frear

Το τσίρκο της αγάπης – του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Τη γνώρισε σε ένα βιβλιοπωλείο. Σ’ ένα πάρκο. Την πρωτοείδε σε μια συναυλία ανάμεσα σε καπνούς και νότες. Σε μια ουρά τραπέζης. Σ’ ένα μπαρ που έπινε μονάχη ακούγοντας Διάφανα Κρίνα. Μέσα απ’ το ίντερνετ. Σε ένα πάρτι ενός παλιού συμμαθητή. Στο τρένο. Σ’ ένα λεωφορείο, καθώς γυρνούσε κουρασμένη απ’ τη δουλειά.

Είχε γείρει το κεφάλι της με τα μελαχρινά, πυρόξανθα, μπρούντζινα μαλλιά της στο παράθυρο και χάζευε τους περαστικούς, τα αυτοκίνητα, τα άδεια μαγαζιά.

Δεν δίστασε να της μιλήσει. Φοβήθηκε να την προσεγγίσει. Πήγε με θάρρος, ίσως και λίγο θράσος. Δεν πήγε καθόλου. Τον δέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Τον δέχτηκε καχύποπτα. Τον δέχτηκε ψυχρά.

Την ήθελε. Την ήθελε. Την ήθελε.

Και αυτή τον ήθελε. Δεν ήξερε αν τον ήθελε. Ίσως να μην τον ήθελε.

Πήρε τον αριθμό της. Δυσκολεύτηκε. Δυσκολεύτηκε. Δυσκολεύτηκε. Την πήρε την επόμενη μέρα. Περίμενε τρεις μέρες να της τηλεφωνήσει. Μια βδομάδα μετά από τη συμβουλή του κολλητού του. Εκείνη τον περίμενε. Δεν τον περίμενε. Τον είχε ξεχάσει. Στο πρώτο ραντεβού φορούσε ένα φόρεμα με λουλούδια. Ένα μαύρο δερμάτινο τζάκετ με κονκάρδες. Μια μπλούζα με καρτούν κι ένα τζιν σορτσάκι.

Του άρεσε πολύ το ντύσιμό της. Περπατήσανε στα σοκάκια της Πλάκας, ένα κυριακάτικο μεσημέρι. Στο πεζοδρόμιο της Πειραϊκής ένα απόγευμα Σαββάτου. Στις φτωχογειτονιές των Πετραλώνων, του Κορυδαλλού, της Κοκκινιάς. Στη Νέα Ιωνία. Στα Πατήσια. Στην Κυψέλη. Κάτω από την Αχαρνών. Στην πλατεία Εξαρχείων.

Καθίσανε να πιούν ένα καφέ, μια μπύρα, μια σοκολάτα. Μίλαγαν ασταμάτητα για ώρες. Υπήρξαν αμήχανες σιωπές. Τα μάτια συναντιούνταν και έμεναν καρφωμένα χωρίς να μιλάνε. Που και που κατέβαζε τα μάτια της σαν να είχε πει κάτι που δεν έπρεπε κι εκείνος το λάτρευε.

Ήταν μοναδικά αυτά τα μάτια. Τα τεράστια της μάτια, τα μικροσκοπικά. Γκριζοπράσινα, ξεβαμμένα μπλε του ουρανού. Μελιά σαν να βούτηξαν σε μερέντα.

Πλήρωσε. Δεν τον άφησε να τα πληρώσει όλα αυτός.

Όταν φτάσανε σπίτι της, ο ήλιος είχε πέσει, έπεφτε, ήταν ακόμα ψηλά στον ουρανό κι ένα αεράκι τους δρόσιζε. Τη φίλησε για καληνύχτα. Ένα σύντομο γλυκό φιλί, με άρωμα ροδάκινου, λεβάντας, γιασεμιού, κανέλας. Φιλήθηκαν για λεπτά, ώρες, αιώνες. Όταν τα χείλη τους χωρίστηκαν, του φάνηκε ότι δεν είχε περάσει στιγμή.

Δίστασε να τη φιλήσει. Την καληνύχτισε αμήχανα με μια αγκαλιά και έφυγε. Στο δρόμο τα έβαλε με τον εαυτό του. Γιατί δεν τη φίλησε; Πόσο ήθελε να γευτεί αυτά τα χείλη με την ελαφριά κλίση προς τα πάνω, σαν να κρύβουν ειρωνεία, με την ελαφριά κλίση προς τα κάτω, σαν να κρύβουν μελαγχολία. Αυτό το λεπτό, φιλήδονο, σεμνό, ερωτικό στόμα, πόσο ήθελε να το φιλήσει. Μα γιατί δεν τη φίλησε;

Ξαναβγήκαν μετά από δύο μέρες, τρεις, πέντε, μια βδομάδα. Πήγαν σινεμά και είδαν θρίλερ πιασμένοι με ιδρωμένα χέρια. Για παγωτό στον Φλοίσβο. Για φαγητό στον Κεραμικό. Αυτή τη φορά τη φίλησε. Ένα φιλί με άρωμα ροδάκινου, λεβάντας, γιασεμιού, κανέλας.

Την έπιασε από τη μέση, από το λεπτό της χέρι και περπάτησαν. Πέταξαν. Κολύμπησαν.
Έκαναν έρωτα. Έκαναν έρωτα. Έκαναν έρωτα.

Η πρώτη τους φορά ήταν μαγική. Χημεία. Έτσι δε λένε; Η πρώτη τους φορά ήταν περίεργη. Αλλά ήταν η πρώτη φορά. Έτσι δε λένε;

Και ξαναβγήκαν. Ξαναφιλήθηκαν. Ξανακάναν έρωτα. Ξανά.

Την ερωτεύτηκε με όλη τη δύναμη της καρδιάς του. Το ίδιο κι εκείνη. Το ίδιο κι εκείνη; Μια μέρα του Σεπτέμβρη χωρίσανε για ανόητους λόγους. Μια νύχτα του Ιούλη, γιατί δεν πήγαινε άλλο. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο πρώην της. Δεν γινόταν να είναι άλλο μαζί. Δεν ήταν έτοιμη για κάτι σοβαρό. Την παρακάλεσε. Ήταν ανένδοτη.

Συζητήσανε. Αποφάσισαν να παντρευτούν.

Δεν έτυχε να κάνουν παιδιά. Κάνα δύο. Δυο κορίτσια. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Της μοιάζανε. Είχαν τα ίδια μελαχρινά, πυρόξανθα, μπρούτζινα μαλλιά της. Πιο πολύ μοιάζανε σε κείνον.

Μετά από χρόνια την απάτησε με μια νεότερη. Δεν το έμαθε ποτέ. Τον απάτησε με έναν συνάδελφό της. Του το είπε και χωρίσανε. Τη συγχώρεσε.

Ήταν πιστοί κι οι δύο μέχρι τα βαθιά γεράματά τους. Που και που τσακώνονταν. Το αλατοπίπερο της σχέσης, έτσι δε λένε; Γεροί καβγάδες, δεν τσακώθηκαν ποτέ.

Πρώτος πέθανε αυτός. Κάθε μέρα του πήγαινε τριαντάφυλλα στον τάφο του. Άντεξε πολλά χρόνια μόνη.

Πρώτη πέθανε αυτή. Κάθε μέρα της πήγαινε γιασεμιά στο μνήμα της. Δεν άντεξε πολύ μακριά της.

Πέθαναν σχεδόν μαζί. Τον ίδιο μήνα. Έναν Ιούνη. Ήταν γραφτό.

Twitter