάθε δεύτερη Πέμπτη τα πήγαινε στο ταχυδρομείο. Σήμερα δεν είχε όρεξη για ψάξιμο.

«Φίλες μου θα φτιάξουμε τρεμουλιαστό παστίτσιο με εύκολη μπεσαμέλ», έλεγε τώρα η μαγείρισσα. Η Λιούμπα χαμογέλασε, πήρε ένα σπιράλ με ασπρόμαυρα κουτάκια που χρησιμοποιούσε παλιά η γριά για ατζέντα, το άνοιξε στη μέση, έστρωσε πάνω-κάτω τις σελίδες με έναν μπικ κι άρχισε να σημειώνει. Μισά ελληνικά, μισά ουκρανικά. Σε αυτό το τετράδιο έγραφε τηλέφωνα από μαστόρους και γιατρούς, λίστες για ψώνια, συνταγές που ποτέ δεν έφτιαχνε, και καμιά φορά, όταν τα χέρια της ήταν καλά, γύρναγε τις σελίδες, έβρισκε τις παλιές σημειώσεις και τις ζωγράφιζε. Έβαζε χέρια και πόδια στα όμικρον, γέμιζε με μικροσκοπικά λουλούδια τα ύψιλον, πρόσθετε ρώγες στα μικρά ωμέγα, έκανε ιππόκαμπους τα ξι κι ένωνε τα νούμερα των τηλεφώνων για να μοιάζουν με τρένα ή σαρανταποδαρούσες. Όταν τα χέρια της πονάγανε δεν έκανε τίποτα. Μόνο καθόταν στην καρέκλα, κοίταγε τα φουσκώματα και περίμενε να ξυπνήσει η γριά.

«Για τη μπεσαμέλ θα χρειαστούμε ενάμιση λίτρο γάλα, έξι κουταλιές κορν φλάουρ, τρεις κρόκους, δυο κουταλιές της σούπας βούτυρο, ένα φλιτζάνι κεφαλοτύρι τριμμένο, αλάτι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο», έλεγε γρήγορα η μαγείρισσα κι η Λιούμπα σημείωνε πατώντας με δύναμη τον μπικ πάνω στις γραμμές. Μόλις έφτασε στη λέξη «βούτυρο» και πριν γράψει το πρώτο όμικρον, το μελάνι διέγραψε μια ευθύγραμμη τροχιά και το χέρι της έγειρε στο πλάι σαν πουλί που το ‘χε βρει σφαίρα. «Λιώνουμε το βούτυρο σε χαμηλή φωτιά και προσθέτουμε σιγά σιγά το αλεύρι. Μετά ρίχνουμε το κορν φλάουρ, τα καρυκεύματα και σε μικρές ποσότητες το γάλα. Βλέπετε πόσο πηχτή γίνεται η μπεσαμέλ; Βλέπετε πως γυαλίζει;». Η Λιούμπα με το δεξί χέρι ξαπλωμένο ακόμα στο τραπέζι, κοίταξε το ρολόι πάνω από την τηλεόραση. Ήταν στρογγυλό, με φωσφοριζέ λεπτοδείκτες κι ένα κιτρινισμένο καντράν που έγραφε «Ευτυχισμένο το 2009, 3ο Λύκειο Χαϊδαρίου». Το ‘χε πουλήσει στη γριά ο εγγονός της που τώρα σπούδαζε Ιατρική στα Γιάννενα. Μια φορά το χρόνο, κάθε Χριστούγεννα ερχόταν να δει τη γιαγιά του. Η γριά ξυπνούσε πριν τη Λιούμπα, φόραγε το καλό της μπλε ταγιέρ κι ένα σατέν πουκάμισο με φιόγκο στο λαιμό, έβαφε ελαφρά τα μάτια και τα μάγουλα, έβαζε λίγο κόκκινο κραγιόν, καθόταν στη γωνία του καναπέ με την τσάντα στα πόδια και τον περίμενε για ώρες.

«Λιούμπα να πας σε γιατρό», της έλεγε το αγόρι κάθε φορά που έβλεπε τα φουσκώματα στα χέρια της. «Δεν έχω τίποτα», απαντούσε εκείνη κι άφηνε στο τραπέζι έναν δίσκο με καφέδες, κουλουράκια και μελομακάρονα με επικάλυψη σοκολάτα. Σήμερα δεν ήξερε τι να μαγειρέψει. Μπορεί και να ‘φτιαχνε αυτό το τρεμουλιαστό παστίτσιο. Η ώρα ήταν οκτώ και είκοσι. Προλάβαινε να πάει στο σούπερ μάρκετ, να πληρώσει τη ΔΕΗ, να μαγειρέψει κι ύστερα να ξυπνήσει τη γριά. Άνοιξε την κατάψυξη, το ψυγείο και μετά το ντουλάπι δίπλα από το πλυντήριο πιάτων. Μόνο πελτέ ντομάτας και μοσχοκάρυδο δεν είχαν. Θα αγόραζε ακόμη ένα άζαξ, μωρομάντηλα και πάνες για τη γριά. Καρότσι δεν θα ‘παιρνε, μόνο που θα κράταγε τη σακούλα απ’ το αριστερό χέρι, εκεί που το φούσκωμα ήτανε λίγο πιο μικρό. Άφησε το φλιτζάνι με τον καφέ μέσα στον νεροχύτη και πριν φύγει, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της γριάς. Κοιμόταν σκεπασμένη μέχρι τον λαιμό με ένα κάτασπρο σεντόνι σαν αυτά που βάζανε στα νεκροκρέβατα. Θα το έπλενε μετά, μαζί με τα άπλυτα της βδομάδας.

Έκλεισε απαλά την πόρτα, κλείδωσε όσο πιο σιγά μπορούσε και κατέβηκε από τις σκάλες. Κάποιος στον δεύτερο όροφο μαγείρευε κοκκινιστό μοσχάρι και κάποιος άλλος έβλεπε πρωινάδικο στη διαπασών. Η μαγείρισσα τώρα ξεφούρνιζε το τρεμουλιαστό παστίτσιο. «Θα με θυμηθείτε φίλες μου, φτιάξτε το και θα με θυμηθείτε», έλεγε κι η Λιούμπα επαναλάμβανε από μέσα της τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ. Από το διαμέρισμα των ουκρανών στον πρώτο άκουσε φασαρία. Πάνε επτά μήνες που είχαν έρθει στην Ελλάδα. Ο άντρας δεν δούλευε κι η γυναίκα καθάριζε σπίτια. Μένανε παλιά στο Ντονμπάς, έτσι ήξερε η Λιούμπα. «Ήρθαμε για το παιδί», της είχε πει η γυναίκα τη μέρα που γνωριστήκανε. Στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη της εισόδου κι αυτή μίλαγε και μίλαγε κι όλο έλεγε για τα γαλάζια παράθυρα της μάνας της, για το παγοδρόμιο στην κεντρική πλατεία της πόλης, για τους γερανούς που έφτιαχναν τις φωλιές τους μέσα στον καλαμώνα, για το κβας της γιαγιάς της που μύριζε βατόμουρο και μέντα, για τα ζωντανά ψάρια που πούλαγε ο κύριος Μέλνικ δίπλα απ’ το σπίτι τους, για τα χαρτιά υγείας με τη φάτσα του Πούτιν που μοίραζαν στην υπαίθρια αγορά της Μαρίνκα. Η Λιούμπα δεν μιλούσε. Μόνο καμιά φορά κούναγε το κεφάλι της κι ύστερα κοίταγε τα φουσκώματα στα χέρια. Εκείνη τη μέρα, ίσα που φαινόντουσαν. Σήμερα πλησίασε λίγο την πόρτα. Άκουσε κλάματα, βρισίδια, γυαλιά να σπάνε, έπιπλα να κουνιούνται και το παιδί των ουκρανών να ουρλιάζει. Έσφιξε καλά το πορτοφόλι κάτω από τη μασχάλη της και κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα. Ο αέρας έξω είχε σταματήσει από ώρα.

Το σούπερ μάρκετ ήταν σχεδόν άδειο. Ένας παππούς κοίταγε τις ημερομηνίες λήξης στα γάλατα, ο υπεύθυνος μέσα στο γραφειάκι έστριβε τσιγάρο κι η Λιούμπα έψαχνε να βρει το μοσχοκάρυδο στο ράφι με τα μπαχαρικά. Αφού το βρήκε, έβαλε μέσα στο καλαθάκι και μια σοκολάτα με καβουρδισμένα αμύγδαλα και προχώρησε στο ταμείο. Πίσω από τη μηχανή ένα καχεκτικό αγόρι με λιγδωμένα μαλλιά μέτραγε πεντάευρα, ύστερα τα ένωνε με ένα λαστιχάκι και τα έβαζε σε μια πλαστική σακούλα. «Δεκατρία ευρώ και είκοσι λεπτά», είπε στη Λιούμπα χωρίς να την κοιτάει. Πάνω στη μύτη του είχε καθίσει μια βλεφαρίδα. Ήταν μακριά και κυρτή και σχημάτιζε ένα σχεδόν τέλειο ημικύκλιο. Βαθύ μαύρο. Η Λιούμπα ήθελα να την ξεκολλήσει, να την πάρει ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και στον δείκτη, να του πει «κάνε μια ευχή, σήμερα πιάνουν οι ευχές», να φυσήξει τα δάχτυλά της απαλά κι η βλεφαρίδα να σηκωθεί στον αέρα, να περάσει πάνω από τις πατάτες, τη ντάνα με τις πετσέτες θαλάσσης, τους συμπυκνωμένους χυμούς και τις έτοιμες σαλάτες, να βγει απ’ το μαγαζί, να κάνει μια μικρή περιστροφή μπροστά στην πόρτα κι ύστερα να ανέβει ψηλά μέχρι που να πάψει να τη βλέπει. Αλλά δεν είπε τίποτα. Έδωσε ένα εικοσάευρο, παράχωσε τα ρέστα στη μπροστινή τσέπη του παντελονιού, κράτησε τη σακούλα με το αριστερό χέρι γιατί το φούσκωμα στο δεξί την πονούσε περισσότερο και βγήκε στον δρόμο με σκυμμένο κεφάλι. Δίπλα απ’ το σούπερ μάρκετ ήταν το ταχυδρομείο. Η Λιούμπα μπήκε μέσα, ευτυχώς δεν υπήρχε άλλος πελάτης, πλήρωσε τη ΔΕΗ, έβαλε τα τρία ευρώ που περίσσεψαν βαθιά στην τσέπη, την απόδειξη μέσα στο πορτοφόλι, έριξε μια δαγκωνιά στη σοκολάτα με τα μύγδαλα κι έφυγε για το σπίτι. Η ώρα ήταν δέκα παρά είκοσι. Σε λίγο η γριά θα ξυπνούσε.

Με το που έφτασε, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο. Η γριά ακόμα κοιμόταν. Πήγε στο καμαράκι της, άνοιξε την κούτα που θα έστελνε την Πέμπτη στην Ουκρανία, βρήκε στην τσέπη του σακακιού με τα καρό έναν φάκελο με πεντάευρα, μονόευρα και δίευρα, έβαλε μέσα τα χρήματα που είχε παραχώσει στο παντελόνι και μπήκε στην κουζίνα. Θα έφτιαχνε το τρεμουλιαστό παστίτσιο. Τώρα είχε όλα τα υλικά. Κατά τις 10 και μισή, κι αφού είχε βάλει το ταψί στο φούρνο, κοίταξε πάλι στο δωμάτιο. Η γριά ακόμα κοιμόταν. Τη φώναξε. Η γριά ακόμα κοιμόταν. Η Λιούμπα μπήκε μέσα και στάθηκε από πάνω της. Η γριά είχε ορθάνοιχτα τα μάτια, ενώ στη δεξιά άκρη απ’ το στόμα της άσπριζε ένα λεπτό ρυάκι σάλιο. Το σεντόνι έμενε ακίνητο πάνω στο στήθος της. Kαι τότε τα χέρια της Λιούμπα άρχισαν πάλι να τρέμουν. Έτσι από μόνα τους. Kαι να πηγαίνουν πέρα-δώθε. Μπροστά, πίσω, αριστερά, δεξιά και πάλι μπροστά, πίσω, αριστερά, δεξιά. Όπως τα σταχτοκίτρινα χαμομήλια της Εθνικής, κάθε φορά που πέρναγε βαρύ αμάξι.

 

 

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly