frear

Χάνα Άρεντ: Η ιστορική αφήγηση ως πολιτική πράξη – του Θοδωρή Μπόνη

Ο πλουραλισμός είναι η συνθήκη που ανταποκρίνεται στην πράξη. Δεν υπάρχει πράξη και πολιτική ζωή αν δεν είναι παρόντα παραπάνω από ένα άτομα. Παράλληλα, οι άνθρωποι μπορούν να εργάζονται μοναχικά αλλά δεν μπορούν έτσι να αντιληφθούν τα ιδιαιτέρως ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους [1]. Η πράξη, από την άλλη πλευρά, θα ήταν «μια αχρείαστη πολυτέλεια, μια άστατη παρεμβολή στους γενικούς νόμους συμπεριφοράς, αν οι άνθρωποι ήταν διαρκώς αναπαραγόμενες επαναλήψεις του ίδιου προτύπου, του οποίου η φύση και η ουσία θα ήταν η ίδια για όλους και τόσο προβλέψιμη όσο η φύση και η ουσία οποιουδήποτε άλλου πράγματος. Ο πλουραλισμός είναι η συνθήκη της ανθρώπινης πράξης, επειδή είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή ανθρώπινοι, με τέτοιον τρόπο ώστε κανείς δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλον που έζησε, ζει, ή θα ζήσει» [2].

Η ζωή, ωστόσο, του μαρξικού animal laborans δεν περιέχει, για την Άρεντ, στη σύγχρονη εποχή καμία αναφορά στον Άλλον. Η ανθρώπινη ζωή εντοπίζεται στο διάστημα ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο. Στον χωροχρόνο αυτό παρέχεται η δυνατότητα δημιουργίας ιστορίας και η συμμετοχή της ετερότητας σε αυτή μέσω της αφήγησης. Πρόκειται για ένα συγκοινωνείν μέσα από γεγονότα που μπορούν να ειπωθούν ως ιστορία και να δημιουργήσουν μια βιογραφία. Μόνο με το να μοιραζόμαστε με άλλους –μια ιστορία– δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ανάδειξης της ιδιαίτερης φύσης της ανθρώπινης ζωής. Επηρεασμένη από τη «θέληση για δύναμη» του Νίτσε ως επιθυμία για ζωή, πίστευε πως η αφήγηση ως πράξη και η πράξη ως αφήγηση είναι οι μοναδικοί παράγοντες που συμμετέχουν στις πιο ιδιαίτερα ανθρώπινες πτυχές της ζωής. Η αριστοτελικής καταγωγής αντίληψη αυτή αναβαθμίζει την ιστορική αφήγηση ως συστατικό στοιχείο για τη ζωή της πόλης, καθώς μετατρέπει την τελευταία σε πολιτική ζωή [3]. Πρόθεση της Άρεντ είναι η κατασκευή μιας αφήγησης που θα κατευθύνεται στην ηθική αποτίμηση συγκεκριμένων γεγονότων και μέσα από την επιλογή σχετικών πτυχών της ιστορικής πραγματικότητας θα δίνει έκφραση στο είδος της διαμόρφωσης της πορείας της σκέψης, πολιτικών αντιλήψεων και θεσμών που προσδίδει νόημα σε μια ιστορική περίοδο. Ο εμβληματικός στόχος εδώ είναι «να καταστήσει κατανοητό ακόμα και το ασύνηθες» [4].

Η Άρεντ εκτιμά ότι η αφήγηση έχει μεγαλύτερη αξία από τη φιλοσοφική σκέψη λόγω της μέριμνάς της για τη μοναδική φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Σε αντίθεση με απόλυτες ιδέες περί αλήθειας, η προσοχή της Άρεντ στρέφεται προς έναν καινούργιο τρόπο κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στην εαυτότητα, την κοινότητα στην οποία βρίσκεται, και τον υπόλοιπο κόσμο. Η απόληξη της σκέψης της αναδεικνύει τη λογοτεχνία ως μία υψίστης σημασίας διέξοδο από τη φιλοσοφική παράδοση [5]. Τα γεγονότα που συντελέστηκαν στη ναζιστική Γερμανία και στη σταλινική Σοβιετική Ένωση δεν είχαν ιστορικό προηγούμενο και ανθίστανται σε κάθε απόπειρα κατανόησής τους. Κατά την Άρεντ, η κατανόηση του ολοκληρωτισμού μέσω της κλασικής πολιτικής αντίληψης που έχουμε για την τυραννία διαστρεβλώνει το νόημα των νεωτερικών χαρακτηριστικών του [6]. Απέναντι στην κυριαρχική τάση των ολοκληρωτικών καθεστώτων η Άρεντ αντιπαραθέτει τα απελπισμένα θύματά τους που υφίστανται την απάθειά τους:

«Αυτοί οι άνθρωποι που δεν μπορούν να συνδιαμορφώσουν τις ιστορικές εξελίξεις, αλλά απλά τις υφίστανται, τείνουν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως θύματα συντριπτικών, απάνθρωπων και δίχως νοήματος γεγονότων και τείνουν να σταυρώνουν τα χέρια τους περιμένοντας για θαύματα που δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ».[7]

Η χρησιμότητα της αφήγησης εντοπίζεται σε περιπτώσεις αρνητικών γεγονότων που δεν είναι εύκολο να τα κατανοήσει ή να τα φανταστεί κάποιος, ειδικά από τη στιγμή που δεν τα έχει βιώσει προσωπικά. Ανθρώπινες τραγωδίες και τραυματικές εμπειρίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της αφήγησης [8], η συμβολή της οποίας φανερώνεται στη σκέψη του Πρίμο Λέβι ως μία αναδρομική πράξη αντίστασης ενάντια στην ανθρώπινη υποβάθμιση και την οικονομική σκλαβιά που κυριαρχούν στα στρατόπεδα εξόντωσης [9]. Η Άρεντ φαντάστηκε πως το έργο της Το Ολοκληρωτικό Σύστημα και η αφήγηση της ιστορίας του ολοκληρωτισμού σε αυτό θα λειτουργούσε όχι μόνο ως μία πράξη αντίστασης, αλλά κι ως οδηγός για να μάθουν οι αναγνώστες του πως θα αναγνωρίσουν τα καινοφανή στοιχεία των ολοκληρωτικών καθεστώτων και τους λόγους που καθιστούν προβληματική τη συστηματική τους κατανόηση. Η αφήγηση ιστοριών αποτελεί μία δημιουργική και δυναμική δραστηριότητα που κάνουμε στην καθημερινότητά μας και έρχεται σε αντίθεση με στατικά διανοητικά μοντέλα κατανόησης που κληρονομούμε από θεωρίες της δυτικής κουλτούρας. Συν τοις άλλοις, δρα αυτοαναφορικά καθώς παρουσιάζεται ως παραδοσιακή μέθοδος των διαφορετικών πολιτισμών να κατανοήσουν τον εαυτό τους. Ένα ευρύ ακροατήριο μπορεί να επικοινωνήσει μία σειρά από γεγονότα και να τα γνωστοποιήσει στο σύνολο της κοινότητας, η οποία με τη σειρά της έχει τη δυνατότητα να τα κρίνει. Η διαδικασία αυτή προκρίνει, σύμφωνα με την Άρεντ, την ελεύθερη σκέψη που είναι εφικτή ως δραστηριότητα μόνο όταν αποτείνεται στον Άλλο. Αντίθετα, η φιλοσοφία τείνει να απομονώνεται από τη δημόσια σφαίρα προς τη μοναχική ενατένιση. Η Άρεντ ασκεί έντονη κριτική στη δυτική παράδοση της θεωρίας και στην αναζήτησή της για τη φύση της πολιτικής εστιάζει στους πρωτεργάτες της παράδοσης αυτής: στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Υποστηρίζει πως αντιμετωπίζουν την πολιτική με απορριπτική διάθεση, ως ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν και όχι ως ένα αναγκαίο πεδίο διαλόγου και πειθούς [10]. Όταν η φιλοσοφία συλλαμβάνει την αλήθεια και την επικοινωνία ως ένα και το αυτό, αναδεικνύει τον πρακτικό χαρακτήρα της σκέψης, η οποία γίνεται ένα είδος εξάσκησης μεταξύ ανθρώπων και όχι απλή ενατένιση από μεμονωμένα άτομα [11].

Επηρεάζεται πάντως από τον Αριστοτέλη, ο οποίος προσδιορίζει την εργασία στα Πολιτικά ως την δραστηριότητα με την οποία «σκλάβοι και ήμερα ζώα υπηρετούν με τα σώματά τους τις αναγκαιότητες της ζωής» [12] ενώ, παράλληλα, διατείνεται ότι όσο θα υπάρχει σωματικός μόχθος αυτού του είδους, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας αληθινής δημόσιας σφαίρας, αλλά μόνο ιδιωτικές δραστηριότητες που επιδεικνύονται ανοιχτά [13]. Η εργασία έχει ως αποτέλεσμα τον εγκλεισμό του ατόμου μέσα στον ίδιο του τον εαυτό [14], ενώ η σύγχρονη κοινωνία δεν προέκυψε από τη χειραφέτηση των εργατικών τάξεων, αλλά από τη χειραφέτηση της ίδιας της εργασιακής δραστηριότητας [15]. Η χειραφέτηση αυτή σηματοδοτεί την απελευθέρωση της εργασίας από τα του οίκου, κατά Αριστοτέλη, και γι’ αυτό η Άρεντ θεωρεί πως στις σύγχρονες κοινωνίες η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι εργάτες με βάση τον παραπάνω προσδιορισμό της Άρεντ για την εργασία. Οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες διαμορφώνονται μέσα από ένα κυριαρχικό πρότυπο συνεχούς ικανοποίησης ατομικών αναγκών και η ζωή των περισσότερων ανθρώπων χαρακτηρίζεται από δυσαρέσκεια και μοναξιά, καθώς χωρίζεται σε δύο μέρη: Πρώτον, στην εργασία –παραγωγή εμπορευμάτων– και δεύτερον, στην ιδιωτική κατανάλωση εμπορευμάτων δίχως να καθίσταται δυνατή η συμμετοχή τους στη δημόσια ζωή [16]. Εργασία και κατανάλωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους αποτελώντας δύο στάδια του επαναλαμβανόμενου κύκλου της βιολογικής ζωής. Ο κύκλος αυτός χρειάζεται να διατηρείται μέσω της κατανάλωσης και η δραστηριότητα που παρέχει τα μέσα της κατανάλωσης είναι η εργασία [17]. Στον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της εργασίας η Άρεντ αντιπαραβάλλει την αξία της πνευματικής εργασίας, η οποία απορροφήθηκε από την πρώτη στη σύγχρονη κοινωνία. Πρεσβεύει τη μεγάλη αξία της πνευματικής εργασίας ως ίδιον της ανθρώπινης δραστηριότητας με τη μορφή του έργου τέχνης, το οποίο προσφέρει την πιθανότητα στους ανθρώπους να φανταστούν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής που ούτε θεμελιώνεται στη μοναξιά και τη δυστυχία ούτε χρησιμοποιεί ως φυσικό μέσο τον εργάτη-καταναλωτή [18].

Όσον αφορά τον Καντ, αντίθετα, η θέση της Άρεντ είναι πως η πραγματεία του περί αισθητικών κρίσεων έθεσε ζητήματα πολιτικής φιλοσοφίας ενώ η θεωρία του για το ωραίο φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ερωτήματα που αφορούν το κοινωνικό [19]:

«Το όμορφο μας ενδιαφέρει μόνο όταν είμαστε μέλη μιας κοινωνίας… Ένας απομονωμένος άνθρωπος δεν κοσμεί ούτε την καλύβα ούτε το άτομό του… Κάποιος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος με ένα αντικείμενο, αν δεν μπορεί να νιώσει την από κοινού ικανοποίηση με άλλους». [20]

Η Άρεντ υιοθετεί την αντίληψη του Καντ ότι το ζήτημα της ομορφιάς στη ζωγραφική, την ποίηση, τη μουσική δεν περιορίζει τη γνώση μας γύρω από την τέχνη, αλλά επεκτείνεται και στην κοινωνικότητα του ανθρώπου. Η κριτική ικανότητα στην τέχνη συνδέεται με αυτό που η Άρεντ ονομάζει «φαντασία», η οποία αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο για την εκτίμηση καλλιτεχνικών έργων και τη διαμόρφωση κοινωνικής ταυτότητας. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς παρουσιάζεται ο κόσμος υπό την οπτική γωνία των άλλων. Αυτή την έλλειψη φαντασίας είναι που εντοπίζει στην περίπτωση της δίκης του Άιχμαν, καθώς εκείνος αρκέστηκε στην αναφορά των δυσκολιών που δεν αντιμετωπίστηκαν με καμία συμπάθεια [21], όπως αναφορικά με τη μη προαγωγή του στον βαθμό του υπολοχαγού. Η Δανή συγγραφέας Κάρεν Μπλίξεν τόνισε πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ιστορίες, γεγονότα και παράξενα συμβάντα που περιμένουν να ειπωθούν και ο λόγος που δεν λέγονται είναι η έλλειψη φαντασίας. Αν η ζωή δεν επαναλαμβάνεται στη φαντασία, η έλλειψη αυτή μας αποτρέπει από το να υπάρχουμε [22]. Σύμφωνα με τον Καντ, η ικανότητα της κρίσης προϋποθέτει την παρουσία των άλλων [23], ενώ συμβάλλει έτσι ώστε το άτομο να υπερνικήσει τον εγωισμό του, να μην περιορίζεται στην εαυτότητά του, αλλά να απαρνιέται τον εαυτό του για χάρη τους [24]. Μία αξιοσημείωτη προσέγγιση της κοινωνικής διάστασης της καντιανής θεωρίας για την κρίση επιχειρεί ο Τέρι Ίγκλετον:

«Στη σφαίρα της αισθητικής κουλτούρας μπορούμε να βιώσουμε την ανθρωπότητα με όλη την αμεσότητα μιας απόκρισης για έναν ωραίο πίνακα ζωγραφικής ή μια θαυμάσια μουσική συμφωνία. Παραδόξως, μέσα από τις πιο ιδιωτικές, εύθραυστες και απροσδιόριστες πτυχές της ζωής μας είναι που ταιριάζουμε πιο αρμονικά ο ένας με τον άλλον». [25]

Η Άρεντ κατανόησε τον κόσμο ως έναν δημόσιο και πολιτικά προσδιορισμένο χώρο όπου οι άνθρωποι μοιράζονται ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Επισημαίνει ότι η ανθρώπινη ζωή είναι περιορισμένη, καθώς προσδιορίζεται από δύο θεμελιώδη γεγονότα: Την αρχή της ζωής με τη γέννηση και το τέλος της με τον θάνατο. Τα δύο αυτά γεγονότα θέτουν όρια στη ζωή ενώ, ταυτόχρονα, τη νοηματοδοτούν. Η ιστορία μιας ανθρώπινης ζωής όμως δεν δύναται να ειπωθεί από το άτομο που τη βίωσε. Η εξιστόρηση μιας βιογραφίας, αντίθετα, εναπόκειται στους ανθρώπους που βίωσαν τον θάνατό του και γνωρίζουν τη ζωή του στο σύνολό της. Το νόημα μιας ανθρώπινης ζωής είναι με αυτόν τον τρόπο διαθέσιμο στην κοινότητα που «διέσωσε» τον θάνατο του πρωταγωνιστή της. Η Άρεντ καταδεικνύει έτσι την εξάρτηση του ατομικού από το συλλογικό, το οποίο είναι η αληθινή πηγή του νοήματος [26]. Παρόλα αυτά, επισημαίνει τη σύγχρονη τάση του ανθρώπου να απομακρύνεται από τον υπόλοιπο κόσμο εντοπίζοντάς τη ιστορικά σε αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές σκέψεις, στη θεολογική οπτική του Μεσαίωνα και μετέπειτα στις τέχνες κατά την περίοδο του Ρομαντισμού που προλείαιναν το έδαφος για την πραγματική απομόνωσή του τον εικοστό αιώνα. Η τεχνολογική πρόοδος, καθώς και οι μαζικές κουλτούρες του καταναλωτισμού και του κομφορισμού εντός του καπιταλιστικού συστήματος, ενέτειναν τη στροφή προς τον εσώτερο εαυτό [27].

Μπορούμε, επομένως, να αντιληφθούμε την ανθρώπινη ζωή ως πολιτική πράξη που μας αποκαλύπτεται μέσω της γλώσσας και της ιστορίας [28]. Η γλώσσα αποτελεί το υλικό της ποίησης ως διαδικασία παραγωγής, η οποία αναδεικνύεται για την Άρεντ η πιο «ανθρώπινη» από τις τέχνες, συμπυκνωμένη και μετατρεπόμενη σε μνήμη [29]. Η ανάμνηση μιας πράξης, η μαρτυρία της και η αφηγηματική ικανότητα είναι αυτές που την καθιστούν όμορφη ή σπουδαία μέσα σε μία πόλη, η οποία θα είναι παραγωγική στην οργάνωση της ιστορίας της εάν υπάρχουν ακροατές-θεατές ικανοί να σκέφτονται και να αξιολογούν τις πράξεις των άλλων. Παρόλα αυτά, η Άρεντ ανησυχεί για την απόσταση που χωρίζει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης με τη σύγχρονη κουλτούρα που έχει αφεθεί στη λήθη, στην τάση της να μην επεξεργάζεται νοητικά μία πράξη, αλλά ούτε και να μεταβιβάζει το νόημά της [30]. Η ανθρώπινη πράξη, μας λέει η Άρεντ, όπως όλα τα αυστηρώς πολιτικά φαινόμενα, είναι δεμένη με την ανθρώπινη πολλαπλότητα ως θεμελιώδη συνθήκη για την ανθρώπινη ζωή σε έναν κόσμο που συνεχώς υποδέχεται νεοφερμένους ανθρώπους, οι πράξεις των οποίων δεν μπορούν να προβλεφθούν από αυτούς που βρίσκονται ήδη στον κόσμο και επρόκειτο να τον αφήσουν πιο σύντομα. Η σημασία, επομένως, της ιστορικής αφήγησης συνίσταται στην ενσωμάτωση λέξεων και πράξεων, είναι η μνήμη της πράξης ως η ανανεωμένη γέννηση που αποκτά οντολογική δυναμική μέσα από το ίδιο το γεγονός της γέννησης [31].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Elisabeth Young-Bruehl, Hannah Arendt: For Love of the World, Νέα Υόρκη, Yale University Press, 1982, σ. 319.

2. Hannah Arendt, The Human Condition, Σικάγο, Chicago University Press, 1998, σ. 8.

3. Julia Kristeva, Hanna Arendt, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 2001, σ. 41.

4. Jerome Brunet, Acts of Meaning, Κέιμπριτζ, MA, 1990, σ. 52.

5. Simon Swift, Hannah Arendt, Νέα Υόρκη, Routledge, 2009, σ. 1.

6. Ό.π., σ. 3.

7. Hanna Arendt, The Jewish Writings, Νέα Υόρκη, Schocken Books, 2007, σ. 241.

8. Simon Swift, Hannah Arendt, ό.π, σ. 4.

9. Ό.π., σ. 5.

10. Ό.π., σ. 6-7.

11. Hannah Arendt, Men in Dark Times, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace & World, 1968, σ. 86.

12. Hanna Arendt, Human Condition, σ. 80.

13. Ό.π., σ. 134.

14. Ό.π., σ. 168.

15. Ό.π., σ. 126.

16. Simon Swift, Hannah Arendt, ό.π., σ. 65-66.

17. Hanna Arendt, Human Condition, ό.π., σ. 99.

18. Simon Swift, Hannah Arendt, ό.π., σ. 67.

19. Ό.π., σ. 75.

20. Hannah Arendt, Lectures on Kant’s Political Philosophy, Σικάγο, University of Chicago Press, 1992, σ. 67.

21. Simon Swift, Hannah Arendt, ό.π., σ. 76.

22. Hannah Arendt, Men in Dark Times, ό.π., σ. 97.

23. Hannah Arendt, Lectures on Kant’s Political Philosophy, ό.π., σ. 74.

24. Ό.π., σ. 67.

25. Terry Eagleton, The Ideology of the Aesthetic, Οξφόρδη, Blackwell, 1990, σ. 76.

26. Simon Swift, Hannah Arendt, ό.π., σ. 28.

27. Ό.π., σ. 30.

28. Julia Kristeva, Hanna Arendt, ό.π., σ. 69.

29. Ό.π., σ. 71.

30. Ό.π., σ. 72-73.

31. Ό.π., σ. 74.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter