frear

Στο οδοντιατρείο – του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ο λευκοφόρος άγγελος έσκυψε σαν χειρουργός που ετοιμάζεται να ανοίξει τον ασθενή. Έτσι τον έβλεπα πάντα τον πατέρα μου πάνω στους ασθενείς του. Στον απέναντι τοίχο η μαρμάγκα ύφαινε τον ιστό της. Γάτες κλαψούριζαν απέξω. Η καρέκλα έτριξε καθώς ο κοχλίας στην γκαρότα. Αναρωτήθηκα τι θα ανακάλυπτε μέσα του αν–, και μούδιασα. Οδόντα αντί οδόντος, μια φωνή ακούστηκε. Ο κατάδικος στην καρέκλα. Βαριανάσαινε. Ιδρώτας έσταζε στο πάτωμα. Και μένα μού λύθηκαν τα πόδια. Δεν θα ξεχάσω το κατάλευκο μαντίλι που βάφτηκε στο αίμα χρώμα, μέχρι που ο πατέρας τού πρόσφερε ένα πανί κίτρινο σαν θειάφι, να σκουπίσει τα δάκρυά του. Α! είπα, ακόμα κι οι μεγάλοι φοβούνται· κανείς δεν μ’ άκουσε, κι ένιωσα μια σουβλιά στη ρίζα του δοντιού μου. Ο δήμαρχος έβγαλε το πορτοφόλι –όρκο θα ’παιρνα πως ήταν από ανθρώπινο δέρμα- αλλά το μετάνιωσε στη στιγμή βλέποντας την τανάλια λαίμαργη να ανοιγοκλείνει. «Γιατρέ, στείλε τον λογαριασμό στο σπίτι με τον μικρό» είπε, κι εγώ πάγωσα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter