Τα απογεύματα της Κυριακής ήταν για χρόνια η καλύτερη στιγμή της εβδομάδας. Ώρες ολόκληρες γονατίζαμε με τον αδερφό μου ή χωνόμασταν κάτω από το τραπέζι για να ψαρέψουμε τις καρφίτσες που πετούσαν στο πάτωμα η μάνα με τη θεία Αγγελική. Τη Δευτέρα η θεία παρέδιδε συνήθως τις παραγγελίες στις πελάτισσές της και η μάνα μας τη βοηθούσε στο ράψιμο. Εμείς στήναμε καρτέρι γύρω από τα φουστάνια τους κρατώντας ένα μαύρο μαγνήτη στο χέρι. Στο τέλος της ημέρας μετρούσαμε τα λάφυρα. Όποιος συγκέντρωνε τις περισσότερες καρφίτσες, απολάμβανε το φημισμένο νερατζάκι της θείας Αγγελικής και έγλυφε επιδεικτικά το σιρόπι από τα χείλη του μπροστά στα ζηλόφθονα μάτια του άλλου.

Το παιχνίδι με τις καρφίτσες δεν ήταν όμως το μόνο πράγμα που μας κέντριζε το ενδιαφέρον στο σπίτι της θείας Αγγελικής. Ήταν περισσότερο το μυστήριο που περιέβαλε το δωματιάκι δίπλα στο εργαστήριό της. Από εκεί φτάνανε συχνά στα αφτιά μας κραυγές πληγωμένου ζώου που κάθε φορά μας προκαλούσαν το ίδιο τρέμουλο. Η μάνα έλεγε, «Αγγελική το παιδί!» και η θεία αφού τελείωνε το γάζωμα, σηκωνόταν από τη ραπτομηχανή και προχωρούσε τελετουργικά προς την ενδιάμεση πόρτα. Έμπαινε νυχοπατώντας, άρχιζε ένα απαλό και νανουριστικό «ωωωω, το χρυσό μου» και εξαφανιζόταν. Οι φωνές γρήγορα καταλάγιαζαν μέχρι που σταματούσαν. Ώσπου να βγει η θεία, λουφάζαμε στον ποδόγυρο της μάνας. «Είναι ο Σάκης», μας έλεγε εκείνη. «Θέλει κι αυτός τη μάνα του για να ησυχάσει.» Τον Σάκη δεν τον είχαμε δει ποτέ. Κανείς εκτός από τη θεία δεν επιτρεπόταν να μπαίνει σε εκείνο το δωμάτιο. Ξέραμε μόνο ότι ήταν το πρώτο της παιδί. Είχε γεννηθεί με παραμορφωμένο κεφάλι, χωρίς μυαλό και είχε μείνει μωρό για πάντα. Εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πώς ένας άνθρωπος μένει μωρό για πάντα. Αναρωτιόμουν αν είχε κανονικό κεφάλι και σώμα μωρού ή κεφάλι μωρού και κορμί κανονικού ανθρώπου. Ποτέ δεν ρώτησα. Στην έκτη δημοτικού πήρα την απόφαση να διαλευκάνω μόνη μου το μυστήριο.

Ήταν ανήμερα τα Χριστούγεννα. Οι μεγάλοι έτρωγαν και τραγουδούσαν, τα παιδιά παίζανε φιδάκι. Εγώ δεν ήθελα να παίξω. Καθόμουνα απόμερα και σκεφτόμουν τον Σάκη που μια τέτοια μέρα την περνούσε μόνος του στην κάμαρά του. Είχα φέρει μαζί μου ένα ζεστό χριστουγεννιάτικο σκουφί και ήθελα να βρω τρόπο να τον δω και να του το χαρίσω. Περίμενα υπομονετικά να ανάψει το κέφι για να ξεγλιστρήσω και να κατεβώ στο εργαστήριο της θείας. Στάθηκα για λίγο φοβισμένη έξω από την πόρτα του, μετά την άνοιξα και μπήκα. Στην αρχή διστακτικά. Μου πήρε λίγα λεπτά να συνηθίσω στο σκοτάδι. Υπήρχαν ελάχιστα έπιπλα. Μια καρέκλα, ένα κομοδίνο με λάμπα και στη γωνία το κρεβάτι του Σάκη. Ήταν σκεπασμένος με μια χοντρή κουβέρτα, φθαρμένη τόπους τόπους. Σίμωσα στο προσκέφαλο, να δω πρώτα το πρόσωπό του. Το κεφάλι του ήταν αφύσικα πλατύ με μέτωπο εξογκωμένο, αλλά στο ύψος των κροτάφων στένευε ξαφνικά για να καταλήξει σε ένα μυτερό, άσαρκο πηγούνι. Μάλλον με ένιωσε που πλησίασα και άνοιξε για λίγο τα μάτια. Μου φάνηκε ότι μου χαμογέλασε. Σκέφτηκα αμέσως να του το ανταποδώσω, αλλά η μορφή του με απώθησε και έκανα ένα βήμα πίσω. Από πάνω ακουγόταν τραγούδια και χτύποι τακουνιών στο πάτωμα. Χόρευαν. Έβγαλα τότε κι εγώ τον χριστουγεννιάτικο σκούφο από τον κόρφο μου, πλησίασα θαρρετά προς το κρεβάτι και τον φόρεσα απαλά στο κεφάλι του. «Χρόνια πολλά, Σάκη», του είπα. «Του χρόνου να το ξέρεις, δεν έρχομαι, αν δεν είσαι και εσύ απάνω. Αλλά για φέτος θα βγάλουμε αυτές τις χοντρές κουρτίνες απ΄ το παράθυρο. Δεν κάνει να κάθεσαι στα σκοτάδια.» Πήγα στο διπλανό δωμάτιο, πήρα το ψαλίδι από τον πάγκο εργασίας της θείας και κατευθύνθηκα αποφασιστικά προς το παράθυρο. Έκοψα τις κουρτίνες σε μεγάλες κάθετες λωρίδες και έπειτα τις μάζεψα σε έναν σωρό στο πάτωμα. Βγαίνοντας είδα το πρόσωπο του Σάκη που το φώτιζε το φως του απομεσήμερου. Έμοιαζε λιγότερο αποκρουστικό.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Σαμάνθα Έβερτον.]