frear

Ιμάμ – της Νανάς Δαρειώτη

Αφήνει την πόρτα ανοιχτή. Δεν περιμένει κάποιον. Κάθε πρωί που ξεκινάει να μαγειρεύει ανοίγει την εξώπορτα του διαμερίσματος. Μουρμουρητά και φωνές παίρνουν να φτάνουν στα αυτιά της από το παράθυρο του φωταγωγού της κουζίνας, από το κλιμακοστάσιο, από την καμπίνα του ασανσέρ. Σήμερα θα φτιάξει ιμάμ. Βάζει στο τηγάνι το λάδι και λίγο μετά ρίχνει το κρεμμύδι. Με μισό χαμόγελο ρίχνει και τον πολτό από τρεις λιωμένες σκελίδες σκόρδο στο τηγάνι και δευτερόλεπτα μετά ακούγεται η φωνή της αποκάτω γκρινιάρα και αιχμηρή, σαν παλιό ξίδι, να αναρωτιέται ποιος έχει όρεξη πρωί πρωί να ασχολείται με σκόρδα, με τέτοια ζέστη, να σκάσουν όλοι τους εκεί μέσα. Μόλις ανεβαίνει η μυρωδιά του σκόρδου σβήνει με λίγο κρασί, ροζέ, από το αγαπημένο της, κι ανακατεύει. Έπειτα προσθέτει τη ντομάτα. Δίνει δυο γυρίσματα με την κουτάλα, η ντομάτα παίρνει να βουρβουλίζει και να πετάει καυτές σταγόνες ένα γύρο, χαμηλώνει τη φωτιά και τη σκεπάζει μιλώντας της, σιγανά, να μην κάνεις φασαρία, κάτσε εκεί να γίνεις όπως πρέπει. Στο δεύτερο τηγάνι οι μελιτζάνες, τσακώνικες, χαραγμένες κατά μήκος στη μέση,  αλλάζουν χρώμα και μυρωδιά, σε ελάχιστο λάδι, λίγο από δω, λίγο από κει, μέχρι να μαλακώσει το μέσα τους. Από τη σκάλα ακούει τον μικρό του τρίτου να ρωτάει γελώντας τι μαγειρεύει μαμά η κυρία επάνω σήμερα; Δεν ξέρω θα δούμε η απάντηση και έπειτα ο ήχος της εξώπορτας. Οι ντομάτες θέλουνε ώρα ακόμη, ανοίγει τις κοιλιές στις μελιτζάνες, βγάζει και λίγη από την ψίχα τους, την κόβει ψιλά και την ενώνει με τις ντομάτες. Από το ανοιχτό για λίγο τηγάνι γλύκα και οξύτητα μαζί ενώνονται σε υδρατμούς. Προσθέτει πιπέρι χοντροκομμένο τρίβει ανάμεσα στις παλάμες της ανθούς θυμαριού ξερού, ανακατεύει, θέλει και λίγη καπνισμένη πάπρικα, τη ζητάει η ντομάτα, μόνη της δεν θα κάνει δουλειά. Το ασανσέρ σταματάει στον από πάνω όροφο, τι ετοιμάζει πάλι η γριά, δεν βαριέται κάθε μέρα την ίδια δουλειά, άνοιξε τα παράθυρα στη σκάλα να ξεμυρίσει, σαν μαγέρικο θα βρωμάει πάλι η πολυκατοικία. Ξεφυσάει, δεν είναι γριά, δεν είναι γριά, κόβει το κεφαλοτύρι κύβους και το αδειάζει στο μούλτι, μόνο αυτό με τις τρεις λεπίδες κόβει καλά το τυρί και δεν σφηνώνονται τα μαχαίρια να κολλάνε, άνοιξε κλείσε, πιο γρήγορα στον τρίφτη. Δεν είναι καλό το κεφαλοτύρι, μαλακό πολύ και ανάλατο, πού να πάρει γεύση η μελιτζάνα. Το θυροτηλέφωνο χτυπάει μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές, σε διαφορετικά διαμερίσματα. Ο ταχυδρόμος ή φυλλάδια; Το δικό της δεν χτύπησε, ο ταχυδρόμος, ξέρει και δεν ενοχλεί, ανοίξτε μου, λογαριασμοί της ΔΕΗ, το μπιζ, η πόρτα που κλείνει πίσω του, ανοίγει κλείνει ξανά με ένα κλακ, γιατί δεν βάζουν κάμερα άμα τους ενοχλεί; Σηκώνει το καπάκι γλύκα ξεχύνεται με τους υδρατμούς και ιδρώνει το παράθυρο από πάνω, πάλι κοκκινιστό κάνει, πόση ντομάτα πια; η νεαρή της γκαρσονιέρας μόλις έχει ξυπνήσει και χτυπάει τον καφέ της με το μηχανάκι, ο ήχος από τα παγάκια στο ποτήρι, ο σκύλος που γαβγίζει για τη βόλτα του, θα το αναβάλλει για καμιά ώρα μέχρι να πάρει απόφαση να σηκωθεί από την καρέκλα. Απλώνει λίγο λάδι στο ταψί και αραδιάζει τις μελιτζάνες ανοίγει με το κουτάλι να γίνουν βαρκάκια, ανακατεύει στην ντομάτα φρεσκοκομμένο βασιλικό για την αψάδα του και τις γεμίζει μια μια, μια ουρά γάτας κρέμεται από το πάνω μπαλκόνι, κουνιέται νευρικά, πάλι με τα περιστέρια τα έχει βάλει, μην πέσει ξανά πάνω στα γεράνια της, τα έχει τσακίσει, αν δεν ήταν πιο έξω το δικό της λιώμα θα είχε γίνει με τόσες πτώσεις. Έλα μεζεδάκι ακούει, η ουρά σταματάει να κουνιέται, χαμηλόφωνο μιαρ και αποχώρηση, τη γλίτωσαν τα λουλούδια γερή στρώση κεφαλοτύρι, κι άλλο πιπέρι και φούρνισμα. Ακουμπάει πίσω, κουρασμένη, νιώθει κουρασμένη, η ώρα πήγε δώδεκα, σε μια ώρα θα είναι έτοιμο το φαγητό, γέρνει το κεφάλι στο στήθος και αποκοιμιέται, την ξυπνάει το κουδούνισμα του φούρνου, ή η μυρωδιά από τις μελιτζάνες που έχουν μελώσει με το μπόλικο λάδι, δεν ξέρει, ανοίγει την πόρτα και με τις πιάστρες τραβάει το ταψί, το ακουμπάει με κόπο στον μαρμάρινο πάγκο. Το κλειδί στην εξώπορτα του ισογείου, το κλακ της πόρτας, το ασανσέρ, βήματα στον όροφό της, στο ξύλινο πάτωμα, καλημέρα, πώς είσαι σήμερα; Μια χαρά, έτοιμο είναι το φαγητό, μισό να βάλω τα ψώνια στο ψυγείο, σήμερα σου έχω ένα τάπερ παραπάνω, να πας και στο νούμερο 16, η Ελένη έχασε τη δουλειά της, τέσσερα κομμάτια να βάλεις, και να πάρεις ψωμί, για όλους, τα χρήματα πάνω στο τραπέζι, και γάλα για τον μικρό. Δυο χέρια τη σηκώνουν σαν να μην έχει βάρος την πάνε στην μπανιέρα, τη λούζουν, τη σκουπίζουν, την ντύνουν με προσοχή και την ακουμπάνε στην πολυθρόνα με τις ρόδες. Να κλείσω την πόρτα, να βάλω μουσική, τηλεόραση, τι να κάνω; τίποτε, δεν χρειάζομαι τίποτε, κλείσε μόνο την εξώπορτα καθώς φεύγεις, τι θα φας, το γιαούρτι μου άσε πάνω στο τραπέζι, και φύγε, φύγε, έλα πάλι το βράδυ, να έχεις μαζέψει τα τάπερ, να τα πλύνουμε, αύριο θα ψήσω κοτόπουλο. Δεν άκουσα σήμερα την Ντίνα, είναι καλά; έχει πάει σε ραντεβού για δουλειά, να της αφήσεις και μπίρες, παγωμένες, μην ξεχαστείς, φύγε τώρα. Ακούει την πόρτα να κλείνει ήσυχα και γυρνάει τις ρόδες προς το καθιστικό, στέκεται μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Άδεια η λεκάνη για την άμμο της γάτας, τα λουριά του σκύλου κρεμασμένα στο καρφί, το κλουβί του καναρινιού χάσκει με το πορτί ανοιχτό, ελέγχει με το βλέμμα το αυτόματο πότισμα, όλα στη θέση τους, κάνει μεταβολή και βρίσκει τη δική της, μπροστά στο γραφείο με την οθόνη και το πληκτρολόγιο, κουνάει το ποντίκι, η σελίδα εμφανίζεται.  Διαβάζει την είδηση, η τριανταοκτάχρονη συγγραφέας μετά το τραγικό ατύχημα με το αυτοκίνητό της έχει εξαφανιστεί, η οικογένειά της την αναζητεί, οι φίλοι της της ζητούν να εμφανιστεί, ο σύντροφός της αρνείται να μιλήσει μαζί μας. Έχει περάσει ήδη ένας χρόνος και οι αναγνώστες της περιμένουν ένα νέο βιβλίο.

Ανοίγει νέο αρχείο, λευκό σχεδόν γκρι, κενό σαν τον τοίχο πίσω, γράφει δεν είμαι γριά, δεν είμαι γριά, δεν είμαι γριά. Θέλει να ξαπλώσει δεν μπορεί πρέπει να τον περιμένει, το σκοτάδι πέφτει, το κεφάλι όρθιο, δεν είμαι γριά, δυστυχώς, δεν είμαι γριά, πάει αργά προς την κουζίνα βγάζει ένα κοτόπουλο από το ψυγείο και αρχίζει να το κόβει σε μερίδες με ακρίβεια αποστομωτική, βγάζει και το δεύτερο. Όχι άλλη ντομάτα, λεμονάτο θα το κάνει, γκρινιάζουν, δεν φτάνει να βγάλει την πλατιά κατσαρόλα από το ντουλάπι, πρέπει να περιμένει. Δεν είναι γριά.

 

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly