frear

Ἀπό τούς Καταλόγους – τοῦ Δημήτρη Δημητριάδη

Μπροστὰ πηγαίνει ὁ Ἡσίοδος κρατᾶ εἴκοσι
μπαλτάδες δέκα σὲ κάθε χέρι. Τὸ στόμα του
σ’ ἕναν ἐπιθανάτιο ἐπιβιαῖο μορφασμὸ
ὅπου ὑψώνονται ἀνάποδα τὰ στάχυα στὰ χωράφια.
Τὸ σῶμα του κινεῖται μὲ ταχύτητα ἠθικοῦ κλονισμοῦ
σὰν νὰ ἔχει χάσει τὴν ὑπομονή του
μὲ ὅσα βλέπει ἀντίκρυ του κι ἐπείγεται νὰ φτάσει
νὰ τὰ μπαλταδιάσει μὲ μιὰ εἰκοσαπλάσια κι ἀκαριαία
μπαλταδιά. Πίσω του τρέχει ὁ Ξενοφῶν. Τὰ μάτια του
ἀπ’ τὴν ὀργὴ τινάζουν δάκρυα ριπὲς σὰν νὰ ραντίζουν
χῶμα ποὺ βογκάει ἀπ’ τὴν ξηρασία. Μὲ μιὰ ἀγκαλιὰ
ξένα ἐντόσθια ὁ Ζήνων ποὺ χύνονται ἀνάμεσα στὰ πόδια του
και πίσω του πάνω στὴν ἀναμμένη πέτρα ποὺ σφυρίζει.
Μιλάει στὰ ἐντόσθια τοὺς ἐπαναλαμβάνει ρυθμικὰ
καὶ φτύνοντας
τὸ ὄνομα
πνιγμένο στὰ ὀξέα σάλια του. Ὁ Αἴσωπος
μ’ ἕναν τροχὸ ποὺ κρέμεται ἀπ’ τὸν λαιμό του
ἀκονίζει ἀμέτρητα μαχαίρια ἀπὸ μύθους
τὸν περιστρέφει ὣς πολὺ βαθιὰ στὸ στῆθος του
ποὺ σκάβεται μοιράζοντας κομμάτια ἀπ’ τὶς καρδιές του
στὸν πυρωμένο ἄνεμο. Ὁ Κλήμης ὑψώνει ἕνα κεφάλι ὄνου
ζωντανὸ μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα βγαίνει τὸ ὀκάνισμα τριπλό.
Δίπλα του τρέχει ὁ Ἀναξίμανδρος. Φωνάζει
μὲ τὰ δόντια του
βρισιές. Στὸ ὕψος τῆς φωνῆς του
ἕνα ἀπύθμενο βαρέλι γεμίζει πέφτουν
στὸ βαρέλι οἱ βρισιὲς μαζεύονται ἡ στάθμη ἀνεβαίνει
χύνονται ἔξω οἱ βρισιὲς τοῦ Ἀναξίμανδρου.
Πιὸ πίσω ὁ Ἡρόδοτος
ἔχει ἀνοίξει μὲ τὰ νύχια
τὴν κοιλιά του ἡ ἱστορία ἀνάγλυφη στὰ χαλασμένα
ἐντόσθια τραβάει μὲ τὶς χοῦφτες τὰ ἐντόσθια
καὶ τὰ τυλίγει στοὺς καρπούς του
σὰν φίδια
τὶς ἄκρες τους τὶς ἀνεμίζει πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του
μὲ τεντωμένα χέρια συσπασμένα ψηλὰ πολὺ ψηλὰ
σὰν θύελλες ἕτοιμες νὰ σαρώσουν χωρὶς ἔλεος
μὲ τρέλα μόνο τρέλα. Ὁ Θέογνις
κι ὁ Ἴβυκος
σπρώχνουν
ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ
ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ ἕναν γιγαντιαῖο κύλινδρο
ψηλὸν δέκα φορὲς τὸ μπόι τους τὸ μῆκος ἄλλο τόσο
τὸν σπρώχνουν καὶ οἱ δυὸ μὲ τὸ κεφάλι
μὲ τὸν θυμὸ τὴν λύσσα ποὺ ἔχουν
μέσα στὸ κεφάλι τους καὶ προχωρεῖ ὁ κύλινδρος
δέκα φορὲς τὸ μπόι τους τὸ μῆκος ἄλλο τόσο.
Ὁ Λεύκιππος
μὲ βρόμικα κουρέλια σκατωμένα οἱ ἄφθονες
ἀκαθαρσίες τρέχουν ὣς τὰ νυχτόβια σανδάλια του
μὲ τὰ μαλλιὰ γεμάτα ψόφια ἔντομα πουλιὰ
μ’ ἕνα τραγούδι ποὺ τσακίζει ὅλους τοὺς τένοντές του
ξεσηκώνει γιὰ τὸ ἔγκλημα. Ἡ Κόριννα ἡ Πράξιλλα
Τελέσιλλα καὶ Ἤριννα ἡ πρώτη
κρατάει ὄρθια τὰ πλούσια βυζιά της τινάζουν
μολυσμένο κάτουρο καίει τὸ χῶμα μόλις πέφτει
ἡ δεύτερη βαδίζει μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ τὰ σκέλη της
σὲ μιὰ ἀκραία ἔκταση γυμνὸ αἰδοῖο κι ἀπὸ μέσα
κεφάλι ὕαινας μὲ ἀφρισμένη γλώσσα ἐκτοξεύει
κατάρες γιὰ τυφλώσεις παραλύσεις οἱ ἐκτελέσεις
συμπίπτουν ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐκφώνησή τους
ἡ τρίτη
ἔχει ἀφαιρέσει
τὸν μαστό της
στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς
φαίνεται μέσα ἡ καρδιά της ὁλόκληρη καὶ ζωντανὴ
χτυπᾶ κατάμαυρη μιὰ πίκρα ἀπὸ αἷμα ποὺ βουίζει
ἀκούγονται οἱ χτύποι της σὰν πέτρινες γροθιὲς
γιγάντων πάνω σὲ θηριώδη κύμβαλα σὰν νὰ χτυπιέται
πάνω στὴν γῆ ὁ οὐρανὸς ἔντονη καὶ πρησμένη σὰν μελανὸ
μάρμαρο γλυμμένο ἀπὸ τὸν στρόβιλο ἀρχαίας τρικυμίας
μέσα ἀπ’ τὸ σχισμένο στέρνο ἡ Ἤριννα ἔχει ἀνοίξει
τόσο πολὺ τὸ στόμα της δὲν φαίνεται τὸ πρόσωπό της
μ’ ἕναν πόνο κι ὁ πόνος ἀνεβαίνει σὰν κίων ἀπὸ θρήνους.
Κόβει μ’ ἕνα πριόνι τὸ πόδι του ὁ Πλωτίνος.
Βγάζει μ’ ἕνα μαχαίρι τὰ μάτια του ὁ Πρόκλος.
Μπήγει στὸ μέτωπό του ἕνα κλαδευτήρι ὁ Φωκυλίδης.
Χώνει καρφιὰ ὁ Ὠριγένης στοὺς κροτάφους.
Ὁ Ὑπερείδης καταπίνει τοξικὰ ὑγρά.
Ὁ Ἀπολλώνιος κι ὁ Ἄδωνις στριφογυρίζουν μ’ ἕνα ψαλίδι
ἀνάμεσα στὰ πόδια τους πνιγμένα μὲς στὰ κύματα
ἀπ’ τὰ αἵματα τὰ μόριά τους. Σκάβει μὲ μία τσάπα
τὴν κοιλιά του ὁ Εὐσέβιος. Μὲ δυὸ τανάλιες
τὶς θηλές του τραβᾶ ὁ Σιμωνίδης. Μ’ ἕνα
σπασμένο
τζάμι
κόβει
τὴν γλώσσα του ὁ Αὐρήλιος. Μέσα στὸν ἀνοιγμένο
λάρυγγά του ρίχνει
ὁ Σκόπας
καρφίτσες μὲ τὶς χοῦφτες. Μέσα στ’ αὐτιά του
ἠλεκτρισμὸ ὁ Δημόκριτος. Μ’ ἕνα δρεπάνι
κόβουν τὰ δάχτυλά τους
ὁ Ἀπελλῆς ὁ Ζεῦξις ὁ Θεόκριτος.
Στὶς τρύπες του χώνει κουτάλια καὶ πιρούνια
ὁ Γοργίας. Κόβουν
ὁ Ζήνων ὁ Εὐστάθιος ὁ Διογένης καὶ ὁ Δαίδαλος
τὶς φλέβες τους μὲ συρματόσχοινο. Ὁ Κέκρωψ
κι ὁ Ζηνόδωρος σπάζουν τὰ δόντια τους
μὲ πέτρες καὶ τὰ τρῶνε. Ὁ Πυθαγόρας
πυροβολεῖ
πυροβολεῖ
πυροβολεῖ
πυροβολεῖ
τὸ ὑπογάστριο πυροβολεῖ πυροβολεῖ
τὸ ὑπογάστριο.
Κι ὁ Φιλοποίμην κρέμεται ἀπὸ ἕνα καλώδιο.
Καὶ σ’ ἕναν βοῦρκο μέσα
ξεβράκωτη πεσμένη ἡ Πολύμνια παραμιλᾶ κι ὁ βοῦρκος
κινεῖται προχωρᾶ ἀκολουθεῖ μὲ καλπασμὸ ἀλόγου τὴν πομπὴ
καὶ ἡ Πολύμνια πεσμένη μὲς στὸν βοῦρκο προσπαθεῖ
νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν βοῦρκο. Στὸ πλευρό της
ἀλλὰ πολὺ ψηλότερα ἡ Ἀθηνᾶ Βουλαία
ἀνάμεσα στὸν Μίνω καὶ στὸν Φρύνιχο
ὁ Μίνως κόβει τὶς γλῶσσες του μὲ τὸ μυαλό του
ὁ Φρύνιχος χώνει τὸν Βράχο χωρὶς νὰ φέρουν
ἀντίσταση οἱ σφιγκτῆρες κι ἡ Ἀθηνᾶ
Βουλαία ψάλλει τὸν ὕμνο της ἀνάποδα χτυπώντας
πάνω στὴν σκουριασμένη περικεφαλαία τὸ σκουριασμένο δόρυ.
Καὶ πίσω
πολὺ πίσω
τέρμα θεοῦ
μέσα σ’ ἕνα τενεκεδένιο φέρετρο μὲ πέπλα ἀραχνοΰφαντα
κυλώντας πάνω σὲ τροχοὺς βυτιοφόρου
μὲ τὴν Ὀπώρα καὶ τὴν Θεωρία μεθυσμένες νὰ τὸ σπρώχνουν
στέκεται ὄρθιος μὲ πόδια ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ μὴν πέσει ἀπ’ τὴν νύστα
ὁ Τρυγαῖος μὲ βυθισμένο μέχρι τὴν λαβὴ στὸ στῆθος
ἕνα χασαπομάχαιρο
γερὰ τὸ μπήγει συνεχῶς ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ
θέλει καὶ τὴν λαβὴ νὰ χώσει μέσα
φωνάζει ἄγρια σ’ αὐτοὺς ποὺ πᾶν μπροστὰ γρήγορα γρήγορα
νὰ φτάσουν νὰ τελειώσουν νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἀποστολή τους
γρήγορα γρήγορα τὸ ἐθνικὸ καθῆκον τους
γιὰ νὰ ξαπλώσει ἐπιτέλους νὰ ξεκουραστεῖ
δὲν τὴν ἀντέχει ἄλλο αὐτὴ τὴν ἀγρυπνία
τὴν ἀγωνία τὴν ὀρθοστασία τὸ τρεχαλητὸ θέλει νὰ πέσει
μὲ τὴν Ὀπώρα καὶ τὴν Θεωρία καὶ νὰ τοῦ κλείσουν πιὰ τὰ μάτια
καὶ νὰ μὴ βλέπει τίποτα μόνο τὸ τίποτα
νὰ σταματήσει νὰ μπήγει στὸ στῆθος
τὸ χασαπομάχαιρο.

[Απόσπασμα από την συγκεντρωτική έκδοση Κατάλογοι 1-14 του Δημήτρη Δημητριάδη, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2018.]

 

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter