frear

Το Νεώριο της Θεσσαλονίκης – του Δημήτρη Ξυδερού

«Τίς, ξένος ὦ ναυηγέ»;
Καλλίμαχος ο Κυρηναίος

Καιρός πανιά, καιρός κουπιά.
Παραμονή της Ινδίκτου,
κατηφορίσαμε απ’ το Ναό του Αγίου Δημητρίου
στο Νεώριο της Θεσσαλονίκης.
Κατηφόρισε μαζί μας κι ο αιώνας·
την πόλη ασπάστηκε,
τεθλιμμένος αποχωρεί.
Κι είπαμε πως είναι αυτή η Παραμονή,
μνημόνιο θανάτου.
Αυτή σφραγίσαμε στα χέρια μας,
στα χέρια κάθε πρωτοκάραβου.
Για να θυμούνται οι γερόλυκοι
νερά που βάπτισαν,
από τις Στήλες του Ηρακλή
έως τον Εύξεινο Πόντο.

Καιρός πανιά, καιρός κουπιά.
Στη σύναξη για την ολονυχτία,
μια τύρβη απλώθηκε δαιμονική.
Κι άρχισε άξαφνα το πάτωμα να τρέμει,
κι άρχισε άξαφνα μια θύελλα από θειάφι.
Και χτύπαγε στο λιμένα
ολάκερο το θεματικό μας στόλο.
Κι έτρεχαν οι ναύτες από τις γαλέες,
από τους δρόμωνες και τα χελάνδια,
ψάχνοντας καταφύγιο.
Κι αίφνης, πολέμου τύμπανα
βροντούσανε στο πέλαγος βαθιά.
Και όλοι σταθήκαμε μαρμαρωμένοι.

Σιγήν ιχθύος.
Η θάλασσα πέτρωσε.
Κι είδαμε ν’ αναδύονται
τα πρόσωπα των μαρτύρων
– άγνωστα, μα γνωστά –
εκεί στα μαύρα τα νερά να επιπλέουν.
Κι έψαλλαν μια θρηνωδία,
που το αίμα μας πάγωνε.
Κι είδαμε ένα κάτεργο
να πλέει δίχως πλήρωμα
μ’ αιματοβαμμένους τους ιστούς,
που έλεγες απ’ το βυθό της κόλασης είχε ανέλθει.
Ήταν κατάφυτο ασφοδέλους
κι έτριζαν πάνω του τα σαπισμένα ξύλα.
Και μόλις που προσάραξε,
βίαια στο βυθό το έσυραν οι θανόντες.
Κι αργά, πολύ αργά,
σε μια μελανή χάθηκε κηλίδα.

Σιγήν ιχθύος.
Κι έπειτα τ’ άψυχα πρόσωπα
τα μάτια τους σφάλισαν
κι αφήνοντας μια υστερνή πνοή,
υπέκυψαν και πάλι.

Σιγήν ιχθύος.
Πολλοί έσπευσαν
το ναυάγιο να επιθεωρήσουν.
Τίποτα ωστόσο δεν είχε απομείνει.
Και όλοι στεκόμασταν
στη θύελλα μαρμαρωμένοι.
Κι ένας βιγλάτορας ψέλλισε:
«Γέρε χρόνε φύγε τώρα,
πάει η δική σου η σειρά»…

[Από τη συλλογή Αθλοφόροι, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2018.]

Twitter