frear

Για το βιβλίο της Αθηνάς Καραταράκη «Εν δρυμώ ξύλον» – γράφει ο Γιώργης Ε. Μανουσάκης

Αθηνά Καραταράκη, Εν δρυμώ ξύλον, εκδ. Το ανώνυμο βιβλίο, Αθήνα 2016
ή το θάλπος της ποίησης για τον διωκόμενο αρνητή

Αυτή είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Αθηνάς Καραταράκη. Η πρώτη με τίτλο Μπετόν Αγγέλου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός το 2003. Παράλληλα η Καραταράκη ασχολείται και με το τραγούδι ως συνθέτρια, στιχουργός και ερμηνεύτρια. Έχει μεταφράσει επίσης αρχαίους λυρικούς ποιητές, το Άσμα Ασμάτων και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, αποσπάσματα των οποίων μελοποίησε ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης.

Στη συλλογή τώρα. Ήδη στον τίτλο διακρίνουμε μία προσήμανση: το ένα δέντρο μέσα στο σύνολο του δάσους. Αυτό σηματοδοτεί το ποιητικό υποκείμενο ως μονάδα διακριτή μέσα και έξω από το σύνολο, αυτόνομη, συνυπάρχουσα, επηρεαζόμενη. Μιλάμε λοιπόν για τεχνικές αυτοπροσδιορισμού μέσα από τη γραφή.

Σε μια πρώτη ανάγνωση διακρίνουμε σε όλη την έκταση των γραφομένων ορατό το τρίπτυχο έκφραση – επικοινωνία/εξομολόγηση – δημιουργικότητα. Έτσι εκφράζονται τα συναισθήματα, παρατηρούνται τα φαινόμενα και ανιχνεύονται οι καταστάσεις, πράγμα που οδηγεί βέβαια σε επικοινωνία αρχικά του ποιητικού υποκειμένου με τον εσώτερο εαυτό του και με το συλλογικό κοινωνικό γίγνεσθαι και σε δεύτερο επίπεδο με τους αναγνώστες. Όλα αυτά μέσα σε ένα πλαίσιο δημιουργικότητας, που υπηρετεί η πράξη της γραφής – αποτύπωσης των συναισθημάτων. Σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο εντοπίζεται ο κοινός παρανομαστής όλων όσοι γράφουν ή γενικότερα δημιουργούν: η λυτρωτική διάσταση της Τέχνης. Μια οδυνηρή τελετουργία (αρχικά ανίχνευσης, παραδοχής και συμφιλίωσης και τελικά) εξορκισμού των δαιμόνων μας. Η λογοτεχνική πράξη παγκοσμίως ενσωματώνει τον αυτοπροσδιορισμό μας σε σχέση με τα γεγονότα, τη μέθεξή μας με αυτά, την αποτίμησή τους σε συναισθηματική κλίμακα (πράγμα που καθορίζει και τη στάση μας απέναντί τους) και την ανίχνευση πιθανών διεξόδων.

Οι κύριοι θεματικοί άξονες: νύχτα, φως, θάνατος, απώλεια (η αίσθηση του μισού/ανολοκλήρωτου που απομένει), απουσία, ο χρόνος που φεύγει, η φθορά των πραγμάτων, η αίσθηση του αποχωρισμού, το άστυ ταυτιζόμενο με μια εικόνα ερήμου και η ψυχική (και κοινωνική μας) διαφοροποίηση στο περιβάλλον χώμα – φύση σε σύγκριση με το περιβάλλον άσφαλτος – άστυ.

Η ποίηση της Καραταράκη συνιστά μια εσωτερική φωνή, αισθαντική, με έντονη την παρατήρηση στιγμών και βιωμάτων που τροφοδοτούν σκέψεις και μετουσιώνονται σε συναισθήματα, άρα συνεισφέρουν στην επικοινωνία. Έχεις την αίσθηση ότι σε κάθε ποίημα ανιχνεύεται η ιστορία πίσω από την εικόνα. Η αλλαγή της εποχής μας, η μετάσταση της τάξης των πραγμάτων, το βίωμα, η φθορά που προξενεί ο ποταμός του χρόνου, η φιλοσοφημένη ενδοσκόπηση (Επιτήδευση) και η συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με παρελθοντικές στιγμές, ρωγμές «για να περάσουν απέναντι», αποτελούν ιδιάζουσες συνιστώσες του ποιητικού αποτυπώματος της συλλογής.

Ο ποιητικός λόγος χαρακτηρίζεται από εναργή εικονοπλασία και έντονη λυρική αίσθηση, σχεδόν ελεγειακή κάποιες φορές. Έχουμε λειτουργία της μνημονικής αφήγησης, ορθή χρήση ρυθμού και έμμετρης φόρμας, καθώς επίσης και σε κάποια ποιήματα αρμονικά ενταγμένη παρουσία γνωμικής βαθύτητας. Σε κάποια ποιήματα (Δέντρο ΙΙI-IV) ο στίχος θα κέρδιζε, αν ήταν μικρότερης έκτασης. Αυτό φυσικά συμβαίνει, γιατί το ποιητικό υποκείμενο ξεδιπλώνει αναλυτικά την αίσθηση των πραγμάτων και την αποκωδικοποίηση των σκέψεών του. Αυτή, υποθέτω, είναι κατά την ποιήτρια (και όχι μόνο) και η βασική λειτουργία του.

Η γλώσσα εξυπηρετεί τη μετρική φόρμα και ο στίχος είναι κατά βάση μοντέρνος αλλά και με εμφανή στοιχεία παραδοσιακού, ανομοιοκατάληκτος, με ύφος αλλού πεζολογικό και αλλού όχι (ερανίζομαι ως παράδειγμα το ποίημα Της πόλης, μια ενδιαφέρουσα αναμέτρηση του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου με μοντέρνα / αστικά θέματα),. Η ποιητική γλώσσα αναμιγνύεται (ιδιαίτερα στα ποιήματα μνημονικής αφήγησης) με στοιχεία γλώσσας της καθημερινότητας, κάποιες φορές δημώδους, με ιδιόλεκτο χωριού και παλαιότερων εποχών, που δίνουν και αντίστοιχο άρωμα στον στίχο. Έτσι εξυπηρετείται η αίσθηση έκφρασης και επικοινωνίας ως προς την ουσία και συνάμα ως προς το λεκτικό της περίβλημα, ανιχνεύοντας την ταύτιση, ψηλαφώντας τη νοσταλγία, ανασαίνοντας το τότε οικείο και συνάμα ανθρωπινότερο περιβάλλον. Ταυτόχρονα δίνεται και η αίσθηση της αλλοτινής αθωότητας σε αντιδιαστολή με την πνιγηρή ατομικότητα και την ασφυκτική μοναξιά του αστικού περίγυρου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

 

Twitter