Ο Νικηφόρος ήταν σκυφτός πάνω στον πάγκο του κι έβαφε έναν τοσοδούλη αχθοφόρο, σε κλίμακα 1:87, προσηλωμένος μέσ’ από το μεγεθυντικό του φακό στο πινέλο του, που είχε μέγεθος 000 και η μύτη του ήταν βουτηγμένη σε χρυσή μπογιά. Κάθε φορά που την άγγιζε στη στολή του αχθοφόρου, ο ανθρωπάκος αποχτούσε άλλο ένα χρυσαφένιο κουμπί. Αφού τέλειωσε ο Νικηφόρος με τη στολή της φιγούρας, έβαλε όλη του την αγάπη στο βάψιμο του προσώπου. Έδινε μεγάλη σημασία στα πρόσωπα, γιατί ’θελε τα ανθρωπάκια του να έχουν ξεχωριστή έκφραση και χαρακτήρα το καθένα. Έβαψε στον αχθοφόρο χείλη κερασένια μα κάπως σφιγμένα, λίγο γουρλωτά μάτια, ροδαλά μάγουλα, κι αργότερα τον έβαλε στον σιδηροδρομικό σταθμό, να σπρώχνει μια χειράμαξα φορτωμένη με αποσκευές βαμμένες με την ίδια προσοχή ως και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, ώστε στις βαλίτσες να φαίνονται ακόμα και τα λουριά και οι αγκράφες.

Είχε κολλήσει τη μανία όταν του ’χαν δωρίσει οι γονείς του στην έκτη δημοτικού ένα τρένο Märklin με τρία επιβατικά βαγόνια, μια σκευοφόρο και τέσσερα φορτηγά βαγόνια. Άρχισε ν’ αγοράζει συναρμολογούμενα σπίτια, φιγούρες, δέντρα, θάμνους, και κάθε φορά να στήνει στο τραπέζι της τραπεζαρίας του πατρικού του έναν ολόκληρο κόσμο που τον διέσχιζε το τρένο, γυρνώντας ασταμάτητα για ώρες κι ώρες· μα χρειάστηκε να φτάσει πενήντα τεσσάρων χρονών για να γίνει το όνειρό του πραγματικότητα, όταν τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν από το σπίτι. Παρά τις διαμαρτυρίες της Ευρυδίκης, από τις δυο παιδικές κρεβατοκάμαρες κράτησε μονάχα τη μία, μετατρέποντάς την σε ξενώνα, και γέμισε το πατάρι κούτες με παιχνίδια και παιδικά βιβλία, που δεν τους πήγαινε η καρδιά να τα πετάξουν· κι έπειτα παρήγγειλε σ’ ένα μαραγκό να του φτιάξει στις διαστάσεις της άδειας κάμαρας μια βάση που του έφτανε στο ύψος της μέσης κι ήταν στεριωμένη σε ξύλινα πόδια. Η βάση είχε ένα άνοιγμα που ξεκινούσε από την πόρτα κι έφτανε ως το μέσον της κάμαρας φαρδαίνοντας. Στους τοίχους τριγύρω ο Νικηφόρος ζωγράφισε με προσοχή βουνά, ουρανό, σύννεφα, κι έπειτα άρχισε να φτιάχνει το διόραμά του, γεμίζοντας λίγο λίγο τον άδειο κόσμο της ξύλινης βάσης με σιδηροτροχιές, αμαξοστοιχίες, λόφους, ποτάμια, γέφυρες, λιμνούλες, δάση, χωριά, εκκλησίες, αμάξια, δρόμους. Και μ’ ανθρώπους. Σιγά σιγά κατοίκησαν τον κόσμο του διοράματος εκατοντάδες πλανόδιοι έμποροι, νοικοκυρές, παιδιά, ταχυδρόμοι, κακοποιοί, ιερείς, αστυνομικοί, ζευγάρια και οικογένειες, βενζινοπώλες στα πρατήριά τους, χασάπηδες και μανάβηδες που εξυπηρετούσαν πελάτισσες στα μαγαζιά τους.

Όταν τέλειωσε ο Νικηφόρος τον μικροσκοπικό αχθοφόρο και τον έβαλε στο σταθμό, έτριψε το δεξί του μπράτσο και τον ώμο του, που τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να τον πονούν, μα δεν παραπονέθηκε στην Ευρυδίκη γιατί ήξερε τι θα του έλεγε. Δεν της άρεσε που είχε καταλάβει τελείως το ένα δωμάτιο του σπιτιού κι αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στο διόραμά του παρά σ’ αυτήν, και θύμωνε που τον έβλεπε να ξοδεύει τόσα λεφτά για ν’ αγοράζει μηχανές, σπιτάκια κι ανθρωπάκια.

«Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι μ’ αυτά τα χρήματα», του παραπονιόταν.

Η Ευρυδίκη απαξιούσε να μπει καν στο δωμάτιο του διοράματος για να δει ό,τι καινούριο πρόσθετε κάθε φορά ο Νικηφόρος, μα όταν η αιτία για κείνον τον πόνο στον ώμο διαγνώστηκε ότι ήταν μεταστατικός καρκίνος στον πνεύμονα, άρχισε να στέκεται από πίσω του στον πάγκο και να τον παρακολουθεί που έβαφε άλλη μια φιγούρα, ή συναρμολογούσε άλλο ένα σπιτάκι, με πείσμα αλλά με ολοένα μεγαλύτερο κόπο.

Ο Νικηφόρος έδινε μάχη με χημειοθεραπείες κι ακτινοθεραπείες, μα ήταν φανερό πως την έχανε, κι οχτώ μήνες μετά τη διάγνωση πέθανε. Αφού έγινε η κηδεία και, μερικές ημέρες αργότερα, τα παιδιά έφυγαν, η Ευρυδίκη μπήκε ένα βράδυ στο δωμάτιο με το διόραμα και στάθηκε πολλή ώρα στο κέντρο, βλέποντας τα τρένα να γυρνούν, τις μπάρες στις σιδηροδρομικές διαβάσεις να ανεβοκατεβαίνουν, τις μικροσκοπικές φιγούρες μέσ’ από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και, στους δρόμους, τα φανάρια που από πράσινα γίνονταν κόκκινα και ξανά πράσινα –τις εκατοντάδες σκηνές που έφτιαχνε μία μία, όλα εκείνα τα χρόνια, ο Νικηφόρος.

Ήταν παχύς, ενώ αυτή ήταν λεπτή και λίγο ψηλότερή του. Ανάμεσα στα άβαφα ανθρωπάκια που εκείνος δεν θα τα έβαφε ποτέ, η Ευρυδίκη βρήκε δύο που της ταίριαζαν πιο πολύ. Τους τελευταίους μήνες είχε δει πώς δούλευε ο Νικηφόρος, έτσι κάθισε στον πάγκο του, με το μάτι της στον μεγεθυντικό φακό, κι έβαψε πρώτα τον τοσοδούλη χοντρό άντρα κι έπειτα τη γυναίκα. Έβαλε τα δυνατά της, μα ήταν αδέξια και το χρώμα τής ξέφυγε λιγάκι από τα μαλλιά στα πρόσωπα κι απ’ τα πρόσωπα στους γιακάδες.

Αφού περίμενε λίγο, μέχρι τα χρώματα να στεγνώσουν, πήρε τις δυο φιγούρες και τις έβαλε πλάι πλάι στην άδεια γωνίτσα του διοράματος, κι έπειτα στάθηκε στο μέσον του δωματίου ακολουθώντας με το βλέμμα τα τρένα καθώς ταξίδευαν μέσ’ από πόλεις και λιβάδια, πάνω από γέφυρες, και στην πέρα άκρη περνούσαν μπροστά από το μικροσκοπικό αντρόγυνο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.