frear

Για τη “Σχιζοφασία” του Γιάννη Σ. Βιτσαρά – γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Σχιζοφασία
Ποιήματα 2007-2017
Γιάννης Σ. Βιτσαράς
εκδόσεις Οδός Πανός

Δύσκολο είναι να αφεθείς στον κυματισμό των λέξεων
όπως σπάνε και ξεκολλούν από το σώμα σου.
Ερήμην σου.

Να τις εμπιστεύεσαι τις λέξεις. Ακόμα πιο πολύ να εμπιστεύεσαι την εσωτερική διεργασία που τις γεννά παρακάμπτοντας τη λογική, που θεωρητικά τουλάχιστον ευθύνεται για τη γέννησή τους. Αν εισχωρήσεις βαθύτερα – και αν το αντέχεις φυσικά – μπορείς να αφεθείς, κατά την προτροπή του ποιητή, στον κυματισμό τους ή στην τρικυμία τους, που αναπόφευκτα θα έρθει με τη δυναμική που έχουν ενσωματωμένη μέσα τους οι λέξεις. Κυρίως αν αναγνωρίσεις και σεβαστείς την εγγενή τους αυτονομία και αισθανθείς τη μαγική υπέρβαση· το δημιούργημα ξεφεύγει από τον δημιουργό. Με όποιο κόστος, φυσικά.

Τα ποιήματα του Γιάννη Βιτσαρά είναι πολυπρόσωπα, όσο και μοναχικά. Εξηγώ το οξύμωρο, με τη σαφή γνώση πως πίσω από τη φαινομενική αντίφαση υποκρύπτεται η αλήθεια. Ένα είναι το ποιητικό υποκείμενο και -κατά ποιητική σύμβαση (πώς αλλιώς γράφονται τα ποιήματα;)- μοναχικό. Ωστόσο διαβάζοντας δεν μπορείς να μη δεις τα άλλα πρόσωπα, που είτε υπαινικτικά βρίσκονται μέσα τους είτε ο ποιητής έχει προλάβει να κάνει τη μνεία τους αρχίζοντας το ποίημα – με μια αφιέρωση, για παράδειγμα, ή με μια υπενθύμιση οικειότητας. Όπως αυτός, λοιπόν, αναζητά τον κοινό τόπο με αυτούς, έτσι και ο αναγνώστης φέρει στη μνήμη του δικές του παραστάσεις και οικείους συνειρμούς. Θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει την ποιητική συλλογή πατώντας πάνω στα ίχνη των προσώπων· να σταθεί, ας πούμε, στους πιο επιφανείς για να εννοήσει τη συνειρμική συσχέτιση. Με περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, θαρρώ αξίζει να δούμε τις πιο χαμηλόφωνες παρουσίες (τον Ανδρέα Αγγελάκη και την Τίλλα Μπαλή), που εδώ τους χαρίζεται λίγη από τη μνεία που θα άξιζε να έχουν αλλά δεν έχουν. Ίσως αυτό να είναι κι ένα χρέος του ποιητή (αν επιτέλους μπορούμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους), να νιώθει την παρουσία των απόντων και να μιλά μέσα στα δικά του λόγια γι’ αυτούς αφιερώνοντας κάποιο ποίημα ή και ολόκληρη τη συλλογή του (περίπτωση του Αγγελάκη). Από όποια οπτική κι αν το δούμε, η συνύπαρξη του ποιητή με αυτά τα πρόσωπα βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο του, όπως αυτός μας αποκαλύπτεται στα ολιγόλογα ποιήματά του.

Και είναι ένας κόσμος με χρώματα το γκρίζο και το μαύρο, που αφήνουν πότε πότε να φανεί ένα κόκκινο ή ένα κίτρινο. Θαμπές αποχρώσεις που βάφουν τους χώρους των ποιημάτων.

Ντυμένη αμετάκλητα στα μαύρα
Μοιάζεις δεκαοχτάχρονη
Εικόνες κι ουρλιαχτά
Ψευδόμενο ανίερο τοπίο
Κι όμως με λίγο άνεμο
Τα μακριά μαλλιά σου με θωπεύουν
Και αγκαζέ το κόκκινο περνάμε πάρκο
Αδιάφοροι
Αμετάπειστοι
Μέσα μας μόνο
Και πολύ.

(Το Κόκκινο Πάρκο, αφιερωμένο στη Νανά Ησαΐα)

Κι έξαφνα βλέπεις πως μέσα σε μόλις 11 στίχους και σε 36 λέξεις δίνεται το στίγμα ενός κόσμου ολόκληρου, με την αισθητική του, τις επιλογές του, τη μοναξιά του (επιλογή κι αυτή), με τα χρώματά του, με τη δήλωση μιας σαφούς ταυτότητας με τα δύο στερητικά Α να διαλύουν κάθε προσπάθεια ενσωμάτωσης σε μια άλλη λογική, συμβατική και βολική. Η ποίηση αυτή βρίσκεται στην αντίπερα όχθη· κατοικεί σε χώρους κλειστούς, νυχτερινούς, υπόγειους, σε μπαρ, σε καταγώγια, σε σκοτεινά δωμάτια με κλειστές τις γρίλιες. Κι όταν βρεθεί σε ανοιχτό χώρο, γράφεται πάλι με λέξεις βαθυκόκκινες ή υποκίτρινες, δηλωτικές της εσωτερικής απομόνωσης.

Η ποίηση είναι, κατά μία έννοια, ένας αμυντικός μηχανισμός.. Γράφεις για να κάνεις τη ζωή λίγο πιο βιώσιμη, να βρεις ένα κλαδί να πιαστείς στο ολισθηρό έδαφος, να μην κατακρημνιστείς. Κι εκεί που νόμισες ότι πάτησες στέρεο έδαφος, όλα πάλι ολισθαίνουν προς το βάραθρο. Γράφονται οι λέξεις με μια σχεδόν αυτόματη γραφή, από ένα τοπίο αχαρτογράφητο που αρνείται κάθε λογική επικάλυψη και χλευάζει τις απόλυτες ερμηνείες Η αυτονομημένη πλέον λέξη έχει εξουσία πάνω σου, επιτίθεται, δαγκώνει. Ο ποιητής μας εδώ μοιάζει να το κατανοεί αυτό, έτσι νιώθει πως δεν συγχωρεί η ποίηση επιπολαιότητες και επιφανειακές προσεγγίσεις, αλαζονείες και υπερβάσεις των ταπεινών μεγεθών. Είσαι ό,τι σου επιτρέπει κάθε φορά το ποίημα να είσαι· ούτε πιο πάνω αλλά ούτε και πιο κάτω. Η πρώτη ύλη των ποιημάτων είναι που καθορίζει και το πόσο μακριά μπορούν αυτά να ανοιχτούν. Τα πρόσωπα και τα όνειρα μετρούν το κάθε ποίημα και οδηγούν τον ποιητή να απαθανατίσει μορφές ή να αποστηθίσει λέξεις.

Τα μαλλιά σου ομοιοκαταληκτούν
Με δικά τους σημαινόμενα.
Αλλάζουν τον καιρό.
Μεταλλάσσονται σε τουλίπες Ολλανδίας.
Ποιήματα που με δαγκώνουν ξαφνικά

Και εγώ όλο να ψάχνω αιμοστάτες

Σε μια γωνία μικραίνω του τοίχου
Αποστηθίζω τις πρώτες ύλες του ονείρου
Που επινόησα
Και ήρεμος
Σχεδόν αθώος
Κοιμάμαι.

(Πρώτες Ύλες Ι και ΙΙ)

Με μια γλώσσα που διαρκώς ξεφεύγει από την κοινά συμφωνημένη, τη συμβατή με τα αποδεκτά της σημαινόμενα, επιβεβαιώνει ο ποιητής τον τίτλο της συλλογής του. Και ίσως έτσι είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να βιώσεις τη θέαση του κόσμου από μια προνομιούχο θέση, που δεν ορίζεται από τα μάτια που κοιτάζουν μεν αλλά αδυνατούν να δουν· ο εσωτερικός τρόπος θέασης δίνει τις εικόνες τις ποιητικές. Όπως στο ποίημά του Στον Τειρεσία ή Λουτρά Παλλάδος, αλλού θα βρεθεί η αληθινή όραση (Είδες Αθαναίας στάθεα και λαγόνας Αλλ’ ουκ αέλιον πάλιν όψεαι ώ έμε δειλάν), κατά την προτροπή του ποιητή:

Κοίταξε μόνον μην και σβηστεί
Από τα όμματά σου όλο αυτό

Θα ’σαι πια σχέτλιος στ’ αλήθεια.

Σχετική, φυσικά, η έννοια της δυστυχίας. Πέρα από τα κοινά μέτρα (πόσο ατονούν μπροστά στην κάθε προσωπική βίωση!) η έννοια του δυστυχούντος μόνον ατομικά ορίζεται – ο ποιητικός λόγος αυτό το γνωρίζει καλά. Γι’ αυτό και εδώ έχει θέση η αναζήτηση των ομοειδών, των ομοτράπεζων, των άλλων εκλεκτών, σε μια απόπειρα ο ποιητής να κάνει δυνατή:

Μίαν Έσχατη
Διανοητική Συνεύρεση

(από τη «Βόλτα», αφιερωμένη στη Νατάσα Χατζιδάκι)

ή αλλού συναισθανόμενος ο ίδιος την εκλεκτή συνοδοιπορία ακουμπά στην προμετωπίδα του βιβλίου τα λόγια του άλλου ποιητή για να νιώσει τη συμπερίληψη στο εμείς:
Στα λεωφορεία θα μπαίνουμε. Θα κατεβαίνουμε στις αποβάθρες.
Δίχως επιθυμίες θα πίνουμε. Δεν θα βλέπουμε όνειρα.
Δεν θα βλέπουμε καράβια να περνούν
στο βάθος των υαλοπινάκων.
Τραίνα να μακραίνουνε τους τόπους. Το θάνατό μας
δεν θα βλέπουμε.

(Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα 1973-2008)

Η δυνατή ποίηση, με όποιον τρόπο και αν επιλέγει να μιλήσει, αξίζει να ερευνηθεί στα σημεία της και να αποκρυπτογραφηθεί στα πολλαπλά της σημαινόμενα. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ποιητή Γιάννη Βιτσαρά. Και ακριβώς επειδή στην ουσία πρόκειται για την πρώτη του ποιητική συλλογή, η επισήμανση αυτή αποκτά και το δικό της ενδιαφέρον.

Twitter