frear

Ουδέν κρυπτόν – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Το γυμνάσιό μας ήταν μικτό και μερικοί, διαθέτοντες τάλαντο υποκριτικό, αυτό δεν το ’βλεπαν με καλό μάτι, πού να ξέρει κανείς γιατί, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Έτσι αυτοί, οι ταλαντούχοι υποκριτές, βρήκαν μια κάποια λύση, που να ικανοποιεί τις αγνώστου προελεύσεως συμπλεγματικές αντιλήψεις τους κι έτσι χώρισαν τις τάξεις σε τμήματα κοριτσιών και σε τμήματα αγοριών. Εκτός αυτού στη μέση από το όντως μεγάλο προαύλιο του σχολείου ‒είχαμε αυτό το προνόμιο‒ και από τη μια άκρη του στην άλλη, οι ίδιοι προφανώς, είχαν χαράξει δύο παράλληλες άσπρες γραμμές, σαν αυτές που χωρίζουν τις εθνικές οδούς στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και πέτυχαν να επιβάλουν κανονισμό, τα κορίτσια να πηγαίνουν από τη δυτική και τ’ αγόρια από την ανατολική πλευρά των γραμμών, κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, ώστε να μη μπλέκονται τα βήματά τους, να μη σμίγουν τα χνώτα τους. Τότε δεν είχε βγει ακόμα το τραγούδι: «θα σταματήσω στη διπλή γραμμή του δρόμου», ήταν όμως ήδη γνωστό από παλιότερα το: «θα κάνω ντου», που κάτι μαγκάκια συμμαθητές το σιγομουρμούριζαν μετ’ επιφυλάξεως.

Σιγανά το τραγουδούσαν τα μαγκάκια, κοιτάζοντας προς τις διαχωριστικές γραμμές: «θα κάνω ντου βρε πονηρή, στα στέκια που αράζεις» κι έριχναν τριγύρω ανήσυχες ματιές, σαν κάποιους που βρίσκουν ένα κατοστάρικο στο δρόμο κι ετοιμάζονται να σκύψουν, γιατί όταν ένας διδάσκων του μαθήματος της Ηθικής άκουσε μια μέρα έναν μαθητή να τραγουδά στο διάλειμμα ένα τραγούδι του συρμού τότε, τον πήρε και τον πήγε στο γραφείο των καθηγητών με την κατηγορία ότι: «τραγουδούσε, κύριε γυμνασιάρχα, το γελοίο τραγούδι όνειρο απατηλό». Το παιδί δεν πήρε αποβολή, πήρε όμως φόβο. Όλοι φοβόμασταν τότε.

Ας πάμε όμως λίγο μέσα. Κατά μήκος της τάξης ήταν αραδιασμένα τα θρανία των μαθητών σε σειρές, με διαδρόμους ανάμεσά τους κι απέναντι από τα θρανία ήταν η έδρα και δίπλα ο μαυροπίνακας. Την έδρα την αποτελούσαν μια ορθογώνια ξύλινη κατασκευή, ένα πατάρι χαμηλό δηλαδή και στη μέση στο πατάρι ήταν το γραφείο και η καρέκλα για τον διδάσκοντος, ώστε αυτός ‒ή αυτή ανάλογα‒ να είναι πιο ψηλά να βλέπει τους μαθητές ανεμπόδιστα και να τον βλέπουν κι εκείνοι καλύτερα, τον έβλεπαν μεν, αλλά δεν ήταν σίγουρο αν τον άκουγαν κιόλας. Εκεί μέσα σ’ αυτή την τάξη γίνονταν το μάθημα. Η ώρα κάθε μαθήματος διαρκούσε τρία τέταρτα και ένα τέταρτο ήταν το διάλειμμα. Ήμασταν στη δευτέρα γυμνασίου.

Για εμάς τους διδασκόμενους οι καλύτερες ώρες ήταν οι κενές, που συχνά συνέβαινε να υπάρχουν κι αυτές και οι ώρες τις γυμναστικής, σε δεύτερη μοίρα. Στο διάλειμμα πριν την ώρα της γυμναστικής μπαίναμε στην τάξη, κλείναμε την πόρτα, βγάζαμε τα πολιτικά μας ρούχα και φορούσαμε τη φόρμα της γυμναστικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας συνέβαιναν διάφορα ευτράπελα, αρκετές πλάκες μεταξύ μας, που όμως δεν υπερέβαιναν τα όρια της ευπρέπειας και του σεβασμού του ενός απέναντι στη γύμνια του άλλου, έτσι όπως θυμάμαι. Λίγες εξαιρέσεις υπήρχαν, δημόσιο ξεγύμνωμα ήταν αυτό, αλλά διορθώνονταν πάραυτα, το πολύ να έπεφταν μερικές ψιλές, όταν τραβούσαν προς τα κάτω κανενός το βρακί, όμως αυτά τα ξεχνούσαμε αμέσως.

Συμμαθητής μας στη δευτέρα ήταν κι ο Παύλος, που τον βρήκαμε εμείς οι άλλοι εκεί στάσιμο, γιατί δεν είχε προαχθεί. Λέγανε τα πατριωτάκια του ότι είχε χάσει και μια χρονιά στο δημοτικό του χωριού τους, γιατί γενικώς ο Παύλος δεν είχε ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα. Εκ του φυσικού του κυρίως, αλλά και λόγω της μεγαλύτερης ηλικίας του, ήταν αρκούντως αναπτυγμένος σωματικά και διέθετε πλούσια τριχοφυϊα στο πρόσωπο και στα χέρια του, σε αντίθεση μ’ εμάς τα βυζανιάρικα με το αόρατο ελαφρύ χνούδι, περίπου σαν κι αυτό των κοριτσιών. Το χειμώνα ντύνονταν πολλά ρούχα από μέσα για να ‘ναι ζεστός κι από πάνω σε μόνιμη βάση φορούσε ένα μακρύ πανωφόρι, που τον έκανε να ξεχωρίζει, τον έβλεπες δηλαδή από μακριά κι έλεγες «αυτός είν’ ο Παύλος».

Οι διαχωριστικές γραμμές του προαυλίου δεν αποτελούσαν εμπόδιο για τον Παύλο. Αυτός έκανε ντου και τις περνούσε και πήγαινε στα κορίτσια. Εκείνα περιέργως του έδειχναν μεγάλη συμπάθεια. Τα πιο θαρρετά απ’ αυτά ‒εκείνα που δέναν πιο σφιχτά τη ζώνη στη μέση για ν’ ανεβαίνει λίγο ψηλά ο ποδόγυρος‒ τον περιτριγύριζαν και κουβέντιαζαν μαζί του, ξεσπώντας πού και πού σε τρανταχτά γέλια μ’ ό,τι ο Παύλος τους εξιστορούσε. Οι επιβάλλοντες τους κανονισμούς είχαν απογοητευτεί. Ο Παύλος δεν χαμπάριαζε τίποτα. Ένας διδάσκων του μαθήματος της Λογικής έλεγε ότι ο Παύλος ήταν τρελός, προφανώς για να δικαιολογήσει την αδυναμία του να επιβάλει τον κανονισμό.

Μια μέρα εκεί που βγάζαμε τα ρούχα μας για να φορέσουμε τις φόρμες, τι του ήρθε του Παύλου κι ανέβηκε στο χαμηλό πατάρι της έδρας, έτσι όπως ήταν με το σώβρακο. Γυρίσαμε όλοι και τον κοιτάζαμε με περιέργεια. Τότε αυτός έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο και με μια σίγουρη και συνάμα υπεροπτική κίνηση κατέβασε το εσώρουχό του μέχρι τα γόνατα. Η αποκάλυψη επέφερε κάποια γέλια κι επιφωνήματα έκπληξης και θαυμασμού, αλλά στην ουσία ήταν μια τραυματική εμπειρία για μας, λόγω του εξωπραγματικού μεγέθους και της αναπόφευκτης σύγκρισης.

Φανερώθηκε κάτι που ήταν σαν τον καταρράχτη της Αραπίτσας, όπως τον βλέπαμε σε μια φωτογραφία του βιβλίου της γεωγραφίας. Έκτοτε κάθε φορά που είχαμε γυμναστική ο Παύλος έκανε τα ίδια. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να εμπεδώσουμε πλήρως το θέαμα. Παράλληλα αυξάνονταν η κατήφεια κι έπεφτε μελαγχολική διάθεση στην ομήγυρη. Ο Παύλος είχε πάντοτε την έκφραση της εκδίκησης, σαν να ’λεγε: «εδώ θα τα πληρώσετε όλα».

Ανεξήγητο πάντως ήταν γιατί τα κορίτσια συμπαθούσαν τόσο πολύ τον Παύλο. Γιατί άραγε, ήταν το ερώτημα, ούτε ωραίος ήταν, ούτε έξυπνος, ούτε πλούσιος. Αυτή η ανεξήγητη απορία υπήρχε τότε στη σκέψη μου.

Σ’ ένα από τα σχολικά μας βιβλία, εκεί προς το τέλος της ύλης, είχε μια βιογραφία ενός φιλοσόφου, πέντε έξι γραμμές, τίποτα παραπάνω. Δίπλα είχε μια στρογγυλή εικόνα με μια αρχαία προτομή κι από κάτω σαν λεζάντα τη φράση: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον». Έκτοτε έχω ακούσει κι έχω διαβάσει το συγκεκριμένο ρητό και με άλλες εκδοχές, με διαφορετικές λέξεις, όμως το νόημά του ήταν πάντα το ίδιο. Όλοι κάτι ήξεραν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter