Πολύνα Μπανά, Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017.

Αρίθμηση σε ποίημα, τι θα λέγατε; Ναι, δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Αντιποιητικό; Θα μπορούσε. Αλλά, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, όλα είναι θέμα χρήσης. Ενσωμάτωσης στο ποίημα, στον ποιητικό λόγο, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται ξαφνιαστική αποτελεσματικότητα. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το πρώτο ποίημα στο οποίο συναντούμε τέτοια αρίθμηση:

Το μόνο που μένει, μετά από λίγο,/ είναι:/ 1) Κάποιες ιδιόχειρες αφιερώσεις σ’ εσώφυλλα βιβλίων./ 2) Η μνήμη της φωνής/ (για κάποιον λόγο, ανεξήγητο, / σου είναι πιο εύκολη από κείνη της μορφής). […] 4) Σκόρπιες κουβέντες (κυρίως απ’ τα χρόνια που σε μεγάλωνε)./ 5) Σπαράγματα εκφράσεων («Το μόνο που μένει», υπότιτλος Στη – δική μου – μνήμη του, σ. 29). Αρίθμηση, λοιπόν, που γίνεται ποιητικά αποδεκτή, παρόλο που ξαφνιάζει.

Η Πολύνα Μπανά στην πρώτη ποιητική συλλογή της στήνει αρχικά ένα σκηνικό: κέντρο το στόμα, και η ομιλία, και το εκφραστικό συναίσθημα μέσω αυτού.
Το στόμα κινείται,/ μορφάζει,/ πλήττει,/ επιπλήττει,/ μέμφεται,/ χειρονομεί (σείοντας το δάκτυλο),/ επιτίθεται,/ συντρίβει. («Απάνθρωπο», σ. 19)

Μετά, το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στις εκφραστικές λέξεις που μπορούν να απογειώσουν αλλά και να καταρρακώσουν. Και στη μη-έκφραση που τελικά εξωτερικεύεται.

Κατόπιν, περνά σε προσωπικές ποιητικές αναφορές. Μέσα από στιγμιότυπα σαν φωτογραφίες, εξωτερικεύει μνήμες και συναισθήματα, θυμάται, αναρωτιέται, αμφιταλαντεύεται, συμπεραίνει. Μια οξεία ματιά στον εσωτερικό κόσμο. Από ένα υποκείμενο «λίαν εύθραυστον» – τίτλος ποιήματος της συλλογής.

Η καταφανής εξωστρέφεια ενός εσωστρεφούς ποιητικού υποκειμένου. Υπάρχουν δύο άξονες: ο περίγυρος, οι άλλοι, οι κοινωνικές συμβάσεις, τα στερεότυπα. Και από την άλλη, το ευαίσθητο άτομο μέσα στην πραγματικότητα.

Συχνά,/ ουρλιάζω μέσα μου:/ «Παρακαλώ πολύ,/ φερθείτε μου/ με καλοσύνη,/ τείνω να γίνομαι χίλια κομμάτια». («Λίαν εύθραυστον», σ. 15)

Το πρόβλημα είναι πως το ποιητικό υποκείμενο είχε δώσει από μικρό την αντίθετη εντύπωση, και μάλιστα επιτυχώς, ώστε να τους πείσει όλους, πως δήθεν είναι ανθεκτική και άτρωτη ίσως:

και, πλέον,/ επιτυχώς/ τους έχω ξεγελάσει όλους/ για την αδιάτρητη πανοπλία μου
– και – / την παντός καιρού ανθεκτικότητά μου; (ό.π. σ. 15)

-Η γλώσσα υποβλητική αλλά και δυναμική, δίνει ενέργεια σε φθόγγους, φωνήεντα και σύμφωνα, και προβάλλουν οι λέξεις με τη δική τους ιδιότυπη μορφή κάθε φορά.
Μια ζωή υπήρξες τόσο χειρουργικά προσεκτική/ στην επιλογή των εκφερόμενων λέξεων
Λέξεις λειασμένες, «λιμαρισμένες», «αποστειρωμένα ουδέτερες», ώστε να μην πληγώνουν, να μην προκαλούν μην τυχόν και (προ)καλέσεις, (εξ)ερεθίσεις, (εξ)εγείρεις πώς να μην παραμορφωθούν όμως έτσι και τα συναισθήματα, αφού καλουπώνεται η έκφρασή τους που έπαψες από καιρό πια να κατέχεις/ πώς να εκφράζεις – αλλά και να νιώθεις –/ τα συναισθήματά σου. («Κλινική περίπτωση», σ. 24)

Η προσπάθεια του αυτοέλεγχου κρατάει χρόνια, και είναι αθροιστική και τακτική:
Κάθε τόσο,/ έκλεινα σ’ ένα μικρό, αεροστεγές, γυάλινο βάζο,/ τα αισθήματα που δεν έδειξα,/ τις σκέψεις που δεν άρθρωσα,/ τα λόγια που δεν εκστόμισα,/ τις εξηγήσεις που δεν έδωσα,/ στις κρίσιμες καμπές της ζωής μου.(«Μετακόμιση», σ. 25)

Κάποτε βέβαια αυτή η προσπάθεια ξεπερνάει τα όρια και αντανακλά στο πρόσωπο του ποιητικού υποκειμένου:
Υπήρξαν φορές/ που πάνω στην προσπάθεια/ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό/ για να μην εφορμήσει η γλώσσα κι επιτεθεί,/ είχαν πρηστεί τόσο τα χείλη,/ που φίλοι που ’χαν να με δουν καιρό,/ με ρώταγαν, με γνήσια απορία,/ αν έχω προσθέσει σιλικόνη («Σιλικονούχα χείλη», σ. 23)

Και το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί πως ζει και μια παράλληλη με την πραγματική ζωή: Έχω ζήσει μια ολόκληρη,/ παράλληλη ζωή,/ μες στο μυαλό μου./ […]Στο παρελθόν,/ συχνά αναρωτιόμουν/ ποια είναι πιο πραγματική./ Τώρα τελευταία,/ ποια είναι η πραγματική. («Παιχνίδια αντίληψης», σ. 28)

Στα ποιήματα κυριαρχεί το α΄ ενικό ρηματικό πρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο που μιλά για τον εαυτό του. Ενίοτε, εμφανίζεται το β΄ ενικό πρόσωπο, σαν αναφορά σε άλλον. Το ποιητικό υποκείμενο σε έναν εσωτερικό μονόλογο, αφού τελικά στο ίδιο και στις καταστάσεις της ψυχής του γίνονται οι αναφορές.

Η ατμόσφαιρα συνολικά στα ποιήματα της συλλογής αναπαριστά μια αιώρηση του ποιητικού υποκειμένου ανάμεσα στη συγκράτηση και στο ξέσπασμα. Ανάμεσα στην άρθρωση και στη μη άρθρωση λέξεων και συναισθημάτων. Ανάμεσα στο πληγωμένο συναίσθημα και στη λογική ισορροπία. Στην κατάρρευση και στην αντίσταση μονίμως αιωρούμενη στην άκρη του/ – εσωτερικού – γκρεμού, με το ’να πόδι στο κενό. («Μεταξύ ρημάτων», σ. 13)

Οι λέξεις επιστρατεύονται, για να περιγράψουν την αιώρηση αυτή. Και, παρά τη δηλωμένη προτίμηση στα φωνήεντα, λέξεις επιλεγμένες προσεχτικά, που ακουμπάς και γλιστράς και στα σύμφωνά τους, γλώσσα εναργής, πλούσια, καθημερινή αλλά και λόγια, χωρίς εκζήτηση, χωρίς υπερβολές. Αν το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται μονίμως σε μια ασταθή πραγματικότητα, η ποιητική γλώσσα δίνει ένα στέρεο πλέγμα, που περιγράφει αλλά και, πιθανότατα, ανακουφίζει και προστατεύει.

Τα ποιήματα συχνά έχουν την οργάνωση ενός λογικού συλλογισμού, με τους στίχους-προκείμενες να οδηγούν σε ένα τμήμα-συμπέρασμα. Τα ποιήματα αυτής της οργάνωσης είναι πιο αφαιρετικά, σχετικά σύντομα. Και η κορύφωση βρίσκεται στο τελευταίο τμήμα, με τη συμπύκνωση του νοήματος.

Ταυτόχρονα, συστατικό στοιχείο της ποίησης της Πολύνας Μπανά αποτελεί η αφηγηματικότητα. Λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένα ποιήματα που αφηγούνται ιστορίες. Σε κάποιες περιπτώσεις είμαστε πολύ κοντά σε ποιητικές μικροαφηγήσεις, άλλωστε τα όρια στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι σαφή. Κάποτε, ένα τμήμα του αφηγηματικού ποιήματος μπορεί να έχει τη λογική οργάνωση που προαναφέρθηκε: Όπως καταλαβαίνετε,/ είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ακράδαντα/ πως ένα φευγαλέο νεύμα/ μπορεί ν’ αλλάξει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής./ Υπήρξα θύμα/ τέτοιου νεύματος. («Το νεύμα», σ. 20)

Το λίαν εύθραυστο και εσωστρεφές υποκείμενο. Οι αναδρομές στο παρελθόν, με μνήμες που ενισχύουν την αίσθηση της εσωστρέφειας. Η παιδική αθωότητα και ο αυθορμητισμός, να προσκρούουν στις συμβάσεις των ενηλίκων αλλά και στη γνωστή σκληρότητα των παιδικών ομάδων. Η ευαισθησία που δοκιμάζεται μέσα από τις αναπάντεχες συγκρούσεις, τις άγουρες διαψεύσεις. Η πρόωρη ωριμότητα που δίνει αφορμές για τη στροφή στον εσωτερικό κόσμο αλλά και για στοχασμό.

Στο παρόν, το ποιητικό υποκείμενο κάνει απολογισμούς, αρθρώνει επιτέλους λέξεις που ως εκείνη τη στιγμή της έπρηζαν τα χείλη, αναμετρά κέρδη και ζημίες από την έκφραση ή τη μη-έκφραση των συναισθημάτων. Από τη συγκράτηση στην έκρηξη και πάλι πίσω. Έρχεται αντιμέτωπη με το γήρας, με τη φθορά και τον θάνατο.

Ο εξομολογητικός τόνος του ποιητικού υποκειμένου χαρακτηρίζεται από έλλειψη μελοδραματισμού. Από μια απόσταση ασφαλείας που προσπαθεί να κρατήσει και ως προς τον εσωτερικό κόσμο και ως προς τις εξωτερικές ενοχλήσεις. Η δύσκολη αυτή αποστασιοποίηση μέσω της γλώσσας εξασφαλίζει τη μέθεξη του αναγνώστη σε μεγαλύτερο ποσοστό, γιατί τον κάνει να σκεφτεί ανάλογες δικές του εμπειρίες και να τις αναλύσει. Να προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω ένα ηχόχρωμα που θα το έλεγα πικρό σαρκασμό, ακόμη καλύτερα σπαρακτικό σαρκασμό.

Έργο: Thomas Barbey

Το απόσταγμα μελαγχολικό. Όπως η βροχή, η μουντή, λασπώδης και θολή που μουλιάζει τα πάντα, γίνεται βεβαιότητα πως στο κεφάλι του υποκειμένου εισέρχεται
Ότι αυτή κατέρχεται, αποκλειστικά,/ μες στο κεφάλι μου:/ μουντή, λασπώδης και θολή,/ μουλιάζοντας – και – μουδιάζοντας τα πάντα. («Καταιγίδα εν κρανίω», σ. 26)

Ή στο «Επιμύθιο», όπου η συνειδητοποίηση μιας αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα, που σίγουρα κρύβει φιλοσοφική αντιμετώπιση, αλλά πάντως απασχολεί και ανησυχεί το ποιητικό υποκείμενο: Εγώ/ που παθιαζόμουν/ με το καθετί,/ […] να μη μπορώ,/ πλέον,/ να ενθουσιαστώ/ και,/ κυρίως,/ να μισήσω/ τίποτα και κανέναν. (σ. 47)

Τελικά πάντως παραμένει η αίσθηση της δύναμης, του προχωρήματος. Πρόκειται για ένα από τα αφηγηματικά ποιήματα της Μπανά. Το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται ένα περιστατικό από την παιδική ηλικία, που του δίνει ταυτόχρονα αφορμή για στοχασμό.

Ήμουν αδιάντροπα χαρούμενη/ μέσα στο πολύχρωμο παιδικό φόρεμά μου;/ Ήμουν αβάσταχτα πολύχρωμη/ μέσα στο καινούριο παιδικό φόρεμά μου;

Αναρωτιέται, γιατί έγινε, αναίτια στην ουσία, στόχος μια ομάδας μεγαλύτερων παιδιών, και μάλιστα με λιθοβολισμό. Με τη ματιά του σήμερα το υποκείμενο της κακοποίησης, του bullying όπως λέμε τώρα, ανιχνεύει τον τρόπο που επέδρασε το περιστατικό στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της. Δεν την πτόησε, συνέχισε να προχωρά αποφασιστικά, δεν υποχώρησε στα χτυπήματα και, πολύ σπουδαίο επίσης, δεν έκρυψε στην ντουλάπα το επίμαχο φουστανάκι.
(το δε ιδιαιτέρως παρδαλό και αφύσικα πρωτότυπο/ – προς υπεράσπισή τους –/ παιδικό εκείνο φόρεμα, το έλιωσα φορώντας το) («Λιθοβολισμός», σ. 16-17)

Αυτή η αίσθηση θεωρώ πως πρέπει να είναι και η τελική επίγευση από την ανάγνωση της συλλογής. Ένα λίαν εύθραυστο ποιητικό υποκείμενο, που ωστόσο δεν θραύεται, αλλά συνεχίζει την πορεία του, με τις ευαισθησίες να γίνονται σκευή πολύτιμη – τουλάχιστον στην ποιητική έκφραση.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Vladimir Kush.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.