Τα γέρικα χέρια που ζυμώνουν ψωμί
παίζανε κάποτε με αυτοσχέδιες πάνινες κούκλες
γράμματα λιγοστά και μια σπαρτιάτικη λιτή υπογραφή
μα τη ζωή ’μάθαν γερά να κρατάνε στις χούφτες.

Αυτά οδηγούσαν βιαστικά
τον πυρωμένο του άξονα στην τύρβη με λαχτάρα·
στην πλάτη τα νύχια βυθίζονταν ορμητικά
τον έρωτα σφαλίζοντας στη σάρκινη κιθάρα.

Τα ίδια χέρια, που πάντα μιλάνε με χάδια
τα ρούχα τρίβουν συχνά στην ξύλινη σκάφη.
Από τη χρήση ετών κηλίδες απομεινάρια
της νιότης που πέρασε θαμποί ιχνογράφοι.

Χέρια. Κι αν σταυρωμένα στέκουν στον εσπερινό
είναι που δεν γνωρίστηκαν, μα τώρα δοκιμάζουν
κι όλο υπόσχονται πως θα ’βρουν τον καιρό
κάθε που ψυχοσάββατο τα κόλλυβα ’τοιμάζουν.

Χέρια. Μυρίζουνε λιβάνι απ’ το θυμιατό
λάδι, ψωμί και πράσινο σαπούνι
χωράφια οργωμένα, θυμάρι και βασιλικό
εξέχοντας οριακά απ’ το ζιμπούνι.

Πριν απ’ τον πόλεμο, τη γη οργώνανε με το ζευκτό·
τώρα τον χρόνο τιμωρούν στο κομποσκοίνι.
Παρατημένο στο γίκο από χρόνια το πλεκτό
με τις βελόνες στραβές, ακίνητες να τρυπούν τη γαλήνη.

Θολές πια οι γραμμές της ζωής, με ζάρες
σε χέρια αδύναμα, τρεμάμενα, διστακτικά·
οι φλέβες προεξέχουνε θολές, με πανάδες
μ’ απ’ την αγάπη χέρια πάντα ζεστά.

Χέρια που στέριωναν φασκιές
χέρια που ντύναν τα παιδιά για το σχολείο
χέρια που κέντησαν δαντέλες στου νυφικού τις πτυχές
χέρια που τύλιξαν με σάβανο και είπαν το στερνό αντίο.

Ώ! Της μνήμης χέρια, της αγκαλιάς
χέρια παραμυθιών, ονείρων φτερωτά!
Χέρια της μάνας, της γυναίκας, της φωτιάς!
Ώ! Χέρια της γης, στον ουρανό ανοιχτά!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Dorothea Lange (Migrant Mother series, California, 1936).]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.