frear

Για «Το ημερολόγιο του Βασίλη» του Λεωνίδα Κεφαλά – γράφει ο Γιώργης Ε. Μανουσάκης

Λεωνίδας Κεφαλάς, Το ημερολόγιο του Βασίλη, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2018, σελίδες 64.

Τον Απρίλη του 2018 κυκλοφόρησε το τέταρτο πόνημα του Λεωνίδα Κεφαλά μετά την Πλατεία Ευκαλύπτων του 2001, την Πολυκατοικία της Νόρας του 2002 και τον Claudius Britannicus του 2003. Το ημερολόγιο του Βασίλη είναι ένα έργο σύνθετο, μεστό, πολύπτυχο, υποβλητικό και διεπόμενο από έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Τα εύρημα είναι το εξής (αντιγράφω από το οπισθόφυλλο):

«Κάποια χειμωνιάτικη μέρα (ο χειμώνας είναι η εποχή της άνεσης) ο Βασίλης έδωσε τέλος στη ζωή του, μέσα στο σπίτι όπου εμμονικά έζησε τα τελευταία χρόνια.

Τον βρήκαμε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του σε μια στάση γαλήνια, σαν να ‘χε μόλις ξαπλώσει για να ξεκουραστεί. Η μεγάλη γενειάδα κάλυπτε την αρχή του αδύνατου στέρνου του και τράβηξε την προσοχή μου από το υπόλοιπο λιγνό σώμα. Τα κιτρινισμένα από τον καπνό δάχτυλα του είχαν αφήσει να γλιστρήσει στο ξύλινοπάτωμα ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε:

Αυτό που είχα, πάλεψα, πάλεψα, πάλεψα
να το κρατήσω – και τώρα άλλο δεν μπορώ.

(Σημειώσεις του γείτονα και παιδικού φίλου του Βασίλη στο Βογατσικό Καστοριάς- “διασώστη” του Ημερολογίου)».

Η λέξη εύρημα αναφέρεται με επιφύλαξη, επειδή –σκόπιμα, θεωρώ– ο συγγραφέας αφήνει αδιευκρίνιστο το κατά πόσο το οπισθόφυλλο προσεγγίζει με όρους ρεαλισμού την πραγματικότητα, δηλαδή το κατά πόσο ο γράφων είναι πράγματι ο διασώστης του ημερολογίου ή αυτό αποτελεί επινόηση. Έτσι το βιβλίο δομικά χωρίζεται σε πενήντα εγγραφές, μία ανά ημέρα, στις οποίες ο συγγραφέας του «ημερολογίου» περιγράφει σκέψεις και συναισθήματα, ενώ σε αυτές συχνά εμπεριέχονται στίχοι, καθώς και «υπομνήσεις εις εαυτόν» ως παρακαταθήκη του γράφοντος.

Από θεματικής πλευράς διαφαίνονται και ιχνηλατούνται βασικά υπαρξιακά ερωτήματα, οι διαπροσωπικές σχέσεις και η πολυπλοκότητά τους, ο άνθρωπος μέσα στονχρόνο και τη φθορά του, ο πυρήνας και οι προεκτάσεις της ύπαρξης, ο έρωτας ως επιδίωξη αλλά και ως αναίρεση, ο θάνατος, η τέχνη, το φως και το σκοτάδι, ο χώρος, η φύση, ο εαυτός και η αυτοπραγμάτωση, η υπόσταση της τύχης, ο χρόνος της ύπαρξης και το τώρα, τα γεγονότα του κόσμου και η αιτία γένεσής τους, η ανυπομονησία αλλά και η απογοήτευση της αναμονής για κάτι που πρέπει να έρθει αλλά δεν έχει φανεί ακόμη, κ.ά.

Είναι προφανές στον αναγνώστη ότι η πραγμάτευση της θεματικής του Κεφαλά, εκτός της βιωματικής προσέγγισης ή της μνημονικής ανάκλησης, όχι μόνο στέρεα βασίζεται σε ένα ιδιαίτερα φιλοσοφικό υπόβαθρο αλλά αυτό και αξιοποιείται λειτουργικά ως σημείο εκκίνησης για την περιπέτεια της γραφής. Το συγκεκριμένο υπόβαθρο περισσότερο θέτει ερωτήματα παρά επιζητά τυπικές απαντήσεις, σύμφωνα με τα διανοητικά δεδομένα και δρώμενα της Φιλοσοφίας. Στο κείμενο διακρίνεται εξομολογητικός και φυσικά προσωπικός τόνος, εύγλωττη λυρικότητα (αφού διαρρέεται από αρχής έως τέλους από διακριτικό αλλά πυκνό συναίσθημα, χωρίς αυτό όμως για κανένα λόγο να αποβαίνει φορτικό) και υψηλού βαθμού δραματικότητα. Η δυναμική της γραφής χαρακτηρίζεται από πυκνή διαδοχή εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων. Ταυτόχρονα διαφαίνεται σε μορφή και περιεχόμενο ικανή υπέρβαση της ρεαλιστικής κανονικότητας. Πρόχειρο παράδειγμα για όλα:«[…] στις φλέβες σου κυλάνε ηλιοτρόπια, στο μάτι σου ματώνει αγριλιά…» («Μέρα 39», σελ. 50).

Μορφικά, λόγω της ημερολογιακής δομής του βιβλίου, ενυπάρχουν και αξιοποιούνται στοιχεία μοντερνιστικά: πεζογραφική εκ πρώτης όψεως γλώσσα, εμπλουτισμένη με στίχους αλλά και έντονα στοχαστική διάθεση, κομβικά σημεία της σύνθεσης στα οποία εναλλάσσεται το σοβαρό με το παιγνιώδες, το υψηλό με το χαμηλότονο, ο βαθιά εσωτερικός ποιητικός ρυθμός με τη φιλοσοφική εκκίνηση και τη νεωτερίζουσα τεχνοτροπία. Ο λόγος είναι όχι μόνο άμεσος και πειστικός αλλά και λειτουργεί δίχως κανένα ίχνος λογοτεχνικής εκζήτησης.

Το όλο πόνημα εξακτινώνει μια αίσθηση αυτοπροσδιορισμού απέναντι στα γεγονότα, τα πράγματα, τον χρόνο και την ύπαρξη. Αίσθηση που ανεπαίσθητα διαχέεται και στον αναγνώστη, όχι μιμητικά αλλά αντιθέτως υποβλητικά δια της ενσυναίσθησης. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω εάν αυτό βρισκόταν αρχικά στις προθέσεις και στους σκοπούς του έργου, τελειώνοντάς το όμως, διατηρώ τη βεβαιότητα ότι το επιτυγχάνει και μάλιστα αβίαστα. Αλήθεια, πόσοι δημιουργοί θα παρέμεναν ασυγκίνητοι μπροστά σε μια τέτοια προοπτική;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Tom Clark.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter