frear

Μπουνορίτσος – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Κατέβαιναν με το αμάξι από το χωριό, μισή ώρα δρόμος, για να πάρουν την κυριακάτικη εφημερίδα, κι από το πλάι σε μια στροφή, μέσ’ από το δάσος, ένας σκαντζόχοιρος βγήκε στην άσφαλτο – ίσα που πρόφτασε αυτός να κόψει αριστερά το τιμόνι και ν’ αποφύγουν το ζωάκι.

«Ελπίζω να καταφέρει να περάσει απέναντι», της είπε. «Τα ζώα διψάνε τώρα το καλοκαίρι, δυσκολεύονται να βρουν νερό και περνάνε πιο συχνά το δρόμο» – και, πράγματι, ώσπου να φτάσουν στο περίπτερο συνάντησαν, χτυπημένα από αμάξι, έναν ασβό και δύο αλεπούδες.

«Ο σκαντζόχοιρος έχει όλα αυτά τα αγκάθια για να παριστάνει τον καμπόσο και τον άγριο», του είπε, «αλλά η καρδιά του είναι τρυφερή. Σου ’χω πει για τον Μπουνορίτσο;» τον ρώτησε έπειτα.

«Τι ’ναι ο Μπουνορίτσος;»

«Πάει να πει “καλός σκαντζόχοιρος”. Ήταν το παρατσούκλι στα βλάχικα ενός χωριανού· πέθανε προτού τα φτιάξουμε κι αρχίσουμε να ερχόμαστε μαζί στο χωριό. Γιώργο, τον έλεγαν. Καλός άνθρωπος, αλλά έπινε πολύ, κι έβριζε. Άμα είχε πιει, δεν ήταν να τον ακούς. Δεν καλοκαταλάβαινες κιόλας τι έλεγε, κι άμα καταλάβαινες, ακόμα χειρότερα.

»Οι Γερμανοί έκαψαν τρεις φορές το χωριό, και την τρίτη, που σκότωσαν είκοσι δύο χωριανούς, κάηκε και το πατρικό του Γιώργου. Έμειναν σε μια αχυροκαλύβα τότε, μακριά από το χωριό, κι έπειτα σ’ ένα σπίτι που φτιάχτηκε με τη Στέγαση το ’45· κι ο πατέρας δούλευε στα Γιάννενα. Οι αντάρτες πήραν τη γιαγιά του Γιώργου, τη μάνα του και τον ίδιο. Έγινε μια παρεξήγηση, δεν ξέρω τι, και σκότωσαν τη γιαγιά μπροστά στα μάτια της μάνας κα του αγοριού. Η μάνα, Ουρανία νομίζω την έλεγαν, έπαθε κλονισμό και δε συνήλθε ποτέ έκτοτε. Γραπώθηκε από τ’ αγόρι και το έπνιξε με την ανάγκη της και με την αγάπη της.

»Μάνα και γιος κατέβηκαν στα Γιάννενα να μείνουν με τον πατέρα. Αυτός δούλευε λούστρος το χειμώνα, και το καλοκαίρι καθάριζε χωράφια. Έμειναν σ’ ένα άθλιο χάνι.

»Ο Γιώργος ήταν πολύ όμορφος και μια οικογένεια προσφέρθηκε να τον πάρει ψυγοχιό στο σπίτι της, να τον σπουδάσει. Η μάνα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει, γραπώθηκε ακόμα πιο πολύ από πάνω του. Από τα Γιάννενα ανέβηκαν στο χωριό, κι ο Γιώργος πήγε στρατιώτης· υπηρέτησε στα ελληνοσερβικά σύνορα. Έβλεπε τις Σέρβες, και τους έλεγε στο χωριό ότι μια τέτοια ήθελε να παντρευτεί κι αυτός: ξανθιά, ψηλή και γαλανομάτα.

»Μετά γύρισε, έμεινε με τη μάνα του και δεν παντρεύτηκε. Δούλεψε χτίστης. Ήταν φιλότιμος στη δουλειά του, αλλά έπινε πολύ. Τον έκαναν γούστο οι χωριανοί, που έλεγε “πίτσου, γκίζα και ρομαντική ζωή”. Πίτσου είναι η σταχτοκουλούρα. Τιποτένιο φαΐ, δηλαδή.

»Αργότερα ο πατέρας αρρώστησε κι ήρθε από τα Γιάννενα.  Πρώτα η μάνα, έπειτα ο πατέρας, πέθαναν. Ο Μπουνορίτσος έμεινε μόνος, και οι χωριανοί τον εκμεταλλεύονταν να τους χτίσει το σπίτι για πενταροδεκάρες. Αρκεί να ’χε να πιει, και ξεχνούσε όλα τα άλλα: τι του χρώσταγαν, τι του έταξαν και δεν του το έδωσαν.

»Όποτε τον έβλεπα από μακριά, άλλαζα δρόμο, να μην ακούσω τις βρισιές του. Μια φορά όμως, έπεσα τυχαία πάνω του, εκεί που είχα βγει βόλτα στο δάσος. Καθόταν σε μια πέτρα, και μου φάνηκε αλλιώτικος, είχε ένα φως στην όψη και στα μάτια. Στο χωριό, μου είπαν ότι ’χε κόψει το ποτό. Εκείνη τη χρονιά πέθανε».

Έπειτα γυρνούσαν, με την εφημερίδα μες στο σελοφάν, στο πίσω κάθισμα, και στη στροφή που είχαν δει το σκαντζόχοιρο τον είδαν ξανά. Ήταν μες στα αίματα στην άλλη μεριά του δρόμου. Λίγο ακόμα και θα τα ’χε καταφέρει, αλλά τον είχε χτυπήσει αμάξι, μία στιγμή προτού τρυπώσει πάλι στο δάσος.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly