frear

Τόκυο – του Απόστολου Θηβαίου

Τόκυο

Σ’ έχω δει ξανά. Έχεις έρθει εδώ πολλά χρόνια πριν. Δίδαξες, λέει, στους στενούς δρόμους της πολιτείας, σκοτώθηκες στα πεδία των μαχών, σε κάποιον άλλο αιώνα, λέει, πεθαίνεις γκρεμισμένος απ’ τη μοναξιά. Σ’ έχω δει, είμαι σχεδόν βέβαιος. Η όψη σου μοιάζει παράξενα οικεία. Λούζεται στο ξαφνικό της αστραπής, κερδίζει σε νιάτα, γίνεται πότε περιδέραιο της πολιτείας και άλλοτε ολόχρυσος γρύπας.

Όλες οι παλιές ταξιαρχίες σκύβουν το κεφάλι όταν περνάς και στην κόχη του καινούργιου αιώνα, μπορείς και γεννιέσαι από χρόνο και ιστορία σε μια επιβλητική συμφωνία όλων των διαθέσιμων εγχόρδων αυτής εδώ της νύχτας.

Σ’ έχω δει ξανά. Αποκαλύψου λοιπόν τώρα παντού στους ανθρώπους. Αμβέρσα, Λίβερπουλ, Αθήνα, Ντόρτμουντ, Βελιγράδι, Σεράγεβο, Τόκυο των ποιημάτων, αβάσταχτο. Με χάλκινους κρίκους σήκω απ’ τα νερά, βασίλισσα, μάγισσά μου, με χιόνι γύρω σου, μέσα σου παντού, με στρώσεις από χρώματα, εσύ και οι εποχές σου, εσύ και ο έρωτας, απόγευμα κάτω από κήπους κρεμαστούς στα βάθη της Κορίνθου, χαρά γνήσια παιδική, να σε διασώζει μονάχα η ακλόνητη φωτιά του Ιουλίου.

Ίσως τ’ όνομά σου να ήταν πάντα η καλύτερη μου φωνή, το πρώτο και τελευταίο θαύμα του μικρού θεού που κοιμήθηκε πριν χρόνια εντός σου. Ίσως λέω και

Εδώ όλα τελειώνουν.Μια ακουστική κιθάρα γεννημένη στις σκληρές πέτρες χτυπά πάνω στον ουρανό. Είσαι ήρωας κιόλας ψιθυρίζουν τα βάθη του μαγαζιού, εκεί που είναι πράσινο το φως και ο χρόνος ασύλληπτα αθροίζεται μακριά σου. Το σκηνικό είναι τύπου Ε. Χόπερ, με αράθυμους φαντάρους χαμηλά στην πόλη, να σε συντροφεύουν.

Σ’ έχω δει ξανά Μα τώρα νιώθω πως πρέπει να τραβήξεις απροστάτευτος την πορεία σου, γι’ αυτό, ας έχουν οι δρόμοι σου ελπιδοφόρα ξάγναντα και πυκνά περιβόλια και ας είναι της ζωής σου μέριμνα, των πραγμάτων και της ομορφιάς οι σημασίες.

Οι φίλοι ας σε φωνάζουν Στηβ, εραστή των τηλεφωνικών θαλάμων των γερασμένων απ’ την αγωνία κοριτσιών, που για σένα θα έκαναν τα πάντα, σου λέω τα πάντα, αρκεί μια λέξη σου Στηβ, να σ’ ακούσουν να προφέρεις τ’ όνομά τους απόψε που η πόλη γεμίζει κίνδυνο. Δεν πρέπει να φοβάσαι, μονάχα να θυμάσαι όλα τα μυστικά Στηβ, μη φοβάσαι Στηβ, μη φοβάσαι. Τώρα όμως κάπως σώνεται η ανάσα μου, λιγοστεύει ο άνεμος και η λογική του δέρματός σου είναι εκτός στοιχημάτων Στηβ.

Δαντελένια, βραδινά φορέματα

Όσες από τις κυρίες το επιθυμούν, μπορούν να περάσουν στα μέσα δωμάτια. Ρούχα εποχής, ακατέργαστα ρετάλια, σωροί από κουρέλια και χρώματα σε όλες τις διαστάσεις, σε κάθε μήκος, σε κάθε πλάτος, για όσες κυρίες το επιθυμούν. Σε κάθε δωμάτιο αυτού του πολύπτυχου ατελιέ αναβιώνει μια εποχή. Παράδειγμα, στα δώματα της Πέννυ, με καταιγιστικούς ήχους ηλεκτρικών κιθάρων, ζωντανεύει η αυγή του 1970, με ψυχεδελικά σύνολα και περίτεχνες γειώσεις. Στην αίθουσα Ιοκάστη, ξαναζούν τρυφερές θεραπαινίδες, αυστηρής ομορφιάς, περίτεχνης δυστυχίας, με αυτοφυή να ελίσσονται στο σώμα τους.

Όσες κυρίες το επιθυμούν, μπορούν να διαλέξουν κατά την έξοδό τους ένα δείγμα της εξαίρετης δουλειάς που πραγματοποιείται στους ορόφους μας. Μ’ ένα ελάχιστο αντίτιμο, σχεδόν μόνο με τον άνεμο απ’ το χαμόγελό της θα μπορέσει καθεμιά σας απόψε να διατρέξει το Λονδίνο, την Αθήνα, το Βελιγράδι, το Μόντρεαλ, τη Λισσαβώνα φορώντας ένα εξαίρετο δείγμα του καιρού που πέρασε για πάντα.

Ύφανση

Γεννήθηκε στο Βελιγράδι. Εκεί έζησε, εκεί αγαπήθηκε, εκεί σκοτώθηκε, στο Βελιγράδι. Έφτιαχνε ρούχα για τον λαό. Κάθε πρωί γυμνοί συνωστίζονταν οι άνθρωποι στον δρόμο έξω από το σπίτι του, σχηματίζοντας μια μακριά αλυσίδα από παγωμένες ψυχές. Εκείνος μετρούσε, έκοβε με ακρίβεια κομμάτια απ’ το ύφασμα της προτίμησής τους, έψαχνε ένα καινούργιο όνομα για κείνους, τους φιλούσε σαν Ιούδας, τους ελευθέρωνε σαν πουλιά ταξιδιωτικά. Σιγά σιγά η πόλη απέκτησε ανθρώπους όλων των χρωμάτων και όλες οι εποχές συμβολίζονταν στους δρόμους της.

Ο θάνατός του κάποιο πρωί στοίχισε τόσο στην ανθρωπότητα. Διότι υπήρξαν ακόμη γυμνά πρόσωπα, απροστάτευτοι άνθρωποι σε κάθε μήκος και πλάτος της πολιτείας μας. Όσοι δεν πρόλαβαν κατέφυγαν στους λόφους που περιβάλλουν κάθε εποχή. Εκεί ντύθηκαν τον καιρό, έφτιαξαν δικά τους σχήματα, δέρματα δικά τους απέκτησαν και ποτέ δεν επέστρεψαν. Οι άλλοι, οι κάποτε ευτυχείς γρήγορα κατάλαβαν την προδοσία του αρχαίου ράφτη. Όμως τώρα τα χρώματά τους ήταν καθορισμένα και κάπως φθαρμένα και η ελευθερία τους στερημένη. Ζήλεψαν τους ανυπεράσπιστους εκείνης της τρομερής βραδιάς που κρατούσαν ακόμη τ’ όνομά τους, που είχαν δικούς τους θεούς, δική τους πολιτεία και έτσι θρηνώντας πίσω απ΄τα φώτα των θεάτρων έζησαν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Javier Corso.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly