Τον επισκέφτηκε στα επείγοντα του Ψυχιατρείου «Ulleråckers sjukhus». Τότε λειτουργούσε ακόμη. Κάποτε μάλιστα είχε φτάσει να έχει χωρητικότητα 1.400 θέσεων. Την είχε τηλεφωνήσει την προηγούμενη μέρα η φίλη της η Μπέριτ. Από το πρώτο έτος στη Φαρμακευτική Σχολή σιγά σιγά εδραίωσαν σχέση βαθιάς φιλίας. Έλσα, της είχε πει κλαίγοντας, αισθάνομαι τόσο ένοχη. Συνέχισε κομπιάζοντας, λέγοντάς της πως ο Γιούχαν δεν άντεξε τον χωρισμό τους. Ακουγόταν πολύ αναστατωμένη. Τι να κάνω, επαναλάμβανε μ’ αναφιλητά, είναι στο ψυχιατρείο κι εγώ φοβάμαι να πάω να τον δω μην του κάνω μεγαλύτερο κακό.

Τελικά πήγε να τον δει η Έλσα. Τον βρήκε σε άθλια κατάσταση. Το πρόσωπο χλωμό, ανέκφραστο απ’ τη συντριβή και την καταστολή των ψυχοφαρμάκων. Ο πόνος αφόρητος. Δεν τον άντεξε. Τον είχε διαλύσει. Έπρεπε να σταματήσει να αισθάνεται. Να ελεγχθεί το θυμικό μέχρι να συνέλθει κάπως. Πώς αντέχεται ο αναπάντεχος χωρισμός; Συζούσαν με τη Μπέριτ. Σχεδίαζαν να κάνουν παιδιά. Μετά όμως κάτι έσπασε. Η Μπέριτ του ζήτησε να χωρίσουν. Ίσως δε βρήκε τον τρόπο να του το φέρει κάπως καλύτερα. Αν του έδινε λίγο περισσότερο χρόνο ίσως. Αν μιλούσε μαζί του περισσότερο. Αν μπορούσε ν’ άντεχε να τον ακούσει, έστω και λίγο. Ίσως όμως κι αυτός να μην άντεχε να δει την αλήθεια. Κι όταν του παρουσιάστηκε γυμνή κατέρρευσε. Και τώρα βρέθηκε στα επείγοντα του Ουλερόκερς.

Δεν είπαν σχεδόν τίποτε. Πώς είσαι Γιούχαν, τον ρώτησε πιάνοντάς του το χέρι. Δεν απάντησε. Μόνο δυο κρύσταλλα κύλησαν στην άκρη των ματιών του. Ύστερα ένιωσε για λίγο την παλάμη του ν’ αντιδρά έτσι που την κρατούσε ανάμεσα στις δικές της. Λες και ζεστάθηκε λίγο. Ένιωσε ανεπαίσθητα το σφίξιμο των δακτύλων του.

Ούτε μήνας δεν ήταν που τους είχε επισκεφτεί η Έλσα στο φοιτητικό διαμέρισμά τους. Αυτός χαρούμενος την είχε οδηγήσει στο υπνοδωμάτιό τους να της δείξει το νέο του δημιούργημα. Το είχε κρεμασμένο πρόχειρα πάνω απ’ το προσκεφάλι τους πριν καλά καλά στεγνώσει ο καμβάς. Ήταν φοιτητής της σχολής καλών τεχνών. Καλό χέρι, με καλλιτεχνική φλέβα στην οικογένεια. Ο πίνακας ήταν τόσο όμορφος σε αποχρώσεις ροζ με διάσπαρτο απαλό γκρι. Η εικόνα αφαιρετική παρέπεμπε σε αυγό κι αδιόρατο μαστό συνάμα. Δοτικό μαστό, μητρικό. Αντανακλούσε γαλήνη. Πληρότητα. Είναι εξαίσιος, είχε πει έκθαμβη η Έλσα και οι συνειρμοί της πήγαν στην επιθυμία του Γιούχαν για παιδί αναμοχλεύοντας ταυτόχρονα και τις δικές της επιθυμίες τεκνοποίησης.

Της ήταν τόσο οδυνηρό να τον βλέπει σ’ αυτή τη συνθήκη κατάρρευσης και συντριβής. Τον αποχαιρέτισε αγγίζοντάς τον απαλά στο ώμο. Αυτός κούνησε ελαφρά το κεφάλι.

Μετά από λίγες μέρες την κάλεσε να τον επισκεφτεί στο σπίτι. Γνώριζε ότι θα τον συναντούσε μονάχο. Η Μπέριτ της είχε πει πως είχε φύγει για λίγο από το σπίτι. Πως έμενε σε κάποια φίλη της. Ήθελε να του δώσει χρόνο μέχρι να το πάρει απόφαση. Να βρει τη δύναμη να μαζέψει τα πράγματά του για να φύγει. Το διαμέρισμα θα το κρατούσε η ίδια.

Μπαίνοντας στο σαλόνι η Έλσα μούδιασε από τα οπτικά ερεθίσματα που δέχτηκε. Ένας συναισθηματικός βομβαρδισμός που καθήλωνε. Σα να έμπαινε σε εκθεσιακό χώρο μιας πολύ ιδιαίτερης έκθεσης. Όλοι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από πίνακες κορνιζαρισμένους. Πίνακες υψηλής αισθητικής. Υπόγειες κραυγές βαθύ πόνου καλυμμένου πίσω από κύματα επιθετικότητας. Ήταν κάτι το μυστηριώδες και πρωτόγνωρο. Άλλοτε εξέπεμπαν οδύνη και άλλοτε ένα πρωτόγονο θυμό, ανάλογα με το πώς έπεφτε το βλέμμα πάνω τους. Οι πίνακες άλλοτε μεταμφιέζονταν σε μάτια αγριόγατατας έτοιμης να ορμήσει στο θήραμά της και άλλοτε σε θλιμμένα μάτια σκύλου αδέσποτου. Η Έλσα έμεινε άφωνη. Αισθανόταν αποσβολωμένη σχεδόν. Χρειάστηκε λίγο χρόνο για να συνέλθει από το συγκλονιστικό θέαμα. Κάθισε αμήχανη στον καναπέ. Την κέρασε καφέ. Πάλι δεν είπαν πολλά. Δεν τη ρώτησε καν αν της άρεσαν τα έργα του. Αν βλέπει την Μπέριτ. Βγήκα κάποιες μέρες μετά την επίσκεψή σου, της είπε. Σιώπησε για λίγο και πρόσθεσε πως όλα τα έργα τα είχε ζωγραφίσει μέσα σε τρία μερόνυχτα. Μετά της ζήτησε να διαλέξει όποιον πίνακα ήθελε για να της τον χαρίσει. Η Έλσα μουδιασμένη ακόμη δυσκολεύτηκε να διαλέξει. Όλοι ήταν συγκλονιστικοί, άλλωστε. Κάπως αβέβαιη έδειξε έναν. Θα τους εκθέσω στη γκαλερί Ούλβα Κβαρν, της είπε, και της έδωσε την αφίσα της πρόσκλησης μαζί με τον πίνακα που είχε διαλέξει. Σηκώθηκε να φύγει. Ενώ την συνόδευε μέχρι την εξώπορτα της έβαλε στο χέρι κι έναν καμβά τυλιγμένο σε ρολό δεμένο με μωβ κορδέλα. Πάρτο κι αυτό, της είπε, δεν είναι για πούλημα. Ούτε για μένα δεν είναι, μουρμούρισε θλιμμένα πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.