Στην κορυφή του βράχου ήταν το πολυβολείο, όπου τα άυλα φαντάσματα Ιταλών φαντάρων ήταν ανακατεμένα με το πλαστικό απ’ τα σκουπίδια τουριστών και ντόπιων, και σκαλιά κατέβαιναν αποκεί στη μικρή παραλία, με κρίταμα σκαλωμένα στα βράχια και με τη θάλασσα να ’ναι μια γαλάζια υγρή μεμβράνη πάνω από τον βυθό, αλλού ανοιχτόχρωμο αμμουδερό κι αλλού σκούρο από τα φύκια.

Τα τέσσερα αγόρια, με μαγιό και σαγιονάρες μόνο, στάθηκαν για λίγο όρθια στο παλιό τραχύ μπετόν του πολυβολείου κι έπειτα κατέβηκαν στη μύτη του βράχου αποκάτω – βουτιά ακριβείας από τέσσερα μέτρα ύψος σ’ ενάμισι μέτρο νερό, με άμμο στο σημείο της πτώσης και βράχια τριγύρω. Ο Καρύδης, ο Ερμόλαος, ο Δερμιτζάκης –δευτεράκια– ήταν παλαίμαχοι στις βουτιές· για τον Ορέστη, πρωτάκι, ήταν η πρώτη του φορά. Πρώτος στάθηκε ο Ερμόλαος στην άκρη, έδωσε φόρα, έσκασε στο νερό και τινάχτηκε πάνω μεμιάς, ανατριχιασμένος και παγωμένος ως το μεδούλι από το κρύο, εκεί που μια στιγμή νωρίτερα το δέρμα του ψηνόταν στον καυτό ήλιο.

«Μαλάκα, πάγος είναι!» φώναξε. «Για να σας δω, ρε!»

Πήδησαν κι ο Καρύδης και ο Δερμιτζάκης, και τα τρία αγόρια στάθηκαν παρακεί στη θάλασσα, δίπλα στο βράχο που τον έλεγαν Μικρό Κουντρί, πού και πού κάνοντας μερικές αδέξιες απλωτές με τον τρόπο παιδιών που ’χουν μάθει μπάνιο μόνα τους και παλεύουν με το νερό.

Τώρα ψηλά στην άκρη του βράχου είχε μείνει μόνος ο Ορέστης, με το λεπτό αγορίστικο σώμα του να διαγράφεται κάπως ασαφές μες στη θολούρα της ζέστης, σαν να διαχεόταν το περίγραμμά του στον ουρανό.

«Πήδα ρε! Τι περιμένεις;» φώναξε ο Καρύδης.

«Φοβάται ρε!» είπε ο Ερμόλαος. «Α μωρή αδερφή! Θα πηδήσεις;»

«Περιμένετε, ρε μαλάκες!» τους είπε από το βράχο ο Ορέστης.

«Φοβάται ο χέστης», είπε ο Ερμόλαος. «Α μωρή χεστρούλα».

Δεν είχε νόημα να στέκεται άλλο αναποφάσιστος στην άκρη του βράχου. Ή θα πηδούσε ή θα έκανε πίσω. Λογάριασε ενστικτωδώς την τροχιά που θα διέγραφε το κορμί του, και πήδησε με μαζεμένα τα πόδια, παιδί του ουρανού για κλάσματα του δευτερολέπτου, προτού τον αγκαλιάσει η θάλασσα. Τα πόδια του άγγιξαν άμμο, πιέστηκαν μα δεν τσακίστηκαν, κι ο Ορέστης τινάχτηκε έξω από το νερό ουρλιάζοντας, με την ατολμία του να έχει γίνει θρίαμβος φτιαγμένος από φόβο που με τη βουτιά βρήκε τρόπο να εκτονωθεί.

«Παγωμένο είναι, ρε μαλάκες!» φώναξε.

Βγήκαν στην παραλία, και μέσ’ από το μαγιό του ο Ερμόλαος έβγαλε ένα πλαστικό σακουλάκι καλά δεμένο, που μέσα είχε τσιγάρα κι έναν αναπτήρα. Κάθισαν στην άμμο, και οι τρεις της δευτέρας πήραν από ένα τσιγάρο, τ’ άναψαν και ρούφηξαν. Ο Ορέστης δεν είχε καπνίσει ξανά και ζαλίστηκε με το που τράβηξε τον πρώτο καπνό. Η θάλασσα χόρεψε μπροστά του, ο ουρανός έγινε θολός σαν αναδεμένος βυθός. Άφησε το περισσότερο τσιγάρο να καεί, παίρνοντας πού και πού, μόνο, καμιά τζούρα, κι ύστερα φύτεψε τη γόπα στην άμμο.

«Πάω να πηδήσω ξανά», είπε, ανεβαίνοντας τα σκαλιά παραπάτησε μα κράτησε την ισορροπία του, κι από το πολυβολείο κατέβηκε στην άκρη του βράχου. Στάθηκε εκεί όρθιος, και το φως ροκάνισε το λεπτό του κορμί, το εξαΰλωσε – ήταν σαν ν’ ανήκε πιο πολύ στον ουρανό παρά στον βράχο όπου πατούσε, όταν τινάχτηκε πάλι στον αέρα διπλώνοντας τα πόδια, και η θάλασσα τραβήχτηκε αποκάτω του, ολοένα τραβιόταν και τραβιόταν, ώσπου βαρέθηκε να παίζει μαζί του και τον τύλιξε παγωμένη ξανά.

Στην Ηλέκτρα

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Martin Munkacsi.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.