frear

Για τη «Λαβή» του Ευάγγελου Ι. Τζάνου – γράφει η Γιούλη Βολανάκη

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Λαβή (διηγήματα), εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2011.

Λαβή = πάλη με τη γλώσσα

H συλλογή διηγημάτων Λαβή απαρτίζεται από 12 πεζά κι ένα πεζόμορφο ποίημα, το οποίο φέρει και τον ομώνυμο τίτλο. Η λέξη λαβή, που χρησιμοποιεί ο Ευάγγελος Ι. Τζάνος ως τίτλο στη συλλογή διηγημάτων του, είναι για μένα σημαίνουσα, ιδίως από τότε που έχοντας αναλάβει την επιμέλεια της μετάφρασης του τελευταίου βιβλίου του Αξελού είχα επισημάνει την ύπαρξή της σε κομβικά σημεία. Εξαιτίας της πολυσημίας της οδηγούσε κάθε φορά, ανάλογα με το περικείμενο, σ’ άλλο δρόμο. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να ξεκινήσω με ένα απόσπασμα από το Παιχνίδι του Κόσμου, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις της Εστίας. Θεωρώ ότι εμπεριέχει και εκφράζει εναργώς ερωτήσεις και προβληματισμούς που και ο Τζάνος επεξεργάζεται στο βιβλίο του:

Το ακριβές και συγκεκριμένο γίγνεσθαι παραμένει «απρόβλεπτο» όσο καθαρά μπορούμε να δούμε –ή να πιστέψουμε ότι βλέπουμε– να χαράζονται οι γραμμές του. Θα εκτυλιχθεί σαν απροσδιόριστη πρόοδος; Σαν χρονική επιστροφή του-ίδιου-και-του-διαφορετικού; Θα γνωρίσει νέες πτώσεις; Θα γεννήσει νέο; Εμφανίζεται ως αδύνατον να προβλεφθεί σύμφωνα με μια γραμμή ανέλιξης που θα προεκτεινόταν. Το αίνιγμα της υποστροφής διαφεύγει απ’ την κατανόηση. Οι πτώσεις δεν γίνονται ποτέ εκεί όπου τις περιμένει κανείς. Το νέο είναι, εξ ορισμού, αδύνατον να το προείπουμε. Οι ερειπώσεις και οι αναγεννήσεις, παρότι προετοιμασμένες, εμφανίζονται σαν έκπληξη και ως εκ τούτου καθιστούν εξαιρετικά προβληματική κάθε λαβή πάνω στο μέλλον, το οποίο εμπαίζει τα σχέδια των εγχειρημάτων μας.

Υπάρχει όμως μία λαβή, στην οποία αναφέρεται ο τίτλος; Διάβασα και ξαναδιάβασα το βιβλίο (επ’ ευκαιρία ας κάνω μια ελάχιστη μνεία στους απροσδόκητους και προσφυείς τίτλους των περισσότερων διηγημάτων), αναδιευθετώντας τη σειρά με την οποία αυτά προτείνονται, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας μίτος που θα καθοδηγούσε την προσωπική διερεύνηση αυτού του πολλαπλού σήματος-λαβή.

Ξεκινώ με το ομώνυμο κείμενο, του οποίου ραχοκοκαλιά και στημόνι είναι ένα ποίημα του Αντρέα Παγουλάτου. Εδώ το, με έντονα στοιχεία επισημαινόμενο, γλωσσοκεντρικό ποίημα λειτουργεί ως λαβή-ευκαιρία για να υφάνει ο Τζάνος ένα δικό του, εντός αγκυλών, που διαρθρώνεται με μάλλον υπερρεαλιστικό τρόπο, κι έτσι π.χ. από το «με τις βάρκες, τα καράβια και τα υπερωκεάνια που κατασκεύαζαν πριν ξεσπάσει η κρίση», οδηγούμαστε σε συνεχές χωρίς στίξη κείμενο: «με τις βάρκες [τις σαπισμένες από τα σκοτωμένα αίματα των άσπρων ξεκάλ/τσωτων γυναικών] τα καράβια [τις χύτρες της καταφρόνησης τα πλημμυρισμένα / απ’ τα κρυφά δάκρυα τα σπέρματα] και τα [δυσώδη ουρλιαχτά των αντρών μπρο/στά στην αν]υπερ[άσπιστη υπεροχή της αξιέπαινης ου μην αλλά και θαυμαστής μυϊκής δύναμής τους και τα υπερ]ωκεάνια [περιοχή των αγοραπωλησιών…».

Περνώντας στη Θρησκεία των Λέξεων, νομίζω πως η αναδιήγηση, της ιστορίας του Ιωσήφ, με ελάχιστες αποκλίσεις (όπως μια αναφορά στο διαδίκτυο και μια φράση-κλειδί που με οδήγησε στο επόμενο διήγημα) είναι στην πραγματικότητα μια στέρεη λαβή-υπόμνηση του ζωτικού τής προφορικής αφήγησης. Η αναφορά στο διαδίκτυο φέρνει στο νου κάτι αντίστοιχο από τη μεταγενέστερη νουβέλα του Τζάνου Αφανισμός, κυρίως όμως κλείνει το μάτι στον αναγνώστη υπενθυμίζοντάς του ότι οι ιστορίες λαμβάνονται και εκφέρονται από τον εκάστοτε αφηγητή. Η φράση που με πήρε από το χέρι και με πήγε στο επόμενο διήγημα είναι η σκέψη του Φαραώ για το όνειρό του: «Τι θέλει να μου πει ο Θεός; Ύστερα θυμήθηκε ότι και ο ίδιος είναι Θεός, είδε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και ξανάπεσε» στο κρεβάτι.

Ένας άλλος βασιλιάς, που «το αρσενικό όνομά του είχε διά νόμου απαγορευτεί ν’ ακούγεται, η νεαρή Ηγέτις» δεν είχε φορέσει ακόμη το μεταξωτό σακάκι, σύμβολο υπέρτατης εξουσίας, στο διήγημα Σανγκάη. Σ’ ένα περιβάλλον φουτουριστικό, όπου το βασιλικό στέμμα διεκδικείται ν’ αντικατασταθεί είτε μ’ ένα περίτεχνο χτένισμα είτε με μια καλοραμμένη μαντίλα είτε μ’ έναν φανταχτερό πιλίσκο, τελικά στην πόλη περιφέρεται από τον αρχιυπηρέτη της Αυλής ένα άδειο σακάκι από ύφασμα «Σανγκάη». Η Ηγέτις, θεατής και η ίδια, παρακολουθεί από το παράθυρο του εξώστη τα διαδραματιζόμενα ενώ η σφυρίχτρα του υπερωκεάνιου ακούγεται ξανά και ξανά πριν αυτό απομακρυνθεί σιωπηλά.

Να, ένα ακόμη υπερωκεάνιο μετά απ’ αυτό της Λαβής, που σαν Μεγάλος Ανατολικός αναβαπτίζει τις ιδέες ενόσω τα λάπτοπ σηκώνονται στον αέρα σαν λάβαρα. Ποιο είδος λαβής μπορεί να βρει κανείς σ’ αυτό το κείμενο; Ίσως την εξαρθρωτική αρπάγη μιας καταναλωτικής κοινωνίας που αγοράζει και ξεπουλά τα πάντα πάνω στο πλανητικό μας υπερωκεάνιο…

Κι αυτό με οδηγεί στην επόμενη λαβή, τη Λυτή Θηλιά: εδώ, με προγραμματικά υπερρεαλιστική γραφή (Άλλη αδελφή δεν είχα παρά μόνο τη Βιολέτα. Το χειμώνα γινόταν μαύρο γούνινο μανσόν και το καλοκαίρι χαλάρωνε, όπως τα όστρακα, κι εμφάνιζε το περιεχόμενο ροζ μαργαριτάρι της) ο Τζάνος μάς εισάγει στη δυστοπία της υπόγειας Ωραίας Σαμπουεϊλάνδης: οι άνθρωποι «κάνουν το σταυρό τους, ασπάζονται το κοράνι και κρατώντας στο χέρι την τορά αποστηθίζουν το καταΜαράν ευαγγέλιο, όπου περιγράφεται ο βουδιστικός βίος και πολιτεία». Η έλλειψη συναισθημάτων και η προβολή τους στον κρεμασμένο στον θώρακα πίνακα ανακοινώσεων συνδυάζονται με ευφάνταστα ονόματα: η Έφη Γκαζέλα, ο Βρίσκει όλα τα Χαμένα, η Μεγάλωσε με την Ιδέα ότι είναι Όμορφη, ο Αχιλλάς, η Κακιά Χοληστερίνη, ο Γκαστρώνει, όλοι ανεξαιρέτως έχουν μιαν αναπηρία, έλλειψη συναισθημάτων και ερίζουν για ένα αδέσποτο ξεχαρβαλωμένο πιάτο γλάστρας. Ο κατηγορούμενος για τη δήθεν κλοπή του επρόκειτο ν’ απολογηθεί υποστηρίζοντας: «Πιθανώς το ανώτερο στάδιο της γραφειοκρατίας να είναι η απώλεια του επιλέγειν».

Ποιοι και τι είναι οι κάτοικοι αυτής τής, μετά την τήξη των πάγων στην Αρκτική, εποχής; Πεπτωκότες άγγελοι, που έχουν φαγούρα στις φτερούγες τους, φτερωτά όρνια που κατασπαράσσουν κι αφοδεύουν ή μήπως άνθρωποι-πουλιά που ξέχασαν να πετούν;

Ωστόσο ένα πουλί πράγματι, κατά τον συγγραφέα, σώζει τον Μεθόδιο Ανθρακίτη την ώρα της δικής του επικείμενης απολογίας στο Συμβούλιο, που υποκαθίσταται από «Δεινή σιωπή». Γαντζωμένος στον καρπό του γέροντα, ο αετομάχος τον σηκώνει στον αέρα και τον φυγαδεύει, πριν η πυρά κάψει τα χειρόγραφά του: μια Λογική, μια Φυσική και μια Αριθμητική. Ο γέροντας, αναδυόμενος, πριν αποχωρήσει, είπε απαλά στους συμβούλους: Οι απουσίες των αγαπημένων μας προσώπων μεταμορφώνουν και τις δικές μας σιωπές.

Με μια λαβή απόδρασης λοιπόν, σώζεται ο φορέας της γνώσης, της φιλοσοφίας και της δημώδους γλώσσας, που τη μεταδίδει με χειρόγραφα –επόμενο στάδιο μετά το προφορικό. Όμως, φευ, τα κείμενα καίγονται, αφού η λαβή είναι ενεργή μόνο ως προς τον φορέα της γραφής, που λόγω της προδρομικότητάς του θεωρείται αιρετικός είτε φρενοβλαβής.

Συνειρμικά πάλι, επιστρέφω στο εκτενές διήγημα με το οποίο ξεκινά το βιβλίο: η «Νημερτής», όνομα Νηρηίδας που σημαίνει Αναμάρτητη, και ο σύζυγός της, ο Άσης είναι τα βασικά πρόσωπα που διαχειρίζονται τη σιωπή και τη βία του κοινού βίου τους. Αν και τα ονόματα παραπέμπουν στην αρχαιότητα, η κατοικία παραπέμπει στο παρόν των πολυκατοικιών και τα επαγγέλματα, τροπαιοποιός αυτός και αποφθεγματογράφος αυτή, σ’ ένα ακαθόριστο μέλλον. Η κατάσταση είναι γνώριμη: η ανάγκη ολοκληρωτικής επέλασης του αρσενικού στο κοινό μικροσύμπαν. Ο Τζάνος με ενάργεια και μικρολεπτομέρειες που ξαφνιάζουν με τη διεισδυτικότητά τους, περιγράφει τη συρρίκνωση της γυναίκας και της ίδιας της σχέσης, οδηγεί βήμα το βήμα τη Νημερτή προς τα κάτω, έως την κατάδυσή της στο βάθος όχι ενός αναμενόμενου ίσως λόγω ονόματος ωκεανού, στο υγρό στοιχείο, αλλά ενός φωταγωγού, όπου βρίσκει χώρο για ν’ ασκηθεί στην πραότητα και στην ενδοσκόπηση: «Τι θ’ απογίνουν Άση τα βιβλία που διαβάσαμε κι οι μουσικές που ακούσαμε; Θέλαμε να μιλήσουμε για τόσα όμορφα και σπουδαία πράγματα, όμως τώρα τα βλέπουμε να ρίχνονται στον υπόνομο ή να θάβονται στο χώμα… Καταφέραμε να γίνουμε περιττοί, ρημαγμένοι, και στα μάτια των νέων υπαίτιοι για τη φρεναπάτη που στερούνται. Προσπαθήσαμε, Άση, να έχουμε την επικοινωνία που δεν είχαμε με άλλους. Δεν τα καταφέραμε. Νικηθήκαμε δίχως πόλεμο». Εδώ, η λαβή που θα ελευθέρωνε γίνεται θηλιά που πνίγει τον φορέα της αποφθεγματικής γραφής, της γραφής της βεβαιότητας.

Από τη «Νημερτή» στην Αλέκα της «Διαδικασίας της Αναστολής», αυτήν που δεν καθρεφτίστηκε ποτέ στα μάτια των δικών της ούτε και του εαυτού της. Που πίστευε πως «ο άνθρωπος στέκεται στα πόδια του από μιαν ουράνια ενέργεια που διαπερνά το κορμί του». Κι όταν ξεπηδά η αληθινή δυστυχία μέσα της γίνεται «μια βάκχη σε παρακμή, σαγηνευμένη από την αθλιότητα». Εδώ η οδύνη της ηδονής μετατρέπεται σε απονεκρωμένα αισθήματα, ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ ένα όχημα αναστολής του ανθρώπινου. Εδώ η γραφή-αφήγηση αδράχνει λαβή κατόπτρου για ν’ απεικονίσει τη σκληρότητα. Ο συγγραφέας είναι παντογνώστης. Αναδεύει τ’ απομεινάρια της αγάπης και του χαμόγελου, υποδεικνύει την πηγή της αληθινής δυστυχίας και της επιβεβλημένης βλοσυρότητας. Δεν προσφέρει όμως καμία χείρα βοηθείας μέσω του λόγου στα θύματά του.

Και μιας και ο λόγος περί βλοσυρότητας, ας μεταφερθούμε στην Αθήνα της εποχής του νερού του Καματερού, στη διήγηση «Το γονίδιο της Βλοσυρότητας», που μελετά την αρρώστια και τον θάνατο από την οπτική γωνία ενός 13χρονου που μυείται στη συνδιαλλαγή μαζί τους. Ιδιαίτερο το μαύρο χιούμορ, που διεισδύει ως καταλυτικό αντίδοτο στη λαβή-μέγγενη της ζωής, η οποία εξαρθρώνει τους ανθρώπους: «Ο πατέρας μου ήταν υπερευαίσθητος άνθρωπος και αδιόρθωτα λυπημένος. Έζησε τη ζωή του όπως αν καθόταν ζαρωμένος και αμήχανος σε έναν ξένο πανάκριβο καναπέ που, για να μην τον λερώσει, προτιμούσε να χαλάσει τα ρούχα του. Ωστόσο, μέχρις εκεί. Καμιά αναποδιά δεν κατάφερε να μεταμορφώσει την αγνή ψυχή του, που βέβαια φρόντιζε να κρύβει καλά κάτω από ένα τραχύ φέρσιμο. Είχε βαδίσει μια μεγάλη ανηφόρα, χωρίς ποτέ να βρεθεί κανείς να του σφουγγίσει το πρόσωπο, γι’ αυτό δεν μου φαίνεται περίεργο ότι πελαγοδρόμησε στο λαβύρινθο της χαρτοπαιξίας, από την οποία κατάφερε να απαλλαχτεί μόνον όταν οι φυσικές του δυνάμεις τον είχαν εγκαταλείψει».

Όταν ο έφηβος αναγκάζεται να περιπλανηθεί ψάχνοντας διανυκτερεύοντα φαρμακεία, αφήνεται, με το άλλοθι της παιδικής αφέλειας, να γίνει εύπιστος, μέρος του γενικευμένου παραληρήματος, ή ίσως παρατηρεί, ώστε να μαρτυρήσει αργότερα με τα λόγια του το ποιος και πώς «έπαιξε με την αγωνία των εύπιστων ανθρώπων». Η ίδια η σουρεαλιστική πραγματικότητα του εμπορίου ελπίδας μα και η περιγραφή του συγγραφέα είναι συγκλονιστικές.

Στο παραλήρημα, όχι το κοινωνικό, το γλωσσικό αυτή τη φορά, ανήκει και ο ακατάσχετος λόγος της Πηγής στη Φωφώ, που επιταχύνει το «Τέλος της Φιλοξενίας» της. Μα τι αυθεντική διήγηση! Το Γκάζι μέσα από τις αναμνήσεις μιας γυναίκας που πέρασε τη ζωή της εκεί, «δε βγαίνει απ’ το σπίτι, κοιτάζει τους νεκρούς κατάματα, τους ξεσκονίζει και τους μιλάει». Τιτάνια, Ορφέας, Ρεξ, τραμ, αυλές, φωτογραφίες συγγενών, εξορίες, ιστορίες, ρήσεις: «Τα γεράματα είναι ποινή». Ο προφορικός λόγος κατακλύζει το σύμπαν, κατακυριεύει το προσκήνιο, προσκαλεί σε θεραπεία της αθεράπευτης μοναξιάς, εν αντιθέσει όμως κατατροπώνει τον αμέτοχο συνομιλητή, στήνει βρόχια γύρω του που τον τρέπουν σε φυγή, αμέσως μόλις τα καταφέρει. Ο λόγος εδώ ως ανακούφιση για τον έναν, βασανιστήριο για τον άλλον. Ένας λόγος-λαβίδα.

Στο Γκάζι επίσης αναφέρεται εμμέσως ο «Περίρρυτος τόπος Τάσου Λειβαδίτη. Η πόλη». Όπως ο Τζάνος επισημαίνει, ο τόπος τον οποίο δημιούργησε ο ποιητής, στις συλλογές της πρώτης ποιητικής περιόδου του, και το Γκάζι μοιάζουν, «σα να το περίγραψε ερήμην των κατοίκων του, που τον αγνοούσαν, όπως αγνοούσαν τον καθένα που θέλησε να μιλήσει γι’ αυτούς». Περίρρυτος σημαίνει πλήρης ρέοντος ύδατος, δηλ. υγρασίας και βροχής. Πρόκειται για ένα διήγημα-δοκίμιο διάστικτο από τους στίχους του ποιητή, που «στάθηκε εγκωμιαστής των ρεουσών συνθηκών». Η παρουσία του υγρού στοιχείου στους στίχους των ποιημάτων του Λειβαδίτη, η δίψα των ανθρώπων για ζωή και έρωτα, η βροχή, τα δάκρυα, το αίμα και το σπέρμα, το μητρικό γάλα, το αλκοόλ επίσης, είναι οι άξονες του υγρού τοπίου. «Τώρα η βροχή δεν είναι ιδιοκτησία των καιρικών συνθηκών, βρέχει όποτε θέλω εγώ» καταλήγει ολόκληρο το βιβλίο, με τα λόγια του Λειβαδίτη.

Αισθάνεται πράγματι παντοδύναμος ο ποιητής, ο συγγραφέας γενικότερα;

Νομίζω, ο Τζάνος απαντά όχι στον Λειβαδίτη μα στον εαυτό του γράφοντας το άλλο διήγημα-δοκίμιο του βιβλίου του, «Η γεωγραφία ενός Χειρογράφου». Ξεκινά τον μονόλογό του ο Φραγκίσκος, πεζογράφος διανύων την ώριμη, καθώς λένε, συγγραφική του περίοδο: «Στην πραγματικότητα δεν είχα καμιά ιστορία να διηγηθώ. Η λογοτεχνία στάθηκε για μένα το πιο μεγάλο μαρτύριο». Κι αφού ανέπτυξε τη σκέψη του χωρίς να έχει προσχεδιάσει αυτά που θα πει στους φίλους και παλιούς συμμαθητές του, διαπιστώνει: «Κάποτε οι ποιητές μας, όταν ηττήθηκαν, αντίκρισαν το μέλλον με τόση απαισιοδοξία που η σκέψη τους ακούστηκε παράταιρη σε σχέση με την πραγματικότητα. Ολοένα χώνονταν στην απογοήτευση καταγράφοντας τους περασμένους ήχους του θανάτου».

Ο Τζάνος στα διηγήματά του απαλείφει σιγά σιγά το συγκεκριμένο τέλος. Επιλέγει ένα είδος τέλους που θα μπορούσε να γίνει λαβή-αφορμή για ένα νέο διήγημα, ή μια μετέωρη φράση (κάτι σαν απόφθεγμα;) που προϊδεάζει για μιαν –εξίσου– αναπάντεχη συνέχεια. Επιπλέον αγαπά τις αντιστίξεις: όλα, ποτισμένα σ’ έναν διακριτικό υπαρξιακό αυτοσαρκασμό, δεν παραλείπει να τα υπονομεύσει: «Η λογοτεχνία είναι ένας ιός, όσο είσαι φορέας όλοι σε συμπονούν, όταν νοσήσεις δεν θέλουν να σε ξέρουν», λέει ο Φραγκίσκος. Κι ακόμη περισσότερο, να τα ανατρέψει: τα συμβαίνοντα, όχι σ’ ένα φιλολογικό καφενείο αλλά σε μια καφετέρια, αφήνουν σχεδόν αδιάφορους τους ακροατές του, που τους τυραννά η βιοπάλη.

Στη «Γεωγραφία ενός Χειρογράφου» η λαβή-γραφή συγγενεύει με τη λαβή της ρήσης του Αξελού από το τελευταίο βιβλίο του, Η αναζήτηση του α-διανόητου: «Το να προσπαθήσουμε να περάσουμε πέρα από τη λαβή του κόσμου, σείοντάς την συθέμελα, για ν’ ανοιχτούμε στον χωρο-χρόνο της ποιητικότητας που μας ανοίγεται, δεν είναι κάτι αδύνατο». Στο πλαίσιο αυτού που δεν μάς είναι αδύνατο, είναι δυνατό να είναι παντοδύναμος ο συγγραφέας, αφού όπως καταλήγει ο Αξελός: «αντιμετωπίζει με φιλικότητα το α-διανόητο και του διευθετεί χώρο και χρόνο».

Το αδιανόητο, σαν όνειρο που θα διστάζαμε να εμπιστευτούμε ακόμα και στον πνευματικό ή τον ψυχαναλυτή μας, βρίσκεται στον πυρήνα τού κατ’ ευφημισμόν «Διδακτικού Διηγήματος». Ενώ ξεκινά σαν ρεαλιστική περιγραφή μιας σύγχρονης τάξης Δημοτικού, με δασκάλα αυθεντία, συμμαθητές μετανάστες και κινητά που δεν απενεργοποιήθηκαν και χτυπούν την πιο ακατάλληλη ώρα, συνεχίζεται σαν όνειρο με μάλλον εφηβικούς σεξουαλικούς υπαινιγμούς, ενοχές, έναν αποτυχημένο πατέρα, οικογενειακή δυσαρμονία που προσωποποιείται σε μια μάνα που πάει στον ψυχίατρο «για να μας αποδείξει πως δεν είναι τρελή». Το αδιανόητο παραμονεύει: η εκδίκηση έχει πλάκα, η φαντασίωση πραγματοποιείται, οι ενοχές εξαφανίζονται, η προσωπικότητα και το όνομα αλλάζουν, η πραγματικότητα προσγειώνεται στο υπερωκεάνιο που δεν αναφέρεται πια, μα υπονοείται: το σπίτι γίνεται μουσείο κομμένων και αποκομμένων μελών και το περισσευούμενο υπόδημα εγκαθίσταται στη βιβλιοθήκη, δίπλα στο κεφάλι της θεάς Υγείας.

Η υγεία ως έννοια και η αρτιμέλεια που τη θεωρούμε δεδομένη, τόσο όσο να μη διακρίνεται παρά μόνον έπειτα από υπόδειξη η απώλεια, είναι από τις λαβές-προφάσεις στην «Ταλάντευση των μετακινήσεων». Μια συνομιλία, που ξεστρατίζει σε θέματα δικαιοσύνης, τύχης και χαιρεκακίας, μεταξύ ενός νεαρού που πρόκειται να νοικιάσει ένα διαμέρισμα και της ιδιοκτήτριας. Η τύφλωση μοιάζει να βρίσκεται στη μεριά εκείνου που δεν είναι τυφλός, παρά την τετριμμένη οξυδέρκειά του.

Λέει και πάλι ο Αξελός: «Εμείς, οι θνητοί που είμαστε, θεωρούμε τους εαυτούς μας θηρευτές ενώ είμαστε μάλλον το θήραμα. Το μυστικό που κρύβεται στη συνύπαρξη, στην εναλλαγή, στην ένταση και στην ενότητα των αντιθέτων μάς κάνει να παραπαίουμε. Γραπωνόμαστε σε οτιδήποτε είναι εμφανές και προσφέρει λαβή, πολύ αδέξιοι όσον αφορά το αφανές, αυτό που διαφεύγει».

Έχω την αίσθηση πως ο Τζάνος μιλά στη Λαβή ακριβώς για τα αφανή, αυτά που διαφεύγουν και μας διαφεύγουν. Εξετάζει όλων των τύπων τις λαβές, κυριολεκτικές και μεταφορικές: προεξοχή, αρπάγη, μέγγενη, θηλιά λυτή και θηλιά λαιμού, πρόφαση, αφορμή, ευκαιρία˙ συνειρμικά δε, ίσως και ασυνείδητα, εμπλέκει κάθε είδος λαβής με ένα είδος πάλης με τη γλώσσα. Άλλοτε προφορική και αφηγηματική, άλλοτε σουρεαλιστική και συμβολική, άλλοτε ποιητική και καλλιεπής, ερχόμενη από παλιά ή τραβώντας προς το μέλλον, η αφήγηση και η συγγραφή ως μαρτύριο αλλά και ζωτική διαφυγή αναμετριούνται με την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, τη μεταγραφή της καθημερινότητας, την παθητικότητα και τη ματαιότητα. Χαρακτηριστικά, έχοντας αρχίσει τη Λυτή θηλιά με μια εμβληματική φράση του Βιζυηνού, την ολοκληρώνει εισάγοντας απρόσμενα έναν υπαρκτό ποιητή σ’ ένα ανύπαρκτο περιβάλλον επιστημονικής φαντασίας, με μια φράση που ίσως εκφράζει την ποιητική του: «Έκτοτε δεν κλαίω στις συμφορές, αγαπητέ μου Κάλβε. Τις αφήνω να γίνονται νούφαρα που προσπερνάω, τις απωθώ, αν και δεν τις ξεχνάω ή αν και».

[Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε από τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιούλη Βολανάκη σε εκδήλωση που έγινε στο αθηναϊκό βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 13 Απριλίου 2018. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ. Φωτογραφίες: Garry Winogrand.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter