Είναι ογδόντα έξι ετών και ζει σ’ ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, σε μια πολυκατοικία της Πλατείας Ειρήνης, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Το μπαλκόνι της βλέπει στο παραμελημένο πάρκο, πίσω οι καφετέριες στη γραμμή, το περίπτερο, η εκκλησία δίπλα και μια σειρά κουτσουπιές ντυμένες στα μωβ λουλούδια τους. Έχει άσπρα μαλλιά και καταρρακτικά μάτια που δεν βλέπουν ακόμα κι όταν νομίζεις πως κοιτούν. Κάθε απόγευμα βάζει στη διαπασών την τηλεόραση, καθισμένη σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με σκεπασμένα τα πόδια με την ίδια καρό κουβέρτα, χειμώνα καλοκαίρι, ακούει την τουρκική γλώσσα των ηθοποιών και σίγουρα δεν βλέπει τίποτα. Η νύφη της στην κουζίνα ετοιμάζει μια ελαφριά σούπα. Η κουζίνα και η νύφη το ίδιο γκρίζες, το ίδιο παραμελημένες. Το παράθυρο της κουζίνας βλέπει στον ακάλυπτο. Η γριά τη φωνάζει κάθε τόσο. Η νύφη σπάνια απαντά. Η γριά θυμώνει και μιλά μόνη της.

‒ Μετά χαράς θα σου ’στριβα το λαρύγγι, μωρή βρόμα. Στο χωριό η μάνα εμένα έβαζε να σφάξω τις κότες. Θυμάμαι μια φορά τον πετεινό μας τον τσιμπιάρη. Κανείς δεν τον ζύγωνε. Χίμαγε και τσίμπαγε με τέτοια ορμή που ’λεγες πως θα σου ’βγαζε τα μάτια αν δεν φυλάγουσουν. Εγώ τον έκανα ζάφτι. Τον βούτηξα απ’ το γκριτζιλάνι. Του ’χωσα μια με το κασάρι. Πού να τον έβλεπες πώς έτρεχε χωρίς κεφάλι στο λιβάδι. Τρεις γύρες το ’φερε. Τον μάδησα μετά. Και τον τσουρούφλισα …

‒ πριν να τον ρίξω στο καζάνι …

‒… ναι για. Ύστερα με έπιακαν απ’ τον λαιμό να πάρω τον Αντρέα. Τι έσκουξα, τι χούγιαξα. Τον πήρα. Χωρίς κεφάλι ο πετεινός έφερνε γύρα το λιβάδι. Έφερνα γύρες κι εγώ στα χωράφια και τα ζα τ’ Αντρέα. Να οργώνω, να σπέρνω, να θερίζω. Ν’ αρμέγω, να κουρεύω, να σφάζω. Τον άντρα σου μωρή, στ’ αλώνι τον γέννησα…

‒ μήνα Αλωνάρη…

‒…Αλωνάρη με λιοπύρι, πάνω στ’ άχυρα. Γιο ήθελα, γιο έκανα. Κι ύστερα τέρμα. Δεν του ξαναστάθηκα τ’ Αντρέα. Άντρας ψηλός, μαυριδερός με κάτι μουστάκες να και νταβραντισμένος. Έριχνε τη γροθιά του στο τραπέζι κι έτριζε συθέμελα το σπίτι. Μα δεν τον ήθελα και το ’ξερε. Άπαξ και μου ’φκιασε τον γιο κοντά του δεν επλάγιασα. Καμιά φορά γύρναγε μεθυσμένος, βρόμαγε τσίπουρο το χνώτο του κι αντρίλα το μαυριδερό κορμί του. Μ’ έπαιρνε τότες με το ζόρι…

‒ Θεός σχωρέστον!

‒ …τι να σχωρέσει μωρή βρόμα. Άντρας ήταν. Άντρας σωστός. Είχαμε ένα κρεβάτι σιδερένιο. Τι ν’ αντέξει κι αυτό. Όλο το ’φτιαχνε. Όλο το χάλαγε. Μέχρι που έφυγε για Γερμανία. Τα μαύρα τα λεφτά της ξενιτιάς πήραν και το δικό μου το διαμέρισμα…

‒ και το δικό σου …

‒… ναι για και το δικό σου. Γιατί; το είχες προίκα; Αυτόν τον μαύρο έφαγε η ξενιτιά και του ’βγαλε κακιά αρρώστια. Για να πεθάνει γύρισε. Τι κατάλαβε κι αυτός κι εγώ μαζί. Πετεινάρια στο λιβάδι τρέχαμε με κομμένα τα κεφάλια.

‒ Μητέρα να φέρω τη σούπα;

‒ Με φτερούγια;

‒ Ναι μητέρα.

‒ Φέρτη. Άχρηστα φτερά. Μόνο για σούπα κάνουν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Franco Fontana.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.