Στ’ αλήθεια δε μ’ένοιαζε καθόλου να ανέβουμε εκεί πάνω. Δεν έδινα δεκάρα να δω άλλη μια φορά τον κόσμο από μακριά. Γιατί έστεκε κοντά μου, γρατζουνιστά με το δέρμα μου μια άλλη αίσθηση πολύ πιο μακρινή και βαθιά, άπατη, μου ’κοβε την ανάσα γροθιά στο στήθος. Δεν είχα παίξει ποτέ μου ξύλο, αν εξαιρέσει κανείς κάτι τρικλοποδιές που μου ’βαζαν τα αγόρια στο γυμνάσιο, κάτι στριψίματα χεριών, έτσι κι αλλιώς πάντα υπήρχε μια αφορμή για να πλησιαστούν δυο σώματα. Κοιτάζω προς τον ουρανό λες και δεν ανέβηκα ούτε βήμα μοιάζει, κι όμως τα αυτιά μου έχουν βουλώσει, ίσως και τα δικά σου, δεν ξέρω, είμαστε ζωντανοί οργανισμοί, το αίμα βουίζει ζαλιστικό, θολώνει τα μάτια. Το αίμα από μόνο του ή κάνουμε τάχα κι εμείς κάτι. «Θέλεις καφέ;» μου λες, σηκώνω τους ώμους, αν μιλήσω πώς θα ακουστεί η φωνή, θα μου πέσει κομμάτια στα χέρια όλο και κάποιος ξέμπαρκος ήχος, κάποια συλλαβή που πάντα παραλείπω από φόβο κι όλο έρχεται και με βρίσκει μες στα μάτια, όπως εκείνες οι στάλες από τις υδρορροές ενώ βαδίζαμε πλαγιαστά ο ένας στον άλλο σαν σε κρεβάτι. Νομίζω θέλεις να με ρωτήσεις τι σκέπτομαι ή χωρίς να σου πω να καταφέρεις να ρίξεις τα τείχη σα χάρτινα, βρέχει κι ελπίζουμε κι οι δυο να λιώσουν οι πάγοι, η βροχή είναι θερμή, νιώθεις μια ακαθόριστη αμηχανία, πού να βολέψουμε το κορμί μας, εν τέλει ζητάει το ένα κορμί το άλλο, για κάποιον μάταιο λόγο της φύσης που εμείς δεν μπορούμε κι ούτε θέλουμε και με κανέναν τρόπο δεν βρίσκουμε τρόπο να εξηγήσουμε. Ακόμη περιμένεις την απάντηση μου για τον καφέ. Το στομάχι μου είναι όπως η πολιτεία εκεί κάτω από τα χνάρια των ποδιών μας, ένα βήμα ακόμη και θα γκρεμιστείς. Ανακατεμένη ομίχλη και βροχή, τώρα σιγά όλα ξεκαθαρίζουν μέσα στο κεφάλι μας, πίσω από τα μάτια μας. Δεν περιμένουμε κανέναν ήλιο, το φως είναι στριμωγμένο πίσω από τα σύννεφα, πυκνά σαν χαλί αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να στηρίξω εκεί πάνω το σώμα μου, όπως αναρωτιέμαι και για τον Θεό και για εκείνα τα παιδιά που είδα να παίζουν στην πλατεία Βικτορίας χωρίς ομπρέλα. «Πάμε;» μου λες. Ποτέ δεν επιτρέπεις αρκετό χρόνο ανάμεσα. Ανάμεσα σε τι. Δεν έχω καμία αντίρρηση. Κάνει κρύο τάχα και δεν αντέχουμε. Κάνει και κάτι άλλο που δεν αντέχουμε περισσότερο. Κάνει τα μάτια σου αντικριστά στα δικά μου. Κάνει τα χείλη σου και το αιχμηρό γενικά της μιας μορφής απέναντι στην άλλη. Όλα αυτά έχουνε τόσο πολύ να κάνουν με τον θάνατο όσο και με τη γέννησή μας και αναζητώ στις ρίζες μας τους βολβούς που θα δουν καθαρότερα από τα μάτια μας. Δεν υπάρχει αίνιγμα υπάρχω μόνο εγώ εσύ, η ομίχλη. Το γέλιο που τώρα δεν βρίσκουμε. Ή μας βρίσκει εκείνο αναπάντεχα σα μαχαιριά.

Επιστρέφοντας σε έχω μέσα στα μάτια μου, δακρύζω από σένα, δεν είμαι λυπημένος. Εκείνος λείπει και δεν έχω ιδέα αν επιστρέψει τώρα πια με τι μάτια θα τον δω, τώρα που είναι γεμάτα τόσο από σένα τα μάτια μου. Δεν έχω ιδέα αν θα πρέπει να κλάψω τώρα κάπως σαν για να καθαρίσω από σένα. Κι όμως σε καμία περίπτωση δεν θα το επιθυμούσα κάτι τέτοιο. Επιστρέφει αυτός και κοιτάζω το πάτωμα τις τρύπιες κάλτσες μου, το ταβάνι που φωλιάζουν οι ίσκιοι από τη μορφή σου, μόνο τέτοιοι ίσκιοι φωλιάζουν. Επιθυμώ να κρυφτώ αλλά είσαι τόσο μες στο αίμα μου και δεν είσαι εσύ αυτό που με δαγκώνει μα κάτι που έφτιαξε στο συκώτι μου η άρνηση της μορφής σου επειδή δεν έπρεπε. Είμαι γεμάτος από σένα, τα δέντρα γκρινιάζουν γιατί ξέρουν το μυστικό μου. Κι ας μην έγινε τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Franco Fontana.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.