frear

Εικόνα – του Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Η Ευδοξία είχε περάσει τα εξήντα. Όσο θυμόταν τη ζωή της από τα δεκαεπτά κι ύστερα που έχασε τον πατέρα της ήταν σκυμμένη σε μια ραπτομηχανή. Παιδί φτωχής οικογένειας, με πατέρα αριστερό που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες δεν είχε και πολλές προοπτικές. Έμαθε τη μηχανή σε μια γειτόνισσα μοδίστρα δύο χρόνια και βρήκε δουλειά σε βιοτεχνία ενδυμάτων. Καμιά τριανταριά κοπέλες με έναν επιστάτη σε ένα κακοφωτισμένο υπόγειο έραβαν φασόν. Τρία χρόνια εκεί μέσα κόντεψε να χάσει το φως της και να πάθει κύφωση. Από το σκύψιμο τής έμεινε ένας μόνιμος πόνος στην πλάτη. Φεύγοντας άνοιξε δικό της μαγαζί στην Καισαριανή με είδη ραπτικής και επιδιορθώσεις ενδυμάτων. Δούλευε σκληρά, σχεδόν όλη την ημέρα, αλλά τουλάχιστον ήταν δική της δουλειά. Δεν είχε αφεντικά πάνω από το κεφάλι της. Βοήθησε όσο μπορούσε και την οικογένεια. Πέρασε η ζωή χωρίς καλά καλά να την καταλάβει. Με την κρίση όλως παραδόξως το μαγαζί άνθισε, τα κέρδη αυξήθηκαν. Έβαλε δύο κοπέλες να τη βοηθούν κι εκείνη τα απογεύματα έβγαινε και περπατούσε στο κέντρο για πολλή ώρα. Της το είπε και ο γιατρός. Οι πόνοι στα πόδια οφείλονταν στην ακινησία και την ορθοστασία. Έπινε έναν καφέ στη Σόλωνος σε ένα μικρό καφενεδάκι, το «σπιρτόκουτο» που της άρεσε ιδιαίτερα και ξεφύλλιζε περιοδικά μόδας. Κάποια στιγμή σκέφτηκε ότι έχει ράψει σε χιλιάδες γυναίκες υπέροχα φορέματα και εκείνη δεν νοιάστηκε καθόλου για τον εαυτό της. Ήταν η φτωχή κοπέλα του παρασκηνίου. Αγόρασε ύφασμα και έραψε ένα όμορφο φόρεμα και ένα πανωφόρι. Συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες. Τα λεφτά της περίσσευαν πια. Πήγε σε μια δερματολόγο και έκανε μπότοξ. Της έδωσε και μια σειρά καλλυντικά ανόρθωσης και αντιγήρανσης. Εκείνο όμως που έκανε θαύματα ήταν το μακιγιάζ. Περνούσε πολλές ώρες τα πρωινά φροντίζοντας τον εαυτό της. Αρχικά έστρωνε πάνω στο σκούρο δέρμα της μια ανοιχτόχρωμη βάση. Μετά μέικ άπ, μάσκαρα, σκιές στα μάτια, κι ένα όμορφο κραγιόν στα χείλη έκρυβαν υπέροχα το χθες και την έκαναν να δείχνει πολύ νεότερη. Μόνο τα γόνατά της που έτριζαν κάθε φορά που ανέβαινε σκάλα την πρόδιδαν. Ακουγόταν εκείνο το κρικ της φθοράς όμοιο με το σκόρο που κατέτρωγε τα ξύλα από τα παλιά εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά του κέντρου. Όμως δεν πτοούνταν. Έπαιρνε βαθιά ανάσα, έκανε ένα τίναγμα σχεδόν χορευτικό προς τα εμπρός και συνέχιζε. Είμαστε όπως νιώθουμε, σκεφτόταν. Κι εκείνη ένιωθε νέα! Και της άρεσε πολύ που ο Δήμαρχος κάλυψε την ασχήμια των ετοιμόρροπων κτιρίων του κέντρου με τεράστιες αφίσες σύγχρονου χορού. Αφίσες γεμάτες ζωή και σφρίγος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly