frear

Τότε, στα γενέθλια – της Πατρίτσιας Αϊβαλή

Το απέναντι σπίτι επιπλέει σε ανυπαρξία πάνω σ’ έναν ξεχορταριασμένο κήπο, που βγαίνει υπερυψωμένος μέχρι τον δρόμο.

Κάθε εννέα Απριλίου οι ετοιμασίες για τα γενέθλια του μικρού γιου ξεκινάνε από την προηγούμενη. Καθαρίζουν το σπίτι, στολίζουν τις αλέες με άσπρα τριαντάφυλλα και σκορπίζουν στο δρόμο γλάστρες με άσπρους πανσέδες σε σχήμα καρδιάς. Στην κουζίνα δουλεύουν τα ταψιά και οι κατσαρόλες, ο φούρνος ιδρώνει και, λερωμένοι με αλεύρια και ψήγματα φαγητού, οι μάγειροι ξεκουράζονται καπνίζοντας στα παράθυρα.

Ανήμερα φορούν τα καινούργια, ο γιος κάθεται με το κουστούμι ανέκφραστος κι ατενίζουν με σοκολατάκια την εξώπορτα, περιμένοντας τους καλεσμένους. Ίδιοι και απαράλλαχτοι κάθε χρόνο: η στενή οικογένεια, οι συγγενείς που ταξιδεύουν μέρες απ’ τις γωνιές του κόσμου, η γειτονιά εκεί, ο παπάς, ο δήμαρχος, οι αρχές της πόλης.

Στις έντεκα το πρωί, στις παρατεταγμένες καρέκλες του κήπου, παρακολουθούν τον παπά που πάνω σε πρόχειρο βάθρο τελεί μια υποτιθέμενη λειτουργία, κάνουν τον σταυρό τους με χέρια που κουδουνίζουν και τελειώνουν μ’ ένα «αμήν» ‒αχός μέσα στην ησυχία– αν βρέχει κρατούν γαλάζιες ομπρέλες. Ύστερα, παρελαύνουν στην πρώτη σειρά όπου κάθεται το ζευγάρι με την κόρη και τον γιο –σιωπηλός, σαν ενοχλημένος, παρόλο που στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένο χαμόγελο ευτυχίας– κι αναφωνούν γενέθλιες ευχές.

Προηγείται το φαγητό ‒το ποτό στο χέρι‒, ακολουθούν συζητήσεις, γέλια, φασαρία, διαπιστώσεις και κουτσομπολιά φρέσκα, τρελός χορός με συνοδεία μουσικών. Στα διαλείμματα του κεφιού, οι καλεσμένοι δίνουν τα δώρα τους στον γιο, τον φιλάνε σταυρωτά στο μάγουλο φωνάζοντας ευχές κι εκείνος ατάραχος, με το ατσαλάκωτο κουστούμι και τα καλογυαλισμένα παπούτσια. Μοιάζει να τα βαριέται έτσι που επαναλαμβάνονται όλα κάθε χρόνο με την ίδια σειρά, χωρίς τίποτα να προσθέτει καινούργιες εικόνες.

Μόλις πέσει η ψύχρα του απογεύματος, οι καλεσμένοι αρχίζουν ν’ αποχωρούν με τις ευχές και τις ευχαριστίες κολλημένες στο στόμα τους. Οι άστεγοι μπαίνουν στον κήπο και παίρνουν τα φαγητά που περίσσεψαν, στην κουζίνα πλένουν τα χρησιμοποιημένα σερβίτσια, τα ξεραμένα λουλούδια πετάγονται στον σκουπιδοτενεκέ. Ο γιος μαζί με την καρέκλα του κατεβαίνει στην αποθήκη. Τον σκεπάζουν τρυφερά με το βελούδινο κάλυμμα στη θέση κάτω απ’ το μικρό παράθυρο. Μ’ ένα φιλί ανακατεμένο μ’ αγκαλιά, τον αφήνουν να περιμένει τα επόμενα γενέθλια.

Εκτός αν ‒εν τω μεταξύ‒ σπάσει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Masao Yamamoto.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter