frear

Ἡ λειτουργία τῶν ὑποσημειώσεων στὴν Ἡρωίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Στεφάνου Ξένου – γράφει ο Γιώργος Τσερεβελάκης

Περίληψη:

Ἡ συγκεκριμένη ἐργασία ἀσχολεῖται μὲ τὴν χρήση καὶ τὴν λειτουργία τῶν ὑποσημειώσεων στὸ μυθιστόρημα τοῦ Στεφάνου Ξένου, Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Οἱ ὑποσημειώσεις συγκροτοῦν ἕνα παράλληλο ἀφηγηματολογικὸ πεδίο, ἕνα παρα-κείμενο, τὸ ὁποῖο συμπληρώνει καὶ τεκμηριώνει τὴν καθαυτὴ ἀφήγηση ὅταν πρόκειται γιὰ ἱστορικὸ μυθιστόρημα. Οἱ ὑποσημειώσεις ἐπεκτείνουν τὰ ὅρια τοῦ μύθου καὶ τῆς ἑρμηνείας του, ἐπηρεάζοντας ἔτσι τὴν εἰδολογικὴ ταυτότητα τοῦ ἔργου.

Λέξεις-κλειδιά: Ἡρωίς, ὑποσημειώσεις, παρακείμενο, ἀφήγηση, τεκμηριωτικὸς

Εἰσαγωγικὰ

Οἱ ὑποσημειώσεις σὲ δοκιμιακοῦ χαρακτῆρος ἔργα λειτουργοῦν, σὲ ἀρχικὸ ἐπίπεδο, ὡς σχόλια ἢ σημεῖα ἀναφορᾶς ἢ ὡς τεκμηριωτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ κειμένου μὲ τὸ ὁποῖο συναρτῶνται. Ὅπως τὰ εἰσαγωγικὰ σημειώματα ἢ τοὺς εἰδικοὺς προλόγους, τὰ παραρτήματα ἢ τοὺς ἐπιλόγους, οἱ ὑποσημειώσεις ἀνήκουν στὸ περιθώριο καὶ ἔχουν παραπληρωματικὴ λειτουργία, ἐμπλουτίζοντας ἐν ταυτῶ τὴν ἰδεολογία τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου. Ὑπὸ τὴν μορφὴ σχολίων ἔχουν ταυτόχρονα ἀναφορικὸ χαρακτήρα ὡς πρὸς τὸ κείμενο, εὑρισκόμενες σὲ ἕνα συνεχῆ διάλογο μαζί του· ἐπίσης, συγκροτοῦν μιὰ ἑρμηνευτικὴ καὶ τεκμηριωτικὴ πράξη ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ συγγραφέως. Σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο συνδέονται μὲ μιὰ ἐξω-κειμενικὴ πραγματικότητα, δημιουργώντας μιὰ σχέση μεταξὺ τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ ἀναγνώστη [1].

Ἡ πολλαπλότητα καὶ ἡ πολυμορφικότητα τῶν ὑποσημειώσεων ἐπιτρέπουν τὴν συνεργασία μὲ τὸ καθαυτὸ κείμενο παρὰ τὸν ἐσωστρεφῆ ἢ ἐξωστρεφῆ ρόλο τους· μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταλήγουμε σὲ ἕνα «κριτικὸ δεσμὸ» ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ μιὰ ἀστάθεια, ἀναφορικὰ μὲ τὸ δίπολο κείμενο-ὑποσημείωση. Συχνὰ παρατηρεῖται μιὰ ὁρατὴ ἀλλαγὴ στὸν κριτικό-ἀποδεικτικὸ χαρακτήρα τῶν ὑποσημειώσεων, ἡ ὁποία καθίσταται ἐμφανὴς στὴν διαδοχὴ τοῦ γ’ ἐνικοῦ προσώπου μὲ τὸ α’ ἐνικό· ἐπιπλέον, στὴν στάση τοῦ ἀφηγητῆ μέσα στὶς ὑποσημειώσεις, ὅπου διαφαίνεται ἡ αὐτοσυνειδησία του, ἡ κατὰ περίπτωση ἐπιχειρηματολογία του, ἡ ἀντίθεσή του ἢ ἡ ἐπιδοκιμασία του ἢ, τέλος, ἡ ἰδιαίτερη πνευματικότητά του. Ὅλες αὐτὲς οἱ μεταβολὲς ὑπακούουν σὲ ὑφολογικὰ κριτήρια καὶ ἐπιλογὲς τοῦ συγγραφέως. Κατὰ τὴν γνώμη μας ἀντικατοπτρίζουν μιὰ ἀμφιθυμία ποὺ ἀφορᾶ στὸ κείμενο, στὸν ἀφηγητῆ καὶ στὸν ἀναγνώστη.

Ὁ ἐξω-κειμενικὸς χαρακτήρας τῶν ὑποσημειώσεων αἰτιολογεῖ τὴν προηγούμενη διαπίστωση. Ἐξ ὁρισμοῦ οἱ ὑποσημειώσεις εἶναι πιὸ περιορισμένες συγκριτικὰ μὲ τὸ ἀρχικὸ κείμενο: Κινοῦνται σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν ἐλαχιστοποιημένο ἐπίπεδο, πρέπει νὰ εἶναι θεμελιώδεις καὶ οὐσιαστικές, περιεκτικές, καὶ ὁ τελικὸς στόχος τους εἶναι νὰ συμπληρώνουν τὸ γράμμα τοῦ κειμένου καὶ ὄχι νὰ τὸ ὑπερβαίνουν καὶ νὰ τὸ καταστέλλουν· παραλλήλως διαθέτουν τὴν ἐλευθερία νὰ υἱοθετοῦν κάθε φορὰ χωριστὴ ρητορικὴ λειτουργία. Ὁ ἐν λόγω διττὸς χαρακτήρας στὴν προοπτικὴ καὶ στὸν ρητορικὸ ρόλο προσαρμόζει ἀναλόγως τὰ ὅρια τοῦ κειμενικοῦ σύμπαντος στὸ ὁποῖο οἱ ὑποσημειώσεις εἶναι ἐντεταγμένες. Ὁ σχολιασμὸς κινεῖται στὸ κειμενικὸ περιθώριο (σὲ πρωτογενὲς ἐπίπεδο) καὶ ἔτσι δύναται νὰ ἑλκύσει τὸ ἐνδιαφέρον στὴν μεταβολὴ τοῦ κριτικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει ἀλλὰ καὶ ἀποδέχεται τοὺς ἀναγνῶστες στὰ συμφραστικά του πλαίσια· κάποιες φορές, βέβαια, τοὺς ἀποβάλλει ἀκολουθώντας τὶς ἐπιταγὲς τῆς ἐπιστημονικῆς πρακτικῆς. Αὐτὴ ἡ δομημένη κριτικὴ θεωρία προϋποθέτει ὅτι οἱ ὑποσημειώσεις διασαφηνίζουν κρυμμένες ὑποθέσεις, καταδεικνύουν κείμενα ἀναφορᾶς, καὶ ἐν τέλει ὅτι ὁ συγγραφέας ἐμπλέκει τοὺς ἀναγνῶστες του σὲ μιὰ κριτικὴ διαδικασία ἀμφίδρομου χαρακτῆρος. Καταληκτικῶς, οἱ ὑποσημειώσεις ἐπέχουν θέση ἐπιλόγου συνδεδεμένου μὲ ἕνα κείμενο ποὺ δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν προσβάσιμο στοὺς ἀναγνῶστες· οἱ διαφόρων εἰδῶν ὑποσημειώσεις ἐπιτρέπουν στὸν συγγραφέα νὰ προλαμβάνει τὶς ἐκπεφρασμένες ἀνάγκες τῶν ἀναγνωστῶν, νὰ ἀπαντᾶ σὲ δυνητικὰ ἐρωτήματα καὶ νὰ ὁλοκληρώνει ἔτσι τὶς προϋποθέσεις τοῦ κριτικοῦ λόγου. Οἱ ὑποσημειώσεις ὑποβοηθοῦν τὸν συγγραφέα ὥστε νὰ καθιδρύσει ἕνα δικό του προσωπικὸ λόγο ὁ ὁποῖος βαίνει παράλληλα μὲ τὸ κείμενό του. Δημιουργοῦν ἔτσι ἕνα παρα-κείμενο τὸ ὁποῖον ἐγγράφεται στὰ συμφραζόμενα τοῦ κυρίως κειμένου, ἐμπλουτίζοντας καὶ ἐμβαθύνοντας τὸ νόημα τοῦ ἐκπεμπομένου μηνύματος [2].

Στὸ ἐν λόγω σημεῖο δὲν θὰ προχωρήσουμε περαιτέρω τὴν ἀνάλυσή μας διότι τὸ θεματικό μας ἀντικείμενο κινεῖται σὲ ἄλλο πεδίο: τὴν λειτουργία τῶν ὑποσημειώσεων στὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα Ἡρωίς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Στεφάνου Ξένου [3]. Αὐτὸ θὰ ἀποτελέσει ἕνα ἀσφαλὲς συμπέρασμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα μείζονα ἱστορικὰ μυθιστορήματα τοῦ 19ου αἰῶνος. Εἰδικότερα, ἡ χρήση τῶν ὑποσημειώσεων στὰ λογοτεχνικὰ ἔργα ἐπεκτείνει, ἐπεξηγεί, ἢ καὶ καθορίζει τὸ μυθοπλαστικὸ πλαίσιο. Στὴν Ἡρωίδα ἡ ἀναφορικότητα, ἡ περιθωριακότητα καὶ ἄλλα συναφῆ στοιχεῖα ἀντικατοπτρίζονται στὸ λογοτεχνικὸ καμβᾶ τοῦ κειμένου. Βασικὸ δεδομένο τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψει εἶναι ὅτι οἱ ὑποσημειώσεις στὴν μυθοπλασία δὲν λειτουργοῦν τὸ ἴδιο ὅπως σὲ ἕνα δοκιμιακὸ ἔργο: ἐνδέχεται νὰ τεκμηριώνουν, νὰ ἐπεξηγοῦν, ἢ νὰ διασαφηνίζουν ἕνα μέρος τοῦ κειμένου στὸ ὁποῖο ἀναφέρονται· ἐνίοτε δὲν εἶναι τὸ δευτερεῦον στοιχεῖο, ἀλλὰ ἀνήκουν σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ κόσμο ὡς ἀπότοκο μιᾶς δημιουργικῆς πράξης ποὺ ἀπευθύνεται στὸ ἴδιο τὸ κείμενο. Ἐδῶ εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἑρμηνευτικὴ λειτουργία, ἡ ὁποία ἐρείδεται στὰ ἀνωτέρω χαρακτηριστικά. Κατ’ ἐπέκτασιν οἱ ὑποσημειώσεις στὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα σηματοδοτοῦν τὴν ἀπόσταση ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ συγγραφέως καὶ ἀναγνώστη.[4]

Στὸ συγκεκριμένο σημεῖο γεννάται ἡ διαλεκτικὴ σχέση κειμένου καὶ ὑποσημείωσης, ἡ ὁποία δίδει τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ διαλόγου μεταξὺ τοῦ ἐγὼ τοῦ συγγραφέως, τῆς ἱστορικῆς παράδοσης, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀναγνώστη σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ ἀφηγηματικοῦ ἱστοῦ [5]. Γενικά, οἱ ὑποσημειώσεις σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο ὑπογραμμίζουν ἐμφατικῶς τὴν ἀλληλεπίδραση μεταξὺ τοῦ συγγραφέως καὶ θέματος, τοῦ κειμένου καὶ τοῦ ἀναγνώστη, δίνοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν ἀφήγηση ὡς αὐτοαναφορικὸ φαινόμενο. Προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν θέση καὶ τὴν λειτουργία τῶν ὑποσημειώσεων σὲ ἕνα ἱστορικὸ μυθιστόρημα, ἐπιλέξαμε τὴν Ἡρωίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Στ. Ξένου, διότι εἶναι ἕνα κείμενο ἀρκετὰ ἐκτεταμένο μὲ πάρα πολλὲς ὑποσημειώσεις ποὺ διατρέχουν συλλήβδην ὅλο τὸ ἔργο [6]. Περιορίζουμε τὸ ἐρευνητικό μας πεδίο δραστικὰ λόγω τῆς διάδοσης τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐκδόθηκε ἀλλὰ καὶ τῆς γραμματειακῆς του ἰδιότητος ποὺ βαίνει ἀνάμεσα στὴν λογοτεχνία καὶ στὴν ἱστορία [7].

Τὸ ἔργο

Σὲ πρωταρχικὸ ἐπίπεδο ἡ ὑποσημείωση σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο αἰσθητοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ ἀναγνώστη ἐντὸς τοῦ κειμενικοῦ πλαισίου. Στὴν Ἡρωίδα ὁ Ξένος ἐπιτυγχάνει τὴν ἐντύπωση αὐτὴ μέσω ποικίλων ρητορικῶν ἀποστροφῶν πρὸς τὸν ἀναγνώστη καὶ ἀποκλίσεων ἀπὸ τὴν ἀφηγηματολογικὴ ροή· ἄλλες φορὲς οἱ ὑποσημειώσεις λαμβάνουν τὴν μορφὴ ἐκτενοῦς ἱστορικῆς παρέμβασης, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ λόγους διασαφητικοὺς ἀναφορικὰ μὲ πρόσωπα καὶ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὸ κείμενο [8]. Ἄλλοτε μεταφέρει αὐτούσια τὴν ἄποψη ἑνὸς διακεκριμένου ἱστορικοῦ ὡς ὑποσημείωση ποὺ ἀποσκοπεῖ νὰ αἰτιολογήσει τὰ γραφόμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσει ἕνα νέο ὑπο-κείμενο πρόσφορο γιὰ κριτικὴ ἀνάγνωση. Ἐνίοτε παραθέτει ἀλληλογραφία πρὸς τὸν ἴδιο ποὺ πιστοποιεῖ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ χρησιμοποιεῖ στὴν ἀφήγησή του. Ἔτσι, κατὰ κάποιο τρόπο, σὲ παραλληλία μὲ τὸν μύθο, δομεῖ ἕνα νέο ἀφηγηματολογικὸ πλαίσιο ποὺ ἐγγίζει τὰ ὅρια (εἰδικὰ στὴν περίπτωση τῆς Ἡρωίδος) ἑνὸς νέου πονήματος κάτω ἀπὸ τὸ καθαυτὸ κείμενο [9].

Οἱ ὑποσημειώσεις λοιπὸν εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὴν γέννηση μιᾶς ιδιαίτερης λογοτεχνικῆς φόρμας, ἡ ὁποία κινεῖται περισσότερο πρὸς τὸ εἶδος τῆς ἱστορικῆς πραγματείας παρὰ πρὸς τὸ μυθιστόρημα. Λόγω αὐτῆς τῆς συνθήκης ὁ Ξένος ἀντιμετωπίζει μιὰ δυσκολία στὴν ἐναλλαγὴ τῆς ἀφηγηματολογικῆς φωνῆς καὶ ἰδίως στὴν μετάβαση ἀπὸ τὸ α’ ἐνικὸ πρόσωπο τοῦ ἥρωος στὸ γ’ ἐνικὸ πρόσωπο τοῦ ἀφηγητῆ, γεγονὸς ποὺ συμβαίνει καὶ στὶς ὑποσημειώσεις ἐπιτείνοντας ἔτι περαιτέρω τὴν νοηματικὴ σύγχυση. Αὐτὸ παρατηρεῖται ὅταν ὁ Ξένος ἀπευθύνεται στὸν ἀναγνώστη καὶ ταυτόχρονα συμπλέκει τὴν δική του γνώμη μὲ τὰ λόγια κάποιου τρίτου. Αὐτὴ ἡ στάση παρατηρεῖται σὲ ὅλο τὸ μυθιστόρημα, ἡ οποία προσδίδει ἕνα χαρακτηριστικὸ δραματικὸ τόνο ὄχι μόνον στὸ κείμενο ἀλλὰ καὶ στὶς ὑποσημειώσεις.

Ἡ τεχνικὴ τῆς ἕλκυσης τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστη, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται στὸν χῶρο τῶν ὑποσημειώσεων καὶ διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ τρίτου ἐνικοῦ καὶ α’ ἐνικοῦ ἢ α’ πληθυντικοῦ, αἰσθητοποιεῖται στὸ ὕφος τῶν σχολίων ποὺ κάνει ὁ συγγραφέας ἀναφορικὰ μὲ τὸ χωρίο τοῦ κειμένου μὲ τὸ ὁποῖο συναρτᾶ τὴν ὑποσημείωση· συνεπῶς, εἶναι πιθανὲς πολλαπλὲς ἀναγνώσεις ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀναγνώστη. Ἂς δοῦμε ἕνα παράδειγμα ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων:

«Ὁ κύριος Μίλιγγεν, ὅστις ἦτο καὶ οὗτος κεκλεισμένος, ὡς γνωρίζομεν, ἐντὸς τοῦ Νεοκάστρου, διηγεῖται μετὰ πολλῆς λεπτομερείας τὴν ἀνδρίαν τοῦ Γεωργίου Μαυρομιχάλη, καὶ τὰς πρὸς τοὺς πολιορκουμένους ὁμιλίας του. Τούς παρεκίνει νὰ ἀποθάνωσι κάλλιον θέτοντες τὸ πῦρ εἰς τὴν πυριταποθήκην, ἢ νὰ παραδοθῶσι· κατήντησε δὲ εἰς τοιοῦτον ἐνθουσιασμόν, ὥστε, ἀναβαίνων ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων καὶ ἐκτιθέμενος εἰς τὰς σφαίρας τῶν Αἰγυπτίων προσεκάλει αὐτοὺς εἰς μονομαχίαν· ὁ πολυθέλγητρος οὗτος νέος ὁμοιάζει ἐνταῦθα ἓν τῶν ἡρώων τοῦ Ὁμήρου τὸν Μενέλαον· ἠναγκάσθησαν λοιπὸν οἱ Ἕλληνες χάριν τῆς ζωῆς του νὰ τὸν κλείσουν τρεῖς ἡμέραις εἰς ἓν οἴκημα [Μίλιγγεν σελ. 315].»

(Ἡρωίς, Β’ 258-259, ὑποσημ. 2)

Μποροῦμε νὰ διακρίνουμε, βάσει τῶν ὑπογραμμισμένων ρηματικῶν τύπων, τὴν μετατόπιση ἀπὸ τὸ α’ πληθυντικὸ πρόσωπο στὸ γ’ ἐνικό, ἡ ὁποία ὁριοθετεῖ τὴν γνώση τοῦ συγγραφέως ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀναγνώστη, ἀφοῦ τὸ α’ πληθυντικὸ ἀσυνειδήτως εἰσάγει τὸν τελευταῖο στὴν νοητικὴ διαδικασία ἀντιλήψεως τοῦ πρώτου. Ἡ ἱστορικὴ γνώση τεκμηριώνεται μὲ τὴν κατάλληλη παραπομπὴ στὸ ἔργο ποὺ εἶχε ὑπ’ ὄψει ὁ συγγραφέας, ἀλλὰ παράλληλα ἀποτελεῖ δείκτη τῆς ἐπάρκειας τῆς γνώσης ποὺ παρέχεται μέσα σὲ ἕνα μυθ-ιστορικὸ περιβάλλον. Τὸ «ὡς γνωρίζομεν» προσδίδει κύρος στὰ ἀναφερόμενα ἀπὸ τὸν Ξένο καὶ πιστοποιεῖ τὴν ὀρθότητά τους.

Οἱ ὑποσημειώσεις μᾶς ὠθοῦν νὰ ἐντοπίσουμε τὸν ρόλο τοῦ συγγραφέως στὸ ἴδιο τὸ κείμενο. Ἀποκωδικοποιώντας τὴν λειτουργικότητα τῆς παρέμβασής του, ἀντιλαμβανόμαστε καὶ τὴν στοχοθεσία τῆς ὑποσημείωσης, ἡ ὁποία διευρύνει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν ἀναγνωστικὸ ὁρίζοντα καὶ πολλαπλασιάζει τὶς συναφεῖς προσδοκίες τοῦ ἀναγνώστη.

Καθίσταται λοιπὸν ἀντιληπτὸ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον πρὸς ποιόν ἀπευθύνεται ἡ ὑποσημείωση. Σὲ κείμενα κριτικοῦ χαρακτῆρος κατέχουν ἀποκλειστικὰ ἐπαληθευτικὸ καὶ τεκμηριωτικὸ ρόλο πιστοποιώντας τὶς ἀπόψεις τοῦ γράφοντος· καταχρηστικὰ δύναται νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι δὲν ἀπευθύνονται σὲ κανένα καὶ ὅτι ἁπλῶς ἀποτελοῦν μιὰ νοηματικὴ ἐπέκταση τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ ἀναπτύσσονται μέσα στὸ κείμενο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ ὑποσημειώσεις σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο συγκροτοῦν ἄμεση προσπάθεια ἐμπλοκῆς τοῦ ἀναγνώστη στὰ συμφραζόμενα. Οἱ ὑποσημειώσεις αὐτὲς εἶναι μέρος τοῦ κειμένου στὸ ὁποῖο ἀναφέρονται. Ὑπηρετοῦν τὸν σκοπὸ τοῦ συγγραφέως, ποὺ εἶναι ἡ παροχὴ ὀρθῶν λεπτομερειῶν περὶ διαφόρων ζητημάτων ποὺ προκύπτουν κατὰ τὴν ἀφήγηση. Στὴν Ἡρωίδα παρατηρεῖται ὅτι ἡ παράθεση πρωτογενοῦς ἱστορικοῦ ὑλικοῦ (ἐπιστολές, ἀναφορὲς κ.ἄ.) [10] ἐναρμονίζεται μὲ τὴν διάθεση τοῦ Ξένου νὰ πιστοποιήσει τὰ λεγόμενά του σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο ἐκτὸς τοῦ κειμένου: ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι οἱ ὑποσημειώσεις. Στὸ μυθιστόρημα πρωτεύει ὁ μύθος καὶ ὄχι τόσο ἡ ἱστορικὴ ἀνάλυση [11]. Ἡ ἐκλεκτικὴ παράθεση παντοειδῶν πληροφοριῶν στὸ περιθώριο τοῦ ἔργου (in margine) στηρίζει καὶ διαφυλάττει τὴν καθαυτὴ ἀφήγηση ἀπὸ τὸν πλατειασμὸ καὶ τὴν περιττολογία. Γιὰ νὰ διαφύγει αὐτὸν τὸν κίνδυνο, ἀκόμη καὶ στὸ πεδίο τῶν ὑποσημειώσεων, ὁ Ξένος προβαίνει σὲ σχοινοτενῆ σχολιασμὸ τῶν παρεχομένων πληροφοριῶν, ἀξιολογώντας τὰ πρόσωπα καὶ τὰ συγγράμματα στὰ ὁποῖα παραπέμπει:

«Ἀποφεύγομεν τὰς λεπτομερείας, διότι ἴσως ἠθέλαμεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐπικρίνωμεν τοῦ πατριωτικοτέρου καὶ φιλογενεστέρου ἀνδρὸς τὰς πράξεις· τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅστις ἐπλήρωσε, διὰ πολυχρονίου σκληρᾶς φυλακῆς, ἀρκούντως ἓν ἁπλοῦν στρατηγικὸν ἁμάρτημα. Καὶ ἴσως πώποτε ἡ ἱστορία μετὰ τοσαύτης εὐχαριστήσεως θέλει παριδεῖ καὶ λησμονήσει τοιαύτας σοβαρὰς συνεπείας, ὅσον εἰς τὸν βίον τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου. Ἐν τούτοις ἐνταῦθα παραθέτομέν τινας πολυτίμους σημειώσεις τοῦ Ἐξοχωτάτου Κ. Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου περὶ Καραβιᾶ· παραπέμπομεν δὲ τοὺς γράφοντας τὴν ἱστορίαν τῶν μερῶν τούτων εἰς δύο ἀξιόλογα Εὐρωπαϊκὰ συγγράμματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται οὐ μικραὶ τοπογραφικαὶ καὶ ἱστορικαὶ λεπτομέρειαι, δυνάμεναι νὰ συντελέσωσι τὰ μέγιστα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ συγγραφέως […] Ὁ Κ. Ῥεϊμπὼ ἦτο προσκολλημένος ἐναλλὰξ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κ. Α. Μαυροκορδάτου, ὅστις καὶ τὸν ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετ’ αὐτοῦ ἐκ Γαλλίας, ἔπειτα δὲ μετὰ τοῦ Ν. Βάμβα εἰς ἐκείνην τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντου εἰς Τριπολιτζᾶν, ὥστε δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι τὸ σύγγραμμά του γέμει πληροφοριῶν πιστοτάτων· οὖσαι δὲ αὗται γραφικώταται, εἶναι ἴσως τὸ πολυτιμότερον τῶν φιλελλήνων σύγγραμμα, ὅπερ μᾶς διασώζεται.»

(Ἡρωίς, τόμ. Α’ 216-217, ὑποσημ. 1)

Οἱ πληροφορίες εἶναι «γραφικώτατες» καὶ «πιστότατες», δηλαδὴ ἐκπληρώνουν τὰ ἀναγκαῖα κριτήρια γιὰ νὰ θεωρηθοῦν χρήσιμες γιὰ τὴν ἱστορικότητα τοῦ ἀφηγούμενου μύθου στὸ ἔργο. Ἡ παραπομπή, μετὰ σχολίων, σὲ ἱστορικὰ συγγράμματα μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν «κειμενικότητα» τοῦ ἔργου [12]. Ὡς ἀποτέλεσμα τῶν προηγουμένων διαθέτουμε στὴν οὐσία δύο κείμενα: αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ «πρωτότυπη» λογοτεχνικὴ ἐκδοχή, καὶ αὐτὴ ποὺ προκύπτει μετὰ τὴν πρόσθεση τῶν ὑποσημειώσεων ἱστορικοῦ περιεχομένου. Συνεπῶς, ἔχουμε τὸν μύθο καὶ τὴν «ἱστορικοποιημένη» μορφή του. Γενικῶς, ὁ ἀφηγητής-ἱστορικὸς εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὸ καθαυτὸ κείμενο ἀλλὰ καὶ στὶς ὑποσημειώσεις, οἱ ὁποῖες συμπληρώνουν τὴν γνώση ἢ τὶς ἀπόψεις τοῦ ἀφηγητῆ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν δημιουργοῦνται δύο personae, ἡ τοῦ ἀφηγητῆ καὶ ἡ τοῦ ἱστορικοῦ. Τὰ δύο αὐτὰ πρόσωπα τοῦ συγγραφέως προσπαθοῦν νὰ ἑλκύσουν τὸ ἐνδιαφέρον μας στὴν ἀκριβῆ λεπτομέρεια ποὺ συμβάλλει στὴν νοηματικὴ ἰσορροπία τῶν γραφομένων.

Κοντολογίς, ἀναφύεται μιὰ καινοφανὴς κατάσταση ὅπου ἐναλλάσσονται ἀφηγηματολογικὰ ἐπίπεδα μέσα στὴν Ἡρωίδα, γεγονὸς ποὺ ἐπηρεάζει, ἕως ἕνα βαθμό, τὴν εἰδολογικὴ ταυτότητα τοῦ ἔργου. Ἡ ρευστότητα αὐτὴ διακρίνεται στὴν ἰδιοτυπία τῶν ὑποσημειώσεων, οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν ὡς παρασελίδια σχόλια δίπλα στὸ κείμενο. Τὰ σχόλια τῶν ὑποσημειώσεων εὑρίσκονται σὲ παραλληλία μὲ τὸ χωρίο τοῦ κειμένου στὸ ὁποῖο ἀναφέρονται, ἀλλὰ καὶ ὑπερβαίνουν τὸ διαπραγματευόμενο θέμα, προσθέτοντας παραπάνω λεπτομέρειες ποὺ τὸ ἀποσαφηνίζουν καὶ τὸ καθιστοῦν εὐληπτότερο στὸν ἀναγνώστη. Ὁ ἀφηγηματολογικός τους χρόνος συνήθως διαφέρει ἀπὸ αὐτὸν τοῦ κειμένου, ἀφοῦ ἐντοπίζονται πολλαπλᾶ χρονικὰ ἐπίπεδα ἐξ ἐπόψεως ἀφηγηματολογικῆς διαστρωμάτωσης. Ὁ πλεονασμὸς τοῦ ἱστορικοῦ ἐνεστῶτος ἢ τοῦ ἀορίστου μᾶς ὁδηγεῖ περισσότερο πρὸς τὴν ἱστορικὴ πραγματεία παρὰ πρὸς τὸ λογοτέχνημα. Ἐπιπλέον, ἡ ἐπισώρευση πολλῶν ρηματικῶν τύπων στὸν ἀόριστο στὶς ὑποσημειώσεις δίδει τὴν ἐντύπωση ἐνεστῶτος:

«Οὗτος ὁ ἴδιος Οὐδρίσκης εἶναι ὅπου μὲ τὰς ἐπιστολάς του πρὸς τὸν Μίλωσιν, ἐμπόδισε τοὺς Σέρβους νὰ λάβουν τὰ ὅπλα καὶ ἐβίασε τοὺς πασάδες τῆς Σιλιστρίας καὶ Ῥουκτζουκιοῦ νὰ τρέξουν εἰς Βλαχίαν καὶ νὰ κατασφάξουν τόσον κόσμον. Ἴδε Laurençon, «Nouvelles Observations sur la Valachie,» Paris, 1822, σελ. 124.»

(Ἡρωίς, Α’ 224, ὑποσημ. 1)

Κατὰ κύριο λόγο οἱ ὑποσημειώσεις συνιστοῦν ἕνα διάλογο μὲ τὸν ἀναγνώστη σὲ θεωρητικὸ ἀλλὰ καὶ πρακτικὸ ἐπίπεδο. Πρῶτον, ἐνημερώνουν μὲ παραπομπὲς σὲ πολλὰ ἱστορικὰ ἔργα, μιὰ πάγια πρακτικὴ τοῦ φιλίστορος Στεφάνου Ξένου, καί, δεύτερον, ἀποτελοῦν τὸν δείκτη τῆς μεθοδολογίας τοῦ συγγραφέως, ὁ ὁποῖος σταχυολογεῖ διάφορες λεπτομέρειες, παραθέτει αὐτούσια ἀποσπάσματα ἢ σχολιάζει τὸ περιεχόμενο. Οἰκοδομεῖ τὴν διαλεκτικὴ σχέση ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν καὶ τὸν ἀναγνώστη του, ἐπιθυμώντας νὰ καταδείξει τὴν πληρότητα τῆς ἔρευνάς του, τὴν ὁποῖαν συνδυάζει μὲ τὴν δημιουργικὴ φαντασία [13] ἐπὶ τοῦ μύθου ποὺ ἐπέλεξε γιὰ νὰ ἀναπτύξει τὶς ἰδέες του καὶ τὸ προσωπικό του ὅραμα.

Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἔχει ὡς ἐπιστέγασμα τὸν ἱστορισμὸ τοῦ Ξένου: Ὁ ἱστορισμός του δὲν ἀφορμᾶτο ἀπὸ μίμηση στερεοτύπων, ἀλλὰ στηριζόταν στὴν ἔντονη ἐνασχόλησή του μὲ πρωτογενεῖς καὶ δευτερογενεῖς πηγές [14]. Ἔτσι ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ αὐτὸς στὴν ἱστοριοδιφικὴ ἔρευνα τοῦ συγγραφέως καὶ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἰδιότητα τοῦ «δεύτερου συγγραφέως», ὁ ὁποῖος ἐμπλέκεται ἀσυνειδήτως στὴν ἀνα-συγγραφὴ τοῦ κειμένου ποὺ ἔχει μπροστά του. Ἡ πληθώρα τῶν παραπομπῶν εἶναι μιὰ πρόσκληση-πρόκληση γιὰ αὐτὸν ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ προχωρήσει ἕνα βῆμα παραπέρα: Τὸ καθαυτὸ κείμενο τῆς Ἡρωίδος εἶναι ἕνα παλίμψηστο, στὸ ὁποῖο μπορεῖ κάποιος νὰ προσεγγίσει ἐκ νέου τὰ ἀφηγούμενα γεγονότα ἀφοῦ ἔχει μελετήσει πρῶτα τὴν παρεχόμενη ἀπὸ τὸν συγγραφέα βιβλιογραφία στὶς ὑποσημειώσεις του. Οἱ ὑποσημειώσεις εἶναι αὐτὲς ποὺ ὁρίζουν διακριτὰ τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ κειμένου καὶ τῶν πηγῶν.

Ἐν κατακλείδι, οἱ ὑποσημειώσεις συναιροῦν πολλὲς καὶ ποικίλες ἀφηγηματολογικὲς λειτουργίες [15]. Εἶναι σχόλια στὸ περιθώριο (marginalia), βιβλιογραφικὸς κατάλογος, ρυθμιστὴς ὕφους, ἀλλὰ καὶ πεδίο ἀνάπτυξης τοῦ αἰσθητικοῦ ὁράματος τοῦ συγγραφέως. Ὁ Στέφανος Ξένος, παραθέτοντας ἕνα μεγάλο ὄγκο ὑποσημειώσεων [16] στὴν Ἡρωίδα, ἐκπληρώνει ὅλες τὶς προειρημένες λειτουργίες, πλήττοντας ὅμως τὸν λογοτεχνικὸ χαρακτήρα τοῦ ἔργου του (στὴν ἐργασία μας ἀσχοληθήκαμε μόνον μὲ ἐνδεικτικὲς περιπτώσεις). Ὁ διάχυτος ἱστορισμὸς ποὺ διέπει τὴν Ἡρωίδα ἀποβαίνει εἰς βάρος τοῦ μύθου του, καταλήγοντας περισσότερο πρὸς τὴν ἱστορικὴ πραγματεία παρὰ πρὸς τὸ μυθιστόρημα. Δίδει τὴν ἐντύπωση ὅτι κινεῖται ἀνάμεσα στὴν Ἱστορία καὶ στὴν Λογοτεχνία [17], χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ἐμφανῆ ὅρια. Παρὰ ταῦτα, οἱ συχνὲς ἀποστροφὲς πρὸς τὸν ἀναγνώστη ἀλλὰ καὶ οἱ ἐναλλαγὲς τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς [18] καὶ τοῦ χρόνου τῶν ρηματικῶν τύπων στὶς ὑποσημειώσεις ἀποκαλύπτουν τὸν ρητορικὸ δεσμό τους μὲ τὸ «ἀξονικὸ» κείμενο καὶ τὴν συμπόρευσή τους, ἂν καὶ στὸ περιθώριο, μὲ τὴν ἀνάπτυξη καὶ ὠρίμανση τοῦ μύθου ποὺ ἀποτέλεσε τὴν ἀφόρμηση γιὰ τὸν συγγραφέα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Κάθε κείμενο ἐνσωματώνει διάφορα κείμενα μέσω τῆς ἐγκόλπωσης τῶν ὑποσημειώσεων, ὄντας ἀντικείμενο ψυχαναλυτικῆς καὶ λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Οἱ ὑποσημειώσεις λοιπὸν εἶναι ἕνα αὐτόνομο διακείμενο τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάπτυξη καὶ σχολιασμὸς ἐπισφραγίζει τὸν δεσμὸ τοῦ κειμένου καὶ τῶν παρα-κειμενικῶν σημείων.

2. Βλ. E. J. Maloney, Footnotes in fiction: A rhetorical approach, [διδ. διατρ.], Ohio State University 2005, 17.

3. Παραπέμπουμε στὴν ἑξῆς ἔκδοση: Ξένος Στ., Ἡ Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπιμ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 1988, ττ. Α’-Β’.

4. Ἔτσι καταδεικνύεται ἡ κοινωνικὴ ἑτερογένεια μεταξὺ τῶν δύο. Βλ. M. M. Bahtin, «Forms of Time and of the Chronotope in the Novel: Notes toward a Historical Poetics», στό: B. Richardson, J. Phalen, P. Rabinowitz (eds.), Narrative Dynamics: Essays on Time, Plot, Closure, and Frames, Ohio State University Press 2002, 15.

5. Βλ. M. McKeon, Theory of the Novel: A Historical Approach, JHU Press, 2000, xviii.

6. Γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Στ. Ξένου, βλ. «Στέφανος Ξένος», Ἡ παλαιότερη πεζογραφία μας. Ἀπὸ τὶς
ἀρχὲς ὡς τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόμ. 4, ἐπιμ. Ν. Βαγενᾶς, Ἀθήνα 1996, 378-400.

7. Βλ. L. Feuchtwanger, « Notes on the Historical Novel», Books Abroad 22 (1948), 346.

8. Παρομοίως μὲ τὴν Ἡρωίδα, τὸ μυθιστόρημα τοῦ Στ. Ξένου Ἀλῆ πασσᾶς εἶναι ἐπιβαρυμένο μὲ ὑποσημειώσεις.

9. Ὁ φόρτος τῶν ὑποσημειώσεων ἴσως δικαιολογεῖ καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ ὡς «ἐγκυκλοπαιδικοῦ μυθιστορήματος». Βλ. Χασιώτη, Ὁ Στέφανος Ξένος, 315.

10. Ἀπὸ τὴν μελέτη τῶν παραπομπῶν καὶ τῶν ὑποσημειώσεων ποὺ συνοδεύουν τὸ κείμενο τῆς Ἡρωΐδος διαπιστώνεται ὅτι ὁ Στέφανος Ξένος χρησιμοποιεῖ ἐκτενέστατα μαρτυρίες, ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις καὶ ἀπομνημονεύματα ξένων περιηγητῶν ποὺ ἐπισκέφθηκαν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ἀλλὰ καὶ σὲ προγενέστερες ἢ μεταγενέστερες χρονικὲς περιόδους.

11. Αὐτὸ συμβαίνει διότι ὁ συγγραφέας προσφεύγει στὴν μυθοπλασία προκειμένου νὰ ζωντανέψει τὰ ἱστορικὰ πρόσωπα. Βλ. Β. Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, Ὁ Στέφανος Ξένος (1821-1894) καὶ ὁ Βρεττανικὸς Ἀστήρ, [διδ. διατρ.], Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμῆμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 2003, 301.

12. Βλ. Amy J. Elias, «Faithful Historicism and Philosophical Semi-Retirement», στό: A. Dunn and Thomas F. Haddox (eds.), The Limits of Literary Historicism, University of Tennessee 2011, 41.

13. Βλ. Ζέφ. Καυκαλίδης, Στέφανος Ξένος: Σκηνὲς ἀπὸ τὸ δράμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, 1821-1894, Ἀθήνα 1998, 542.· Ἐπίσης, Β. Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, «Τὰ κατάλοιπα τοῦ Στεφάνου Ξένου», Ἐπιστ. Ἑπετ. Φιλοσ. Σχολῆς Ἀριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης 20 (1981), 455-481.

14. Ἡ Χασιώτη ἀναφέρει: «Ὁ ἱστορισμὸς τοῦ Ξένου δὲν ξεκινοῦσε ἀπὸ ἁπλῆ μίμηση στερεοτύπων ἢ ἀπὸ ἐπιφανειακὲς ἐπιδράσεις· στηριζόταν στὴ συστηματικὴ ἐνασχόλησή του μὲ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, καὶ μάλιστα καὶ στὰ δυο της ἐπίπεδα: στὶς πρωτογενεῖς πηγές, ποὺ τὶς ἀναζητοῦσε σὲ οἰκογενειακὰ κυρίως ἀρχεῖα, ξεκινώντας ἀπὸ τὰ δικά του, καὶ στὴ διαθέσιμη στὰ χρόνια του ἱστορικὴ βιβλιογραφία, ἑλληνικὴ καὶ ξένη. Αὐτὸ φαίνεται καταρχὴν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν παραπομπῶν ποὺ συναντᾶ ὁ ἀναγνώστης σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ δημοσιεύματά του, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τόσο δημοσιευμένες πηγὲς ὅσο καὶ βοηθήματα, ἀλλὰ καὶ ἀνέκδοτες ἢ ἀκόμα καὶ προφορικὲς μαρτυρίες. Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν τάση αὐτὴ τοῦ Ξένου θὰ πρέπει, κατὰ τὴ γνώμη μου, νὰ λάβουμε ὑπόψη τὴν ἔλλειψη τότε ἐπαρκοῦς γνώσης γιὰ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ γεγονότα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται.» Ὁ Στέφανος Ξένος, 227.

15. Βλ. S. Benstock, «At the Margin of Discourse: Footnotes in the Fictional Text», PMLA 98 (1983), 219-220.

16. Ὁ μεγάλος ὄγκος τῶν ὑποσημειώσεων συμβάλλει στὴν ἐμπέδωση τοῦ διακειμενικοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἔργου.

17. Βλ. Μ. Παπασπήλιου, Φύλο καὶ ἐθνοηρωίδες στὴ λογοτεχνία τῶν ρομαντικῶν χρόνων, [διδ. διατρ.], Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων, Τμῆμα Φιλολογίας, Ἰωάννινα 2013, 111.· Κάποιες φορὲς Ἱστορία καὶ Λογοτεχνία ταυτίζονται. Βλ. R. Mayer, «The Illogical Status of Novelistic Discourse: Scott’s Footnotes for The Waverley Novels», ELH 66 (1999), 931.

18. Βλ. R. Munson and C. Willan, «The Children of New Historicism: Literary Scholarship, Professionalization, and the Will to Publish», στό: A. Dunn and Thomas F. Haddox (eds.), The Limits of Literary Historicism, University of Tennessee 2011, 15.

 

Βιβλιογραφικὲς ἀναφορὲς

Bahtin M. M., «Forms of Time and of the Chronotope in the Novel: Notes toward a Historical Poetics», στό: B. Richardson, J. Phalen, P. Rabinowitz (eds.), Narrative Dynamics: Essays on Time, Plot, Closure, and Frames, Ohio State University Press 2002, 15-24.

Benstock S., «At the Margin of Discourse: Footnotes in the Fictional Text», PMLA 98 (1983), 204-225.

ELH, English Literary History.

Elias A. J., «Faithful Historicism and Philosophical Semi-Retirement», στό: A. Dunn and Thomas F. Haddox (eds.), The Limits of Literary Historicism, University of Tennessee 2011, 29-56.

Feuchtwanger L., «Notes on the Historical Novel», Books Abroad 22 (1948), 345-347.

Maloney E. J., Footnotes in fiction: A rhetorical approach, [διδ. διατρ.], Ohio State University 2005.

Mayer R., «The Illogical Status of Novelistic Discourse: Scott’s Footnotes for The Waverley Novels», ELH 66 (1999), 911-937.

McKeon M., Theory of the Novel: A Historical Approach, JHU Press 2000.

Munson R. and C. Willan, «The Children of New Historicism: Literary Scholarship, Professionalization, and the Will to Publish», στό: A. Dunn and Thomas F. Haddox (eds.), The Limits of Literary Historicism, University of Tennessee 2011, 9-28.

PMLA, Publications Modern Language Association.

Καυκαλίδης Ζέφ., Στέφανος Ξένος: Σκηνὲς ἀπὸ τὸ δράμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, 1821-1894, Ἀθήνα 1998,

Ξένος Στ., Ἡ Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπιμ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 1988, ττ. Α’-Β’.

Παπασπήλιου Μ., Φύλο καὶ ἐθνοηρωίδες στὴ λογοτεχνία τῶν ρομαντικῶν χρόνων, [διδ. διατρ.], Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων, Τμῆμα Φιλολογίας, Ἰωάννινα 2013.

Χατζηγεωργίου-Χασιώτη Β., «Στέφανος Ξένος», Ἡ παλαιότερη πεζογραφία μας. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ὡς τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόμ. 4, ἐπιμ. Ν. Βαγενᾶς, Ἀθήνα 1996, 378-400.

______________________, «Τὰ κατάλοιπα τοῦ Στεφάνου Ξένου», Ἐπιστ. Ἑπετ. Φιλοσ. Σχολῆς Ἀριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης 20 (1981), 455-481.

______________________, Ὁ Στέφανος Ξένος (1821-1894) καὶ ὁ Βρεττανικὸς Ἀστήρ, [διδ. διατρ.], Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμῆμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 2003.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly