frear

Ο γάτος – της Αλεξάνδρας Προβατίδου

Η πρώτη τους συνάντηση υπήρξε καθηλωτική. Αυτή άπλωνε βαριεστημένα μια καλοκαιρινή μπουγάδα από ασπρόρουχα, στο πίσω μπαλκονάκι του παλιού δίπατου, αγκομαχώντας από την αφόρητη ζέστη εκείνου του πυρακτωμένου καλοκαιριού. Εκείνος κυνηγούσε ράθυμα μια κιτρινωπή πεταλούδα στο περβάζι του απέναντι νεοκλασικού.

Κοιτάχτηκαν αποσβολωμένοι για αρκετά λεπτά. Το πράσινο βλέμμα του σφηνώθηκε βίαια μέσα της κι όλη η έξαψη από τον θερινό λίβα έγινε ανεξήγητο σύγκρυο. Παχύς και ολόλευκος, με τη σιγουριά που του χάριζαν τα ακονισμένα νύχια, τα στιλπνά μουστάκια και η μυώδης ουρά του, έκανε το πρώτο βήμα. Με ένα ριψοκίνδυνο σάλτο βρέθηκε γαντζωμένος στα λευκά της κιλοτάκια και από εκεί με επιδεξιότητα ακροβάτησε στα σκουριασμένα κάγκελα.

Τρομαγμένη έμπηξε μια κραυγή έκπληξης! Αυτό το γεροδεμένο ζωντανό, με τους μύες του να πάλλονται άγρια κάτω από το λευκό του τρίχωμα και το γουργουρητό της κοιλιάς του να εξαπολύει απειλές, έδειχνε έτοιμο να την κατασπαράξει. Πισωπάτησε από ένστικτο. Η λεκάνη με τη μπουγάδα μπλέχτηκε στα πόδια της. Βρέθηκε πεσμένη φαρδιά πλατιά με το τρύπιο νυχτικό της ανασηκωμένο ανάμεσα στους μηρούς της και αυτόν προσγειωμένο πάνω στα στήθη της. Η χοντρή ουρά του μαστίγωσε με πείσμα την κοιλιά της, ξεκάθαρη επίδειξη ισχύος. Σιωπηλά υποτάχθηκε, τρομαγμένο θηλυκό μπροστά στην τόση αρρενωπότητα.

Με αργό μεγαλοπρεπή βηματισμό πέρασε από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα στη μικρή κάμαρα και βολεύτηκε πάνω στο κρεβάτι της. Εκεί θα παρέμενε για πολύ καιρό. Δεν ρώτησε, ούτε έψαξε ποτέ τίποτα. Ούτε από πού κρατούσε η σκούφια του, ούτε αν αγύρτευε τα περασμένα βράδια στις φτωχογειτονιές, ούτε αν κάποτε απόλαυσε χάδια από γέρικα μοναχικά δάχτυλα. Δεν υπήρχε περιθώριο για τέτοιες ερωτήσεις. Ο θρασύτατος καταληψίας της γυμνής της κάμαρας, που έμελλε να γίνει και μόνιμος καταληψίας του γυμνού της κορμιού, ήταν απτόητος. Απόλυτος αφέντης του σπιτιού και της ζωής της πια, αρκούσε να κραδαίνει στον αέρα την αμείλικτη ουρά του και αυτή σαγηνεμένη και σκιαγμένη συνάμα, έτρεχε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Τις νυχτιές του άρεζε να βολεύεται ανάμεσα στα σκέλια της και να γουργουρίζει ευχαριστημένος. Κάθιδρη υπέμενε ηδονικά τη ζεστασιά της γούνας του, απελπισμένη να αναζητά το νυχτερινό αεράκι του θέρους να σβήσει τη κάψα της σάρκα της.

Τα πρωινά απαιτούσε με ένα μόνο βλέμμα να του χαρίζει θωπείες και χάδια για ώρες, χωρίς να μιλά, σιωπηλά, υποδουλωμένα. Η μόνη στιγμή που φαινόταν να χάνει την κυριαρχία του, ήταν όταν τα λεπτά της δάχτυλα ζουλούσαν απαλά τη χαρακιά ανάμεσα στα μάτια του. Μοναδικό κοκκινωπό σημάδι παραφωνίας στο λευκό της ύπαρξης του, μαρτυρούσε ίσως την μάχη που κάποτε έδωσε, για να υπερασπιστεί το τομάρι του.

Τα μεσημέρια εξαφανιζόταν. Την άφηνε να ανασάνει από την παρουσία του. Χανόταν για δυο τρεις ώρες, χωρίς ποτέ να γνωρίζει πού πηγαίνει. Αισθανόταν ξαλαφρωμένη τότε, μα σαν περνούσε η ώρα αλαφιαζόταν και τον ζητούσε απεγνωσμένα.

Ένα μεσημέρι έφυγε και δεν ξαναφάνηκε. Τον περίμενε καρτερικά, όπως το θύμα τον δυνάστη του, για μέρες. Περνούσε τα βράδια με τη κρυφή ελπίδα πως θα έρθει πάλι ‒αδυσώπητος αφέντης της ζωής της‒ να βολευτεί στα φθηνά της σεντόνια. Τον έκλαψε πολύ. Πένθησε τον χαμό του. Θρήνησε την εγκατάλειψη της. Έπειτα συνέχισε τη ζωή της, μιας που καμία θλίψη δεν κρατά αιώνια, μιας που καμία ύπαρξη, έστω και εφτάψυχη, δεν πολεμά τη λήθη.

Το επόμενο καλοκαίρι δεν είχε τον ίδιο καύσωνα. Ίσως ήταν και η παγωμάρα στα σωθικά της, που τη δρόσιζε. Τις μπουγάδες της, τις άπλωνε μόνο τα μεσημέρια πια. Από συνήθειο, καθώς πάλευε με μπουγαδόνερα και χλωρινιασμένες αλλαξιές, κάρφωνε πού και πού το βλέμμα της στο απέναντι περβάζι σαν κάτι να αναζητούσε και ας είχε ξεχάσει και η ίδια τι.

Στράγγιζε το λινό της μισοφόρι, όταν είδε δυο πράσινα μάτια να περιεργάζονται μια κιτρινωπή πεταλούδα που ερωτοτροπούσε με τις ανθισμένες μπιγκόνιες, εκεί, στο απέναντι περβάζι. Τα μάτια την ακολούθησαν σαν αντιλήφθηκαν την παρουσία της, με δυο σειρές από κατάλευκα δόντια να τα συνοδεύουν. Ο πάγος μέσα της άρχισε να λιώνει και το καλοκαίρι να αποκτά ξανά τη φλόγα του. Ασυναίσθητα, κοιτώντας τον καινούργιο γείτονα να τη χαιρετά, στο παράθυρο του απέναντι νεοκλασικού, αναζήτησε μια λευκή ουρά ίσως και καμιά εικοσάδα από καλοακονισμένα νύχια. Δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα. Αντιγύρισε τον χαιρετισμό στον καλοφτιαγμένο άνδρα.

Τότε το πρόσεξε. Ανάμεσα στα δυο πράσινα πετράδια μια ανεπαίσθητη ερυθρή χαρακιά. Χαμογέλασε με ανακούφιση. Τελείωσε με τη μπουγάδα κι ο γείτονας έστεκε ακόμη στο περβάζι, ντροπαλός να της πιάσει κουβέντα. Κοίταξε τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα πίσω της. Ζύγιασε την κατάσταση. «Ένα σάλτο θα ήταν παρακινδυνευμένο!», σκέφτηκε. Έσκυψε με νάζι στη σκουριασμένη κουπαστή και τον προσκάλεσε για τσάι. Σε αυτήν τη ζωή, θα τον έβαζε από την πόρτα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter