Τίποτα δεν ακουγόταν· ούτε η φωνή τους δεν έβγαινε, αφού την είχαν καταπιεί απ’ τη ζέστη. Άρχισε να βρέχει. Δροσίστηκαν και ήπιαν νερό. Μιλούσαν μεταξύ τους για το πόσο ευλογημένοι ένιωσαν με την τύχη τους. Η βροχή, τότε, μετατράπηκε σε κύμα πελώριο, έτοιμο να τους καταπιεί. Μια φωνή ακούστηκε παντού –απροσδιόριστο από πού ακριβώς ερχόταν. «Μπορείτε να αλλάξετε;» τους ρώτησε, κι εκείνοι έκπληκτοι αποκρίθηκαν: Τα πάντα, εκτός από τη φωνή μας, εσείς;

Το κύμα έμεινε ασάλευτο σαν πάγος. Αναζήτησαν τρόπο να σπάσουν μερικά κομμάτια, να φάνε τα παγάκια. Η κορυφή του, πιο κοντά στον ήλιο, το έκανε να λιώνει και οι σταγόνες τούς δρόσιζαν όσο εργάζονταν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Michael Seif.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.