frear

Για το βιβλίο της Αντωνίνης Σμυρίλλη, «Βλέπω ακόμα παιδικά» – γράφει ο Σπύρος Θεριανός

Η ποιητική συλλογή Βλέπω ακόμα παιδικά (Θράκα, 2017), είναι το πρώτο βιβλίο της Αντωνίνης Σμυρίλλη, η οποία γεννήθηκε στη Λάρνακα, το 1987. Με κατακτημένα, ήδη, κάποια από τα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης έκφανσης του ποιητικού λόγου, όπως είναι η πυκνότητα, η αμεσότητα και το λιτό ύφος, η Σμυρίλλη αποφεύγει την παρείσδυση ή την ορατότητα αμετουσίωτων ποιητικών δανείων.

Αν προσεγγίσουμε τα ποιήματά της, ως εκφωνήσεις, από τις οποίες αναπλάθουμε την ομιλήτρια και, συνάγουμε τη στάση και τις ανησυχίες της, όπως εμείς τις φανταζόμαστε, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, πως εκφράζουν την οριακή κατάσταση ενός υποκείμενου. Εκφράζει με τον πλέον εύληπτο τρόπο, το «αίσθημα του αφόρητου» [1], στο οποίο είμαστε εγκιβωτισμένοι κι «ενώ […] είμαστε αυτό που είμαστε, θεωρούμε και θαρρούμε ότι δεν είμαστε αυτό που είμαστε, ότι δεν ζούμε αυτό που ζούμε, ότι δεν αντέχουμε όσα αντέχουμε» [2]. Το υποκείμενο ως το σχέδιο μιας προσωπικότητας, το οποίο οδηγείται σε γραμμική εξέλιξη και σε ενορμητική ισορροπία, εμφανίζεται ως να αποτυγχάνει στην ποίηση της Σμυρίλλη ή, τουλάχιστον, να μην ολοκληρώνει την «αποστολή» του. Ωστόσο, το λυρικό ποίημα, έστω και ως φαντασιακή θέση, από την οποία μας απευθύνεται η Σμυρίλλη, γίνεται ο αγωγός του λόγου της, με τον οποίο καταγγέλλει, αυτοσαρκάζεται, ειρωνεύεται ή μιλά από θέση αδυναμίας:

-Τι είναι αυτό στο κεφάλι σου;
Με ρώτησε ο γιατρός μου

-Είναι μαγικό
Όποτε έχω τις μαύρες μου
Εγώ συρρικνώνομαι
Και αυτό ψηλώνει

Κλείνομαι

-Παράξενο κορίτσι

-Με τρομάζει
Εκεί μέσα δεν ξημερώνει ποτέ
Δεν έχω κοντά κανέναν
Εγώ κι ο εαυτός μου

-Εγωιστικά παράλογο, είπε

Ο γιατρός μπήκε στο καπέλο του

Κι εγώ στο δικό μου

(«Κλινική Περίπτωση»)

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο «σε μια ντουζίνα γάτες». Η Σμυρίλλη έχει διάθεση ειρωνική. Η ειρωνεία [3] της, έχει να κάνει με την αμφιταλαντευόμενη στάση της μέσα στον κόσμο, μία ειρωνεία «μεταφυσική», που προκύπτει από την αντιμετώπιση όλης της ανθρωπότητας «σαν θύμα μιας ειρωνείας, έμφυτης στην ανθρώπινη κατάσταση» [4] και, γι’ αυτό κάθε απόπειρα στιγματισμού ή ενοχής σε κάποιον, δίνει στο θύμα αυτό κάτι απ’ την αξιοπρέπεια της αθωότητας [5]. Ο Gliecksberg εντοπίζει τη βάση αυτής της «μεταφυσικής» ειρωνείας, τόσο στις λίγες καθιερωμένες, κοινά παραδεκτές αξίες εντός των κοινωνιών, που δημιουργούν ένα αντιφατικό και συγκρουσιακό υπόβαθρο στην εξέταση βασικών ζητημάτων από τους ανθρώπους – ζητημάτων όπως ο σκοπός της ζωής, ο θάνατος, η ελεύθερη βούληση, η ηθική και άλλων- όσο κι από την παρουσία των «αυτό-εκτιμώμενων και υποκειμενικά ελεύθερων αλλά χρονικά πεπερασμένων εγώ μέσα σ’ ένα σύμπαν που φαίνεται να είναι τελείως ξένο, τελείως μάταιο […]» [6]. Κι ίσως, ο τίτλος της συλλογής Βλέπω ακόμα παιδικά, να σχετίζεται με αυτήν την «ειρωνική αθωότητα», από την οποία κανείς δεν μπορεί να ζητήσει να απολογηθεί.

Τα ποιήματα της Σμυρίλλη είναι εμποτισμένα από μια υπαρξιακή φιλοσοφία συνείδησης, σαρτρικού χαρακτήρα. Και δεν μιλάμε, μόνο, για το τρίστιχο ποίημα, που θυμίζει τη ρήση «η κόλαση είναι οι άλλοι» του Σαρτρ:

Κατέληξα τι δεν αντέχω
Σ’ αυτόν τον κόσμο

Τον κόσμο

αλλά, διαπνέεται και διαμορφώνεται, γενικότερα, από τη συγκεκριμένη αντίληψη της συνείδησης. Συνείδηση, που δεν προσδιορίζεται σε έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης, αλλά όπως γράφει ο Christian Descamps αναλύοντας τον υπαρξισμό του Sartre, ορίζεται «ως έκ-ρηξη του υπάρχοντος προς έναν κόσμο» [7]. Σαν τον Ροκεντέν, το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος Ναυτία του Σαρτρ, ο οποίος αναρωτιέται γιατί να υπάρχει χωρίς δικαίωση και θεωρεί παράλογη την ύπαρξή του ατενίζοντας την αιωνιότητα, η ομιλήτρια των ποιημάτων της Σμυρίλλη, ατενίζοντας τη μεγάλη εικόνα του σύμπαντος, αισθάνεται κι αυτή να πλανιέται αδικαίωτη:

Αμέτρητες φορές παρακαλώ
Να σταματήσω να σκέφτομαι
Μπας και γίνω
Κάτι λίγο ευτυχισμένη

Είμαι καταδικασμένη
Σε μια ενδιάμεση σφαίρα
Πλανιέμαι
Κάπου ανάμεσα
Στον κόσμο και τους πλανήτες
Κάπου ανάμεσα
Στη γη και τον ουρανό

Μετεωρίτης

Ένα σώμα
Που δεν μπορεί να ενσωματωθεί
Ένα σώμα
Που εκλιπαρεί
Για μια λανθασμένη τριβή

Μήπως αναφλεγεί

(«Need Some Space»)

Αν όχι η θωπεία, έστω μία κατά λάθος επαφή ή μια «λανθασμένη τριβή» οδηγεί στην εν-σάρκωση του σώματος του δικού μας, αλλά και του άλλου. Το σώμα υπάρχει μέσω του βλέμματος και της θωπείας. Το σώμα υπάρχει όχι μόνο ως σκοπιά, αλλά και ως σκοπιά που κοιτάζεται από άλλες σκοπιές, οι οποίες το μορφοποιούν και το οδηγούν στο είναι, σύμφωνα με την ανάλυση του Descamps στον υπαρξισμό του Sartre [8]. Ίσως, γι’ αυτό συναντούμε τόσες πολλές γάτες στην ποίηση της Σμυρίλλη: η παρουσία, το γουργούρισμα, η θωπεία αυτών των μικρών ζώων, παίζει ως έναν βαθμό τον ρόλο μιας επιτέλεσης και «μορφοποίησης του είναι». Ένα υποκατάστατο της ανθρώπινης επαφής, που δίνει σχήμα και μορφή στον άμορφο και άκεντρο κόσμο της Σμυρίλλη:

Σήμερα είμαστε μελαγχολικές
Και άβαφες
Εγώ και η γάτα μου
Έχουμε μια παρά φύσιν σχέση
Μια διαστροφική επικοινωνία

Αρνούμαστε να συμβιβαστούμε
Να κανονικοποιηθούμε

Κουβαλούμε τη θλίψη μας
Και σα μαγνήτες
Τη θλίψη των άλλων

Σ’ έναν λαβύρινθο
Απομονωνόμαστε
Στις αναζητήσεις
Των σκέψεών μας

Μινώταυροι
Αδύνατο να βγούμε
Δεν υπάρχει Αριάδνη
Ούτε μίτος

Έτσι μόνο περιφερόμαστε
Μελαγχολικές
Και άβαφες

(«Εγώ και η Γάτα μου»)

Άλλωστε η υφή δεν έχει να κάνει μόνο με το άγγιγμα:

-Και τι σε νοιάζει η υφή;

Υφή μπορεί να είναι αυτό που αγγίζεις
Ή αυτό που σε αγγίζει

Υφή μπορεί να είναι το εξώφυλλο
Ή το περιεχόμενο

Υφή είναι αίσθηση επιφανειακή
Ή ουσιαστική

Επιμένω
Δε μου αρέσει η υφή σ’ αυτό το βιβλίο

Οι σελίδες δε γλιστρούν
Κι εγώ δεν έχω πια χρόνο για στασιμότητες

(«Δε μου Αρέσει η Υφή σ’ αυτό το Βιβλίο»)

Ύπαρξη και ανησυχία ταυτίζονται στην ποίηση της Σμυρίλλη. Μια ανησυχία γεμάτη «ενόχληση, δυσφορία, δυσθυμία, ταραχή, αγωνία, θλίψη, πλήξη, ναυτία» [9], μια ανησυχία «σωματική, ψυχική, μεταφυσική» [10]. με αυτές τις λέξεις περιγράφει, η Μαρία Παπαδήμα, τη λέξη desassosego. Μια λέξη κοινή, καθημερινή, που στα πορτογαλικά, σημαίνει «ανησυχία», αλλά αποκτά στα γραπτά του Μπερνάντο Σοάρες, ετερώνυμου του Φερνάντο Πεσσόα, αυτό το δυσοίωνο βάθος. Με αυτό το βάθος, βλέπουμε τη λέξη «ανησυχία», να αναδύεται ως αίσθηση, και με τρόπο κοφτό, στην ποίηση της Σμυρίλλη:

Με κουράζει που
Δεν με αφήνουν ήσυχη
Στην ανήσυχη εκδοχή μου

(«Στο αναμορφωτήριο»)

Όσο πιο λογική και δομημένη είναι η σκευή ορισμένων ποιημάτων της, τόσο οξύτερος είναι ο τονισμός του στοιχείου της μωρίας [11]: στοιχείο, το οποίο ο Αντόρνο το θεωρεί ως ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της αλήθειας και του αινιγματικού χαρακτήρα των έργων τέχνης, όταν αξιοποιείται με επιτυχία. Όπως έχει δείξει, πρόκειται για ένα προπνευματικό στοιχείο του αισθητικού πνεύματος, που παρεισδύει ή, ενθυλακώνεται εσκεμμένα στο έργο, αναδεικνύοντας στην πρώτη περίπτωση, τα αψιμυθίωτα, εκείνα, στοιχεία, που είναι απαλλαγμένα από τις προθέσεις και τις «δεύτερες» σκέψεις του καλλιτέχνη, ενώ στην δεύτερη, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα ενός κατηγορητηρίου της ορθολογικότητας, που ως αυτοσκοπός στις κοινωνικές πρακτικές έχει μετατραπεί σε ανορθολογικότητα και παραλογισμό [12]. Στη Σμυρίλλη, το στοιχείο της μωρίας, εμφανίζεται στα ποιήματα, που εκφράζουν αισθήματα ή, τη σημειωτικά οργανωμένη σημασιοδότηση της πραγματικότητας, στην πλέον αγωνιώδη και «οριακή» της στιγμή, όπως στην δραματική «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, που είναι «θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται/ καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μία από τις επισημάνσεις που μπορεί να κάνει κανείς, είναι πως η Σμυρίλλη διατρέχει τον κίνδυνο να διολισθήσει στο εκβιασμένο αστείο ή, ενδεχομένως, να εκδηλωθεί μια έλλειψη ζωντάνιας στην έκφραση, όπου η ρυθμική και λυρική κίνηση του ποιήματος εκτονώνεται και δεν αυτοτροφοδοτείται, καθώς η τεχνική της αντικορύφωσης [13] που χρησιμοποιεί, είναι η οδός, γι’ αυτήν την εσκεμμένη μετάβαση από το σοβαρό ύφος στο παιγνιώδες, για την επίτευξη του στοιχείου της μωρίας, ως δομικού και ηθελημένου στοιχείου της ποιητικής της έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της χρήσης της αντικορύφωσης από τη Σμυρίλλη είναι το παρακάτω ποίημα:

Βραδιάζει κι αδειάζω

Όπως αδειάζει
Ένα ταψί από σπιτίσιο μουσακά
Η μπαταρία στα κινητά
Τα λεφτά απ’ τον κουμπαρά

Όπως αδειάζει
Το πετρέλαιο τον χειμώνα
Τα σοκολατάκια τα ελβετικά
Το κουτί με τα αντικαταθλιπτικά

(«Εξαντλήθηκε»)

και αλλού:

Ψάχνω το νόημα
Αλλά το έφαγε η γάτα μου

(«Υπερφαγία»)

Η ποίηση της Σμυρίλλη, ενοικεί στην ύστατη απορία του Μπέκετ, για την ανάγκη του «λέγειν στο φόντο του τίποτε ή της νύχτας» [14]. Την πυρακτωμένη ανάγκη μας να πούμε: «αδιέξοδο και πάλι» [15].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]: Βύρων Λεοντάρης, Η αγωνία του αμετουσίωτου, στον συγκεντρωτικό τόμο Κείμενα για την Ποίηση, Νεφέλη, 2001, σελ. 127.

[2]: ό.π.

[3]: για μια αναλυτική παρουσίαση της έννοιας της ειρωνείας, βλ. D. C. Muecke, Ειρωνεία, Ερμής, β΄ανατύπωση, 2001.

[4]: ό.π., σελ. 96-97.

[5]: Northrop Frye, Ανατομία της Κριτικής, εισαγωγή Ζ. Ι. Σιαφλέκης, μετάφραση Μαριζέτα Γεωργουλέα, Gutenberg, 1996, σελ. 35.

[6]: D. C. Muecke, Ειρωνεία, Ερμής, β΄ανατύπωση, 2001, σελ. 97.

[7]: Christian Descamps, Οι υπαρξισμοί, στο Η Φιλοσοφία, τ. Δ΄, Ο εικοστός αιώνας, επιμέλεια: Φρανσουά Σατελέ, μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, 1990, σελ.240.

[8]: ό.π., σελ. 245.

[9]: Στο Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το Βιβλίο της Ανησυχίας, μετ. Μαρία Παπαδήμα, τόμος Α΄, Εξάντας, 2004, σελ. 17.

[10]: ό.π.

[11]: για την έννοια της μωρίας, βλ. Theodor W. Adorno, Μίμηση και Μωρία, μετ. Σαγκριώτης Γιώργος, περιοδικό Πλανόδιον, τχ. 23, 1996, στο αφιέρωμα «Η αισθητική φιλοσοφία της Σχολής της Φρανκφούρτης, Κείμενα και αναφορές», επιμέλεια: Γιώργος Σαγκριώτης και Φώτης Τερζάκης, σελ. 184-185, όπως επίσης Theodor W. Adorno, Αισθητική Θεωρία, μετ. Λευτέρης Αναγνωστάκης, Αλεξάνδρεια, 2000, σελ. 206-207.

[12]: Theodor W. Adorno, Αισθητική Θεωρία, μετ. Λευτέρης Αναγνωστάκης, Αλεξανδρεια, 2000, σελ. 206-207.

[13]: πρόκειται για την έννοια της αντικλίμακας, όπως την κατέγραψε σε ορισμό ο Dr. Johnson (1709-1784), κατά τον οποίο πρόκειται για μια φράση στην οποία το τελευταίο μέρος εκφράζει κάτι λιγότερο σημαντικό από ό,τι το πρώτο μέρος. Ο J. A. Cuddon, στο Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας (μετάφραση-επιστημονική επιμέλεια Γιάννης Παρίσης, Μαρία Λιάπη, Μεταίχμιο, 2005, σελ. 55) όπου αναπτύσσεται το συγκεκριμένο λήμμα, συνεχίζει, εξηγώντας πως «στην πραγματικότητα, πρόκειται για την απότομη μετάπτωση από έναν τόνο ευγενικό σ’ έναν λιγότερο υψηλό. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι κωμικό όμως το κωμικό να προκύπτει ακούσια» (σελ. 55-56).

[14]: από το κείμενο του Μπέκετ «Αρκετά. Ξαφνικά αρκετά. Ξαφνικά όλα μακριά», όπως το παραθέτει ο Philippe Sabot στο βιβλίο του Φιλοσοφία και Λογοτεχνία, μετ. Γιάννης Πρελορέντζος, Gutenberg, 2017, σελ. 257. Έχει ενδιαφέρον πως στην ανάλυση του Α. Μπαντιού για το συγκεκριμένο κείμενο του Μπέκετ, την οποία παραθέτει ο Philippe Sabot, γίνεται αναφορά στο κείμενο που πρέπει να διακοπεί «όταν εκδηλώνεται εντός του η ενική/παράξενη μορφή μιας ταφόπλακας» (σελ. 256). Ωστόσο, η εκδήλωση αυτή, δεν εκλαμβάνεται ως οριστική και συνεπώς, υπάρχει η δυνατότητα να επανεργοποιηθεί η «επιταγή του λέγειν» (σελ. 257) και να ξαναρχίσει το υποκείμενο την περιπλάνηση πάνω από τα ίδια τα «ερείπια» του γλωσσικού του συστήματος, με μια νέα διάθεση να κινηθεί στα «όρια» (σελ. 256) «ένα αναπόδραστο ξαναρχίνισμα» (σελ. 257). Να ξαναγράφουμε, δηλαδή, για όσα δεν αντέχουμε όσο τα αντέχουμε, όπως επισημαίνει και ο Λεοντάρης στο κείμενό του (βλ. Σημείωση [2]) και, για τον οποίο, ακριβώς αυτή η αντινομία, είναι που συνιστά, τον πυρήνα της περιπέτειας της ποίησης.

[15]: ό.π., σελ. 257.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly