frear

Ο φωτεινός, διαλεκτικός μονόδρομος του Γιώργου Γωνιανάκη – γράφει ο Παναγιώτης Μηλιώτης

Πέρασαν περίπου πέντε χρόνια για να εκδοθεί το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Γωνιανάκη Τι είπε το ποτάμι. Σαφώς, και ο τίτλος της συλλογής έχει σχέση με τη διαλεκτική σκέψη και μέθοδο την οποία χρησιμοποιεί για να συνθέσει τα ποιήματα: «Ζημιές της ζύμωσης», «Ύψος βαθύ», «Σκαλί που μας ξεσκάλωσε», «Το ύφος της αφέλειας και τα ωφέλιμά του», είναι ορισμένοι τίτλοι με λέξεις που έχουν αντίθετη σημασία και δημιουργούν απρόοπτα φραστικούς συνδυασμούς.

Το δεύτερο βιβλίο δε διαγράφει τα χαρίσματα του πρώτου, αλλά ταυτόχρονα δεν τα επαναλαμβάνει. Για το Κάλεσμα είχα τότε αναφέρει: «ότι αυτό που το καθιστά πρωτόγνωρο είναι οι καταβολές του, το δημοτικό τραγούδι και η Κρητική παράδοση. Επίσης, ότι είναι ένα βιβλίο-γέφυρα μεταξύ της παραδοσιακής και της σύγχρονης ποίησης».

Έρχεται, λοιπόν, ο Γωνιανάκης με το Ποτάμι του να προεκτείνει διακλαδίζοντας ετούτη τη γέφυρα που οδηγά τον αναγνώστη σε περισσότερες ανακαλύψεις τόσο στο θεματικό επίπεδο όσο και στο μορφικό. Μόνο να «μετρήσεις» την ποικιλία των μορφών που «συνυπάρχουν» στη συλλογή, καταλαβαίνεις τη διαλεκτική σύνδεση μεταξύ της παραδοσιακής και σύγχρονης ποίησης: ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, η μεσαιωνική μπαλάντα, τα μαγιακοφσκικά σκαλιά και το σχηματικό ποίημα του Καβάφη. Φαίνεται πως ο Γωνιανάκης ως αναγνώστης-ποιητής έχει την ικανότητα να συνομιλεί με ποιητές του παρελθόντος. Η σύγχρονη θεματολογία η οποία ενεργοποιεί τις συγκινησιακές του πηγές, εκ φύσεως σύνθετη κι αντιφατική τον «εξανάγκασε» να «πειραματιστεί» πάνω σε μορφές και να μας υπενθυμίσει ότι κανείς ποιητής-ᾱναγνώστης δεν είναι αποδέκτης ενός ολοκληρωμένου ποιήματος. Κάθε μορφή και κάθε ποίημα έχει συλληφθεί ή παραχθεί σε μια ιστορική περίοδο άρα αυτό σημαίνει ότι η κάθε μορφή ή το κάθε ποίημα είναι υπό αίρεση κι ο δημιουργός της σημερινής περιόδου, μπορεί ν’ αναπλάσει σε μια παρελθούσα μορφή ένα άλλο περιεχόμενο.

Το ποίημα «Σκαλί που μας ξεσκάλωσε» είναι το συλλογικό και τραγικό ναυάγιο σχεδίων κι ονείρων των σημερινών νέων ανθρώπων, ίσως όχι όλων, αλλά ενός κομματιού. Τα μαγιακοφσκικα σκαλιά είναι μια φωτογραφία του ταξιδιού-ναυαγίου. Το κάθε σκαλί είναι μια στάση του ταξιδιού για την Ιθάκη. Κάπου, λοιπόν, εκεί μέσα σε τούτο το νεανικό πλήθος, πιο κάτω κι απ’ το τελευταίο σκαλί, διακρίνεται ο ποιητής κι ο φίλος του: Μιχάλη, μεγαλώσαμε / δίχως να έγλειψε ποτέ / η γλώσσα μας τη φτέρνα / το μόνο μας κατόρθωμα / το καθαρό μας βλέμμα.

Με το καβαφικό σχηματικό ποίημα «Εισιτήριο» αναπαρίσταται ο διαμελισμός του ατόμου από την ευρύτητα του ταξιδιού. Το άτομο βρίσκεται από εκείνη την πλευρά και το ταξίδι ως προέκταση του ατόμου από την άλλη, δίχως να διακρίνεται κάποια δυνατότητα σύνδεσης μεταξύ των δύο πλευρών:

Ήταν ακόμη μέρα    κι ίσα που το ’χα χάσει
Σιγά-σιγά οι κόρνες ο καπνός    σβήναν απ’ το τοπίο
Ώσπου στο τέλος ξέχασα    και τη μορφή του πλοίου
Άδεια προβλήτα σκοτεινή    ρυμούλκησε το βλέμμα
Και τότε είπα: στο καλό…    Και τίποτ’ άλλο.

Ο ποιητής μιλά για εκείνο το ταξίδι το οποίο μοχθείς ολόψυχα για ν’ αποκτήσεις το εισιτήριο δίχως να υπάρχει η ανάλογη ανταμοιβή:

Κάτω απ’ τα βλέφαρα κρυφά λαμπύριζε το αλάτι.
Το εισιτήριο − ήταν πλέον − ένα καράβι χάρτινο
απ’ το καρνάγιο του χεριού, του ταξιδιού τη δίψα.

Γιατί ξεκίνησα με κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση με τη μορφική ποικιλία των ποιημάτων και πώς ο ποιητής αξιοποιεί ετούτη την ποικιλία, για ν’ αποδώσει το σύγχρονο, αντιφατικό περιεχόμενο, είναι για να τονίσω τη λανθασμένη σκέψη μιας μερίδας κριτικών και ποιητών οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο ελεύθερος στίχος έχει φθαρεί σε ανεπανόρθωτο βαθμό. Στο ποιητικό έργο του Γωνιανάκη δεν επαληθεύεται η παραπάνω κρίση, αλλά ακριβώς το αντίθετο: καμία μορφή στίχου δεν είναι «απολιθωμένη». Θα το εκφράσω όσο μπορώ καλύτερα, επιτρέψτε μου τη σχηματικότητα στη παραπέρα πρόταση: ο ίδιος ο ποιητής μέσω των συγκινησιακών του πηγών «επιλέγει» κατά τη διάρκεια της δημιουργικής και κοπιώδης του διαδικασίας ποια μορφή θα «χρησιμοποιήσει» για ν’ ανακύψει το περιεχόμενο που ως ερέθισμα μέσα του τον έχει συγκινήσει. Για να καταλάβουμε τα «λεγόμενα του ποταμιού» στα διάφορα επίπεδα της θεματολογίας του, οφείλουμε να το διαβάσουμε όπως διαβάζουμε και βλέπουμε ένα θεατρικό έργο (με τις πράξεις του) ή μια κινηματογραφική ταινία. Δεν αρκεί να διαβάζουμε τα ποιήματα μεμονωμένα, αλλά να εννοήσουμε ότι το κάθε ποίημα διαδέχεται ένα άλλο ποίημα. Το «Εισιτήριο» το διαδέχεται ένα άλλο ποίημα παραδοσιακής μορφής γιατί εκείνη τη χρονική στιγμή η ψυχική ενδοχώρα του ποιητή χρωματίζεται μ’ έναν πιο χαρούμενο τόνο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο και ν’ αποτυχαίνουμε, η ίδια η πραγματικότητα και η δυναμική της μας προσφέρει ποικίλες αποχρώσεις βίωσης του πολυπόθητου ταξιδιού: Μικρά ταξίδια μακρινά τα όνειρα κι οι σκέψεις / έτσι τον κόσμο τριγυρνάς χωρίς να ταξιδέψεις.

Άρα, όπως σ’ ένα θεατρικό έργο ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ποικίλες μορφές τέχνης (κινηματογράφος, προβολή εικόνων, τραγούδι, χορογραφία), έτσι και σ’ ένα ποιητικό έργο ο ποιητής μπορεί να δημιουργήσει ποιήματα μορφικά ανόμοια μεταξύ τους. Ίσως η πολύπλοκη κι αντιφατική πραγματικότητα «επιβάλλει» στον ανήσυχο δημιουργό ένα έργο α-συνεχές και διακοπτόμενο χωρίς συγκεκριμένο τέλος. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο η ταξινόμηση των ποιητών σε αυτούς που γράφουν σ’ ελεύθερο στίχο και σ’ εκείνους που γράφουν σε παραδοσιακές φόρμες.

Ας συνεχίσουμε, όμως, την κριτική ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής. Η σειρά είναι διαφορετική από τη θέση που καταλαμβάνουν στο βιβλίο ωστόσο εξυπηρετεί τις ερμηνευτικές παρατηρήσεις και το ρυθμό των συλλογισμών του γράφοντος. Το πρώτο ποίημα η «Έσω ανάγνωση του Δον Κιχώτη» δεν είναι μια μόνο συμπυκνωμένη ανάγνωση του διάσημου μυθιστορήματος αλλά κυρίως μια απόδοση της νιότης και των αναζητήσεων της μέσω του μύθου. Δύο δάχτυλα πάνω απ’ την ποίηση / και πάνω απ’ όλα δίκαιος / διέβαινε ο Δον Κιχώτης / αδιάφορος σχεδόν για το εφήμερο / ανήμερος για σχέδια μελλούμενα. Το πρώτο ποίημα είναι κι ο προπομπός της συλλογής. Από τα ουσιαστικά των παρακάτω στίχων ξεκινούν να διακλαδίζονται, αν όχι όλα, τα περισσότερα ποιήματα: Για τα υπόλοιπα διάβασε την πληγή / τη δίψα τη διάψευση / Και πάλι κοίτα την πληγή / και, τέλος, την επίγνωση. Για το Γωνιανάκη το αίσθημα του χτυπήματος έχει αφενός καθολικό χαρακτήρα, αφετέρου όμως η πτώση είναι μια ανάποδη άνοδος: Α, εγώ πάντα το έλεγα / τι γίγαντας τι ανεμόμυλος / το χτύπημα είναι το ίδιο / γι’ αυτόν που θα το νιώσει. / Λοιπόν, ανάποδη άνοδος / λέω μια τέτοια πτώση.

Το χτύπημα για τον ποιητή αλλά και το ξεκίνημα της ανάποδης πτώσης του κορυφώνεται στην τελευταία, αυτοτελή ενότητα, στο ζόρικο ΚΡΥΦΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ όπως το χαρακτηρίζει και ο ίδιος. Η συγκεκριμένη ενότητα αποτελείται από δύο ποιήματα και μία μετάφραση πάνω σ’ ένα αγγλικό ποίημα του αξέχαστου φίλου-του Μιχάλη Βασιλάκη όπως μας πληροφορεί η μοναδική σημείωση του βιβλίου. Κλειδί για την ανάγνωση και άνοιγμα του εικονοστασίου είναι η αίσθηση της αφής. Τα σημαίνοντα (χέρι, χειρόγραφο, πιάνω) και η διάταξη του μες στην ενότητα αυτή, (αρχή του πρώτου ποιήματος, μέση του δεύτερου και το τέλος του τρίτου) ενισχύουν την παραπάνω πρόταση. Στο πρώτο ποίημα: Της φίλησα μου φίλησε το χέρι. / Πρώτη σκηνή της τελευταίας νύχτας. Η λέξη χέρι ως σήμα αναγνώρισης του συντρόφου πριν ξεκινήσει η ερωτική σκηνή. Προτιμώ τα χέρια απ’ τα πρόσωπα. Αναφέρει ο Ρίτσος. Στο δεύτερο ποίημα «Δεν είναι έρημο το δώμα σου, Μιχάλη» διαβάζουμε: Τα χειρόγραφα σου θαρρείς, έχουν μια θέρμη / κόντρα στο μάταιο και την υποκρισία / είναι η DreamLand από τον Mad Wizard / μια χώρα όνειρα και μάγεμα αγάπης. / Γιατί το όνειρο είναι στα χέρια μας / όταν δυο χέρια χαίρονται / και χάνεται όταν χωρίζουν. Και στο τρίτο: Μια στιγμή στο χρόνο. / Τώρα θέλω να πιάσω ένα αστέρι! / Αλλά πρώτα θα ’θελα το όνειρο να πιάσω. Τι, όμως, οδήγησε τον ποιητή να φτιάξει τη συγκεκριμένη ενότητα σε μια βραχύσωμη ποιητική συλλογή όταν ποιήματα με ανάλογη θεματική και ένταση συνυπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται στην πρωτοβάθμια βίωση τους.

Στο ποίημα «Ζημιές της ζύμωσης», το οποίο στέκεται αντίκρυ στο «Σκαλί που μας ξεσκάλωσε» δε διακρίνουμε το δοξαστικό τόνο του πρώτου ποιήματος, ούτε την απεύθυνση γεμάτη από θέρμη του ποιητή στο φίλο του. Εδώ, ο ποιητής ομιλεί σ’ έναν άγνωστο της γενιά του με σύνεση αλλά και με το φόβο, αν τελικά θα ακουστεί από τον ακροατή. Το ποίημα αναπτύσσεται μέσα στα ασπρόμαυρο πλαίσιο του απρόσωπου, εκεί που δουλεύουν οι κοινωνικοί και ταξικοί μηχανισμοί για την απόχτηση μιας ξένης ταυτότητας. Αποτέλεσμα: το υπαρξιακό κενό να οξύνεται –καραδοκούν «μυλόπετρες- συμβάσεις».

Ο απρόσωπος διάλογος ή μονόλογος συνεχίζεται και στο επόμενο ποίημα: «Αυτός, Εκείνος και ο Άλλος και πάντα το παράλογο». Στην πρώτη στροφή, σκιαγραφείται «Αυτός» που «απέμεινε φτωχός και πεταμένος στου κάδου τ’ άδειο στόμα» – καθώς ο κοινωνικός ιστός προστασίας της ανθρώπινης ζωής έχει συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό, να μη πούμε πως έχει συντριφτεί. Η απάντηση «κανένα πρόβλημα, δικό του πρόβλημα» είναι η παράλογη απάντηση, το παράλογο συμπέρασμα ενός αυτοματικού συλλογισμού ο οποίος αντιστρέφει την πραγματική μετάθεση ευθύνης. Στη δεύτερη στροφή σκιαγραφείται κάποιος νέος, όταν σε μια στροφή του δρόμου δεν έστριψε / παρέκαμψε την ύπαρξη χωρίς αλάρμ και σήμανση. Κι εδώ η απάντηση επαναλαμβάνεται ισοπεδωτικά παράλογη: − Ας ήταν πιο προσεχτικός, τώρα αιώνια του η μνήμη. Την απάντηση όπως κι ολόκληρη τη στροφή, μπορούμε να την αντιστοιχήσουμε με τους εξής στίχους του Ναζίμ Χικμέτ: οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από ’να χρόνο / τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα. Στην τρίτη στροφή, ο «Άλλος», είναι ένας κύριος μεσόκοπος / σπαρακτικά και γρήγορα τον τρώει η κακιά αρρώστια / − Καρκίνος λέγεται κι εκείνος είναι Χάρος, δεν χαρίζει. Και οι τρεις στροφές είναι εντοιχισμένες, δεν ανανεώνεται ο αέρας από κάποια χαραμάδα λογικού συμπεράσματος. Δε το επιτρέπει η αρτηριοσκληρωτική πλειοψηφική συμπεριφορά, η οποία ηθελημένα σιωπά και προφυλάσσεται μήπως και γλυτώσει.

Επόμενο ποίημα «Φιλμ αιφνίδια κομμένο». Επανέρχεται το θέμα του θανάτου ενός νέου από τροχαίο με την κομβική διαφορά ότι δεν είναι άγνωστος όπως στο προηγούμενο ποίημα. Ο Θωμάς φύλακας νεκροταφείου (στην ταινία) / και βοηθός παραγωγής είναι ο ήρωας του ποιήματος ο οποίος αγνοεί τη τραγική κατάληξη της άλλης ταινίας της πραγματικής, της ζωής του: Α, Θωμά, θυμάσαι; Είχαμε wrap party\ ηθοποιοί και τεχνικοί χορεύαμε και πίναμε / Somebody put something in my drink. / Αίφνης, κάποιος σου έριξε κάτι στο πιοτό. / Ήταν η Λύπη, γνώριμη και ξένη. Στους τελευταίους στίχους εμφανίζεται ο μύθος για να διασωθεί η μνήμη του νεκρού. Ο κάτω κόσμος πενθεί κάτω απ’ την κεκτημένη ταχύτητα του συγχρόνου κόσμου: Βουβά τα χείλη. / Κάτω από την άσφαλτο πενθεί / ένα λιβάδι που ανθεί από ασφοδίλι.

Κι αν στο ποίημα «Αυτός, Εκείνος και ο Άλλος και πάντα το παράλογο» μιλάνε ένα ή δύο πρόσωπα, στη «Μπαλάντα της κρίσης» μιλά η ίδια η πλειοψηφία του λαού για το αδιέξοδο των πρόσφατων πολιτικών επιλογών. Ο ποιητής μιλά μέσα από την πλειοψηφία για να σατιρίσει τις επιλογές και τις προσδοκίες της πλειοψηφίας: Μα, Κύριε, κάνεις το χρέος μας βαρύ / βαρύτερο με τα χαμένα χρόνια. / Αν έρθ’ η Ανάπτυξη, εμάς δεν θα βρει. / Μακάριοι που τρώνε μακαρόνια.

Στο ποίημα «Ταυτότητα» επανέρχεται ο δοξαστικός τόνος του εναρκτήριου ποιήματος. Ο ποιητής διακηρύσσει τη στάση του σε σχέση με την ποίηση, την οικογένεια και την καταγωγή του: Με τίποτα δεν κλείστηκα στο λεκτικό μου πύργο / και να υψώσω έπαρση. / Τη λυρική καταγωγή και τη λαλιά-πατρίδα / δεν ξέχασα ποτέ / τιμώντας πάντοτε την έννοια του γονέα. Διακρίνεται η σεμνότητα του ποιητή, όχι μόνο ως ιδιότητα του χαρακτήρα του αλλά κι ως αισθητική αποτύπωση στον ποιητικό λόγο. Αν ύψωνε έπαρση θα υποτιμούσε το λυρισμό και τη μητρική του γλώσσα. «Ο λυρισμός είναι το σταθερό γνώρισμα της ποίησης, δεν είναι γραμματολογικό κριτήριο που ταξινομεί την ποίηση σε παραδοσιακή και μοντέρνα, αλλά όρος ποιητικής διαδικασίας» αναφέρει η Γ. Λαδογιάννη. Ο ποιητής με το μικροσκοπικό του φακό συνειδητοποιεί την κοινωνία-κύτταρο και τους ξενιστές που αναπαράγονται από την εξουσία. Εδώ αποτυπώνεται η κύρια αντίθεση που διέπει την κοινωνία και ο ρόλος της ποίησης είναι να «στοχοποιεί»: Ναι, αδελφέ, το αίμα είναι άμυνα. / Ταυτότητα: οι στοχευμένοι στίχοι.

Ετούτη είναι και η αγωνία-πρόταση του Γωνιανάκη. Να σμιλεύει στίχους χωρίς να υποπίπτει σε συνθηματολογία. Στίχοι που λάμπουνε στο σκοτάδι. Στίχοι που επαναλαμβάνονται τα σύμφωνα λ και κ για να τονιστούν οι λέξεις και οι έννοιες των στίχων. Η «Σημερινή συνομιλία» είναι η συνομιλία που έχουμε πάντοτε ανάγκη: −Λόγια-λεπίδες λάμπουνε· / λογιάζονται λαβές. / − Για ένα κουράγιο κοφτερό; / − Καλά κατάλαβες. Η ποίηση του κοινωνική-πολιτικη με την πλατύτερη σημασία της λέξης συνδυάζει την κριτική με την πολιτική δράση, τον ερωτισμό με την ανάπτυξη της φύσης. Φυσικά σε τούτο το κείμενο δεν εξαντλήθηκαν όλες οι πλευρές της θεματολογίας του, εξίσου ή και παραπάνω ενδιαφέρουσες καθώς έδωσα κάποια προτεραιότητα στις δικές μου προτιμήσεις. Όποια ποιήματα και να προτιμήσει ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι ο ποιητής μέσω της άσκησης και της πείρας, έχει καταφέρει ν’ αποκτήσει ένα λεπτό κι οξύ αισθητήριο και κριτήριο. Καθότι ως προσωπικότητα συνδυάζει το νου με την ευαισθησία:

Μονόδρομος ο δρόμος μου, διαλεκτική μπαμπέσα!
Να τα ’χεις όλα μέσα σου και να ’σαι σ’ όλα μέσα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Sergio Larrain.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter