frear

Θουκυδίδου Περικλέους Επιτάφιος στην Οικία Κατακουζηνού – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Θουκυδίδου Περικλέους Επιτάφιος

Από τον Δήμο Αβδελιώδη και την Ηωάννα Σπανού

Ο Δήμος Αβδελιώδης, συνεχίζοντας την πολύχρονη ενασχόλησή του με τις «αναγνώσεις»-απαγγελίες-διασκευές- ερμηνείες σημαντικών έργων της ελληνικής Γραμματείας, ανάμεσα στις άλλες επιτυχίες του – Το αμάρτημα της μητρός μου και Το μόνον της ζωής του Ταξείδιον του Βιζυηνού (παλαιότερα και Μορφές από το έργο του Βιζυηνού, με την Άννα Κοκκίνου), Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα, παλαιότερα Ερωφίλη του Γ. Χορτάτση και πολλά άλλα, φέτος, μας προσέφερε ένα ακόμα αθάνατο κείμενο, τον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής για τους πεσόντες το πρώτο έτος του πολέμου, έτσι όπως μας τον παρέδωσε το κείμενο του Θουκυδίδη, κτήμα ες αεί. Ένα κείμενο που θεωρείται μνημείο και ύμνος της Δημοκρατίας. Το απολαύσαμε σε μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου, διδασκαλία ερμηνείας και σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη και ερμηνεία της Ηωάννας Σπανού. Η παρουσίαση του εισαγωγικού χορικού της Αντιγόνης έγινε από την Μελίνα Καράβα.

Η παράσταση δόθηκε στο σαλόνι της Οικίας Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού.

Στον ιστορικό αυτό χώρο, όπου το κάθε μικρό ή μεγάλο αντικείμενο είναι ένα έργο τέχνης, εκεί που η Γενιά του τριάντα, επιφανείς Έλληνες και ξένοι, άνθρωποι γραμμάτων και της Τέχνης, συγκεντρώνονταν, καθώς και «οι μεγαλοαστοί» που «αντί να παίζουν κουμ καν», όπως έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης, «δημιουργούσανε την Ελλάδα» (Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σελ. 23), εκεί όπου υποδέχτηκαν τον βραβευμένο ποιητή, όταν επέστρεψε με το Νόμπελ στα χέρια, εκεί ‒και έχει τη σημασία του ο χώρος‒ παίχτηκε το «δράμα» προχθές, Κυριακή, 28 Μαΐου 2018. Το εκλεκτό κοινό που παρακολούθησε είχε γνώση, άποψη και, κυρίως, ευαισθησία.

Η ηθοποιός Ηωάννα Σπανού, πριν φανεί μπροστά μας, ακούστηκε interno, με έναν θρήνο, απόσπασμα από τον Κομμό της Αντιγόνης. Έτσι θρηνώντας, σαν Αντιγόνη, σε έναν άλλο εμφύλιο για τα χαμένα αδέλφια της και για τον εαυτό της, έβαλε τον μύθο στην Ιστορία και έκανε παρόν το παρελθόν, γιατί η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι δημιούργημα της εποχής του Περικλή. Και ο Σοφοκλής λέγοντας, διά στόματος Κρέοντος, «ἥδ’ ἐστίν ἡ σώζουσα καί ταύτης ἔπι/ πλέοντες ὀρθῆς τούς φίλους ποιούμεθα» μιλάει σαν Περικλής, κάτι που θα επαναλάβει ο ίδιος ο μέγας άνδρας, πια, στις δεκατρείς παραγράφους του Επιταφίου, αναλυτικά.

Το μνημείο αυτό της Δημοκρατίας εκφωνήθηκε το Φθινόπωρο του 431 π. Χ. στο Δημόσιο Σήμα, την ωραιότερη περιοχή της Αθήνας, όπως λέει ο Θουκυδίδης, το πρώτο έτος ενός πολέμου που έμελλε να κρατήσει συνολικά είκοσι επτά, μέχρι το 404 π.Χ. που η Αθήνα βγήκε από αυτόν καταρρακωμένη, υλικά και ηθικά εξοντωμένη, νικημένη και παραδομένη στους δημαγωγούς. Και ο Περικλής νεκρός, από τον δεύτερο χρόνο του πολέμου. Κι ο τάφος του άγνωστος. Καμιά Αντιγόνη δεν αναζήτησε, ανάμεσα στους άλλους νεκρούς από τον λοιμό, το σώμα του πρώτου Πολίτη των Αθηνών, προστάτη των γραμμάτων και των τεχνών, αυτού που σημάδεψε τον αιώνα του και του έδωσε το όνομά του· ο Χρυσούς αιών του Περικλέους. Κι όμως αυτός ο άνδρας, έγινε με όλες τις πράξεις του και με αυτόν ειδικά τον Λόγο του ο διασημότερος άνθρωπος όλων των εποχών.

Ο Επιτάφιος συνοπτικά, και για τις ανάγκες της περίστασης, όχι πλέον στη γλώσσα του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά στην καθομιλουμένη, έχει ως εξής:

Ὁ Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. καὶ ….προελθὼν ἀπὸ τοῦ σήματος ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε. Ήτοι, ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου, επελέγη να μιλήσει. Και αφού ανέβηκε σε βήμα φτιαγμένο ψηλό για να ακούνε όλοι, είπε τα εξής:

Στους άνδρες που με έργα απέδειξαν την ανδρεία τους, με έργα πρέπει να τους αποδοθούν και οι τιμές και ακολουθώντας τη συνήθεια, θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω όσο μπορώ πιο πολύ, του καθενός σας την επιθυμία και τη γνώμη.

Από τους προγόνους θα αρχίσω πρώτα πρώτα . γιατί έτσι είναι ταιριαστό σε τέτοια τελετή. Της ηγεμονίας μας τη δύναμη, εμείς οι μεγαλύτεροι που βρισκόμαστε σήμερα εδώ, αυξήσαμε περισσότερο κι ετοιμάσαμε την πόλη αυτάρκη σε όλα, και για πόλεμο και για ειρήνη. Τις αρχές, που ακολουθώντας φτάσαμε σ’ αυτήν την ακμή, το πολίτευμα και τον τρόπο ζωής που έγινε η πόλη πιο μεγάλη, θα παρουσιάσω πρώτα κι ύστερα θα προχωρήσω και στων νεκρών των τωρινών τον έπαινο.

Έχουμε πολίτευμα που δεν αντιγράφει τους νόμους των άλλων, αλλά πιο πολύ είμαστε εμείς παράδειγμα σε μερικούς παρά μιμητές τους. Κι έχει τούτο το πολίτευμα το όνομα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, γιατί δε διοικούν οι λίγοι, αλλά οι περισσότεροι. Κι είναι όλοι οι πολίτες μπροστά στους νόμους ίσοι.

Ζούμε ελεύθεροι, όχι μονάχα στη δημόσια ζωή μας αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις, χωρίς μεταξύ μας καχυποψία. Και για το πνεύμα μας φροντίσαμε και βρήκαμε πάρα πολλούς τρόπους ξεκούρασης, με το να τελούμε αγώνες και γιορτές. Στην πόλη μας φτάνουν, εκ πάσης γης τα πάντα και είναι ανοιχτή σε όλους. Ποτέ δεν εμποδίζουμε τους ξένους να δουν ή να ακούσουν κάτι. Όσον αφορά την εκπαίδευση, ενώ οι άλλοι με επίπονες ασκήσεις, από την παιδική τους ηλικία κυνηγούν την αντρεία, εμείς και άνετα ζούμε και δεν δείχνουμε λιγότερο θάρρος στους ίδιους κινδύνους. Μας αρέσει η απλότητα στο ωραίο, αγαπάμε τα γράμματα χωρίς να γινόμαστε μαλθακοί. Τον πλούτο πιο πολύ τον έχουμε σαν ευκαιρία για να κάνουμε έργα παρά για να υπερηφανευόμαστε στους άλλους και δεν θεωρούμε ότι είναι ντροπή να παραδέχεται κανείς τη φτώχειά του. Αντιθέτως, θεωρούμε ντροπή να μη φροντίζει να την αποφύγει με την εργασία του. Μπορούμε οι ίδιοι να φροντίζουμε και τις δικές μας υποθέσεις και τις δημόσιες και παρά τις προσωπικές μας υποχρεώσεις, είμαστε ενημερωμένοι και για τα κοινά. Γιατί μονάχοι εμείς τον μη μετέχοντα τούτων ουκ απράγμονα αλλ’ αχρείον νομίζομεν είναι· αυτόν που δεν συμμετέχει δεν τον θεωρούμε ουδέτερο αλλά άχρηστο. Αποχτούμε τους φίλους ου γαρ πάσχοντες ευ, αλλα δρώντες, όχι επειδή μας ευεργετούν εκείνοι, αλλά επειδή τους ευεργετούμε εμείς. Και τους άλλους τους βοηθούμε χωρίς φόβο και ιδιοτέλεια, αλλά από φιλελεύθερη πεποίθηση. Η πόλη μας στο σύνολό της, είναι η παιδευτική εστία της Ελλάδας τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι… και αυτά που λέγονται τώρα δεν είναι καυχησιολογίες αλλά αλήθειες. Είναι η πόλη που αναδεικνύεται ἀκοῆς κρείσσων, σπουδαιότερη από τη φήμη της, και ούτε στον εχθρό της δίνει δικαίωμα να αγανακτήσει, όταν εκστρατεύει εναντίον της ούτε στον υπήκοόν της ότι δήθεν άρχεται από ανάξιους. Δεν έχουμε ανάγκη τον Όμηρο να μας υμνήσει, ούτε από κανέναν άλλο που με τα λόγια του για μια στιγμή θα μας ευχαριστήσει, αλλά τα έργα θα τον διαψεύσουν. Για μια τέτοια λοιπόν πόλη κι αυτοί εδώ, έχοντας το δικαίωμα να μην τη στερηθούν, πολέμησαν γενναία και σκοτώθηκαν. Φυσικό είναι κι εμείς που ζούμε να θέλουμε να υποφέρουμε οτιδήποτε για χάρη της.

Και μίλησα ανοιχτά για την πόλη μας γιατί ήθελα να σας διαφωτίσω πως δεν αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράγματα εμείς μ’ αυτούς που δεν έχουν τίποτε παρόμοιο να χάσουν (οι Σπαρτιάτες). Έτσι, και αυτοί, οι νεκροί, προτίμησαν να αγωνιστούν και να πεθάνουν παρά να υποχωρήσουν και να σωθούν.

Προσφέροντας όλοι μαζί τη ζωή τους, έπαιρναν ξεχωριστά ο καθένας τον αγέραστο έπαινο και τον πιο λαμπρό τάφο, όχι τόσο αυτόν που κείτονται τώρα, όσο εκείνον στον οποίο η δόξα τους μένει και μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε πρόκειται για λόγο είτε για δράση. Γιατί ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος και όχι μόνο η επιγραφή μιας στήλης στην πατρίδα τους. Γιατί μες στην ψυχή του καθενός θα ζει άγραφη θύμηση, πιο πολύ για την απόφασή τους παρά για το έργο τους. Αυτούς λοιπόν τους νεκρούς να έχετε για παράδειγμα και να σκέφτεστε ότι ευτυχία σημαίνει ελευθερία και ελευθερία σημαίνει αντρεία- τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ᾿ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον και να μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους του πολέμου.

Και αφού είπε αυτά και αφού ευχήθηκε στον καθένα να παρηγορηθεί τους προέτρεψε να πάνε στα σπίτια τους.

Έτσι μίλησε ο Περικλής ο ισχυρός ηγέτης, που λάμπρυνε την Αθήνα και την μετέβαλε σε σημείο αναφοράς της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού.

*

Η άξια ηθοποιός Ηωάννα Σπανού, με μετρημένη κίνηση και τέλεια αίσθηση που μέτρου, ανέλαβε να μιμηθεί τον λόγο και το ήθος του μεγάλου στρατηγού, δίνοντας έμφαση στα σημεία και στην κάθε λέξη αυτονομία, για να αναδειχτεί το νόημά της και να γίνει πραγματικό αυτό που η λέξη λέει· να ποιήσει «ήθος».

Τέλος, χρήσιμη στα μέτρα της, ήταν κι εκείνη η συζήτηση που ακολούθησε με το κοινό.

Και πέρα από τι και πώς της ερμηνείας, σκέφτομαι πως, όπως στην Αρχαία Αθήνα το θέατρο ήταν σχολείο – γι’ αυτό θεσπίστηκαν και τα θεωρικά‒ έτσι και τώρα με τις παραστάσεις του ο Δήμος Αβδελιώδης, επαναφέρει αυτό που οι πρόγονοί μας είχαν σκεφτεί. Το θέατρο αναλαμβάνει να παίξει τον αρχαίο του ρόλο· να διδάξει.

Σημ. Όσον αφορά τη μετάφραση του Επιταφίου στο σχολικό βιβλίο, που συζητήθηκε, πρόκειται για την μετάφραση του Άγγελου Βλάχου, διπλωμάτη, πολιτικού, ακαδημαϊκού και πολυγραφότατου συγγραφέα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly