Τα δέντρα αποτελούν μια εμπειρία πολλαπλή.

Κλαδιά που υψώνονται στον ουρανό σαν προσευχή, αρχή και τέλος της βιωτής τους, άλλα όμορφα, κατάφορτα με φύλλα ή και καρπούς, άλλα με βελόνες να ακίζουν τον αέρα, πιο σπάνια γυμνά, ξερά, ρυτιδιασμένα, ενίοτε νεκρά. Αλλάζουν χρώματα, άλλοτε με τον χρόνο, άλλοτε με την εποχή, άλλοτε με την κίνηση, μικρά χρωματιστά ταξίδια. Τα κλαδιά κρύβουν και ήχους, το θρόισμα των φύλλων ή το βουητό του ανέμου, κρύβουν και κίνηση, όταν παρασύρονται πότε από εδώ και πότε από εκεί, χωρίς παρ΄ όλα αυτά να αλλάζουν την αρχική τους θέση.

Ο κορμός συνήθως δεν τυχαίνει τόσης προσοχής. Πότε-πότε περνά από το φτωχό, ανθρώπινο μυαλό πως εκείνος είναι που στηρίζει την ομορφιά που υψώνεται. Λεπτός ή χοντρός, γέρικος ή λυγερός, κάποτε με οπές μικρές ή μεγάλες, κρυψώνες για πετεινά του ουρανού, για ζώα του δάσους ή για τα παιδιά. Έχει συντροφέψει ζευγάρια ερωτευμένων, έχει παρασταθεί σε σκέψεις λυπημένων, έχει καλύψει όσους ήθελαν να κρυφτούν πίσω του- παιχνίδι άραγε ή αλήθεια;

Για τις ρίζες ούτε λόγος. Αθέατες, οι κρυφοί ήρωες ενός θαύματος που συντελείται αλλού, μακριά, ψηλά, όπου εκείνες ούτε καν μπορούν να το δουν. Διψασμένες και εργατικές. Σιωπηλές έως θανάτου. Άσκημες πραγματικά, ιδίως όταν τολμήσουν να εμφανιστούν. Χωρίς καμία ομορφιά πέρα από τη γενναιότητά τους, υφίστανται διωγμό πραγματικό- έως σημείου κάποιοι αφελείς να απειλούν πως θα τις σπάσουν. Ρίζες βουβές, ακάματες, μαρτυρικές.

Κάποτε περπατώντας σε ένα δάσος μακρινό γνώρισα κάποιον που αγαπούσε αληθινά τα δέντρα. Με συγχωρείτε, δεν τον γνώρισα ακριβώς. Ούτε πραγματικά έμαθα αν αγαπούσε τόσο οριστικά τα δέντρα. Πάντως ένας ξύλινος σταυρός, με σκαλισμένα πάνω του το όνομά του ολογράφως και τις χρονολογίες γέννησης και κοίμησής του, βρισκόταν μπηγμένος στο χώμα για να ορίσει το μνήμα ανάμεσα στα δέντρα, συντροφιά αναλλοίωτη, ακήρατη, παντοτινή: Χανς Βέμπερ, 1934-1998.

Τα δέντρα, οι πιο δυνατοί φορείς της συλλογικής τους μνήμης, οι πιο δυναμικοί εκφραστές της γενετικής τους ιστορίας, στέκονται μόνα τους ή ομαδόν. Και γύρω τους ακίνητοι, σε μια στιγμή παγωμένη στον χρόνο, ο έφηβος που σκαρφάλωσε στα κλαδιά τους να αγναντέψει, εκείνος που στήριξε πάνω τους το λυπημένο του κεφάλι να παρηγορηθεί, το παιδί που έκοψε δυο τους φύλλα να παίξει, ο πολεμιστής που παραφύλαξε πίσω τους στη διάρκεια της μάχης ή που πληγωμένος σωριάστηκε ανάμεσά τους, ο καλός που στήριξε την πλάτη του πάνω τους περιμένοντας την καλή, αυτός που κάθισε από κάτω τους λίγο να ξαποστάσει, o διαβάτης, αποσπερνός ή αιώνιος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.