Στη Β.Γ.

Τον ξύπνησε το τραγούδι των τζιτζικιών. Η σπιτονοικοκυρά του τον είχε προειδοποιήσει: τα παντζούρια ήταν αδιαπέραστα από το φως αλλά τίποτα δε μπορούσε να κρατήσει το τερέτισμα των τζιτζικιών έξω από το δωμάτιο. Ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά, βρήκε την πόρτα και τράβηξε τον σύρτη. Το φως χίμηξε μέσα τυφλώνοντάς τον· εννιά το πρωί και ο ήλιος πυρπολούσε ήδη τον ουρανό. Τέντωσε τα μέλη του ευχαριστημένος.

Είχε φτάσει μεσάνυχτα, μετά από τριάντα ώρες ταξίδι. Σικάγο-Λονδίνο-Αθήνα-Πειραιάς-Σέριφος. Η πόλη, η Αθήνα, είχε αλλάξει –έξι χρόνια είχε να τη δει. Ταξίδεψε με πλοίο συμβατικό, στο κατάστρωμα. Είχε παρακολουθήσει τον ήλιο να δύει στη θάλασσα. Είχε σκουπίσει από το δέρμα του τη βραδινή αλμύρα.

Στην αποβάθρα τον περίμεναν. Μια σύντομη διαδρομή μ’ ένα παλιό αγροτικό μέσα από χωματόδρομους στο σκοτάδι. Η κυρία Ελένη του είχε δώσει το κλειδί μαζί με γραπτές οδηγίες και μια πιατέλα με φρέσκα φρούτα. Κατάκοπος, είχε πέσει σε ύπνο βαθύ.

Σκίασε τα μάτια του με το χέρι: ο ξενώνας έστεκε απομονωμένος σ’ ένα μικρό οροπέδιο, στη μέση μιας απότομης πλαγιάς. Θαμνοκυπάρισσα, ελαιόδεντρα και φραγκοσυκιές φύονταν μέσα στα ξερά χόρτα. Στο ρίζωμα του λόφου, προστατευμένο από βράχους ψηλούς, κρυβόταν ένα τόσο δα περιγιάλι. Στ’ αυτιά του μόνο το μουρμούρισμα της πρωινής αύρας και, που και που, το αιφνίδιο βούισμα των εντόμων.

Μ’ ένα καπέλο στο κεφάλι περιδιάβαζε την πλαγιά. Περπατούσε με τα μάτια μισόκλειστα, ακολουθώντας τα μονοπάτια των αρωμάτων ‒ρίγανη, θυμάρι, κενταύρια, μέντα. Όταν το πόδι γλιστρούσε στο πέδιλο, το χώμα του έκαιγε τη φτέρνα.

Η μυρωδιά της θάλασσας γεμίζει τώρα τα ρουθούνια του. Μεγάλα βότσαλα οδηγούν στα γαλάζια νερά. Το ξαφνικό κρύο τον δοκιμάζει, η άμμος του βυθού είναι κατάλευκη, στρωμένη με μικρές ρυτίδες. Καταδύεται, βγάζει το κεφάλι έξω απ’ το νερό, ρουφά λαίμαργα τον αέρα. Μένει ξαπλωμένος στην ακύμαντη επιφάνεια, παραδομένος, έξω από τη ροή του χρόνου.

Στον δρόμο της επιστροφής το αλάτι του τραβά το δέρμα. Μπροστά του ο ήλιος εξαφανίζει την ποδιά του λόφου κάτω από στιγμιαίες εκρήξεις φωτός.

***

Είναι καθισμένος στην παλιά καρέκλα, ανάμεσα στις γλάστρες με τα γεράνια που στολίζουν την ταράτσα, στο πίσω μέρος του ξενώνα. Η Αφροδίτη λάμπει ήδη στο στερέωμα. Είναι η ώρα που τα βουνά παίρνουν ένα κόκκινο-μενεξελί χρώμα κι ακούγεται μοναχικό το τραγούδι των τριζονιών. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της κυρίας Ελένης, «το φεγγάρι εδώ είναι πιο μεγάλο, το θέαμα των άστρων ακόμα ωραιότερο. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο ουρανός είναι πιο κοντά σ’ αυτό το νησί!» Σε λίγη ώρα θα ξέρει αν η σπιτονοικοκυρά του έχει δίκιο. Σήμερα κλείνει τα πενήντα. Γύρω του, διάφανοι στο απαλό σύθαμπο, σκιές που αργοσαλεύουν στον μυρωμένο μπάτη, οι φίλοι που δεν τα κατάφεραν – ο Αργύρης, ο Γρηγόρης, ο Λευτέρης… Υψώνει το ποτήρι με το κρασί σε χαιρετισμό, ύστερα στυλώνει το βλέμμα στον ορίζοντα και περιμένει.

Και να! H πανσέληνος του Ιούνη προβάλει τεράστια πάνω από τo νερό και τυλίγει τον κόσμο στο χλωμό της μετάξι.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Έργο: Franco Fontana.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.