«Entre la main et la trace, dans l’élan du crayon, de la plume,
du stylobille ou du fusain, dans le mouvement
qui va de la main à la trace et reflue de la trace
pour ployer encore la main, est drainée une pulsion,
une énergie recueillie de toute une culture et de toute une histoire,
toute une pensée, une expérience du monde
qui vient se rassembler dans la vibration du trait»
(Jean-Luc Nancy, Le Plaisir au dessin, Galilée, 2009, σ. 123)

Ήδη από την εποχή της Altamira, το σχέδιο υπήρξε «η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου»· η πρωταρχική απόπειρα να αναπαρασταθεί εκ νέου ο κόσμος ως ευχή, ως παράκληση ή ως κατάρα. Το σχέδιο είναι η χειρονομία που τείνει να αναδείξει την ουσιαστική μορφή των πραγμάτων ή μάλλον τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μορφή τους, όπως έλεγε ο Degas. Έτσι, όταν ο νεαρός βοσκός Giotto σχεδίαζε πάνω στο χώμα, αντιλαμβανόταν τα πράγματα με έναν απόλυτα καινοτόμο τρόπο.

Η πρώτη καταγραφή των ζωγραφικών σκέψεων είναι κάτι που προηγείται του σχεδίου, ως πρόχειρο σκίτσο. «Je suis le cahier appartenant à Monsieur Picasso» διαβάζουμε στο εξώφυλλο ενός από τα μπλοκ προσχεδίων του ζωγράφου. Και μέσα από αυτά αναδύεται η εξελικτική πορεία των «Δεσποινίδων της Αβινιόν», των σαλτιμπάγκων, των πορτραίτων της Marie-Thérèse Walter. Μη λησμονούμε ότι η σύλληψη της Guernica έγινε με ένα πρόχειρο σκίτσο πάνω σε ένα κουτί τσιγάρων και, σε σύντομο χρόνο, ύστερα από πλήθος προκαταρκτικών σχεδίων, ολοκληρώθηκε στο έργο αναφοράς του 20ού αιώνα.

Το σχέδιο, που κατά τον Valéry αποτελεί ίσως τον εντονότερο διανοητικό πειρασμό, είναι η γοργή χάραξη της πρώτης δόνησης· όταν το μυαλό και η έμπνευση καθοδηγούν το χέρι του ζωγράφου σε μια υπό διαμόρφωση εικόνα. Πολλές φορές, ίχνη από προηγούμενα σχεδιαστικά περάσματα αφήνονται εσκεμμένα, με τον τρόπο του Matisse ή του Picasso, ως μαρτυρία της περιπέτειας της εικαστικής αφήγησης, όπως στον προφορικό λόγο γυρίζουμε ξανά σε ό,τι ειπώθηκε, επαναδιατυπώνοντας τις σκέψεις μας, προκειμένου να πετύχουμε την καίρια έκφραση. Ίχνη που μαρτυρούν την προσπάθεια, την επιμονή και την υπομονή του καλλιτέχνη να αποσαφηνίσει τη σκέψη και το όραμά του.

Ο Αχιλλέας Παπακώστας χρησιμοποιεί το σχέδιο σαν πυξίδα στον άγνωστο κόσμο της δημιουργίας. Τα σχέδια του είναι το άνοιγμα προς τη μορφή: τόσο με την έννοια της εκκίνησης της ζωγραφικής διαδικασίας, όσο και μιας έμφυτης ικανότητας και ελευθερίας προς μίαν ατέρμονη αναζήτηση της φόρμας και του χρώματος. Με την πρώτη εκδοχή τα σχέδια, που τελικά οδηγούν σε κάποιο έργο, μαρτυρούν τη δυναμική πνευματική χειρονομία του καλλιτέχνη που τολμά να αφήσει τα ασφαλή ύδατα της αναπαράστασης και να ανοίξει τα φτερά της δημιουργίας του στ’ ανοιχτά πελάγη της Ζωγραφικής. Η συνέχεια των σχεδιαστικών του διαλογισμών μπορεί να επισημανθεί στη σειρά των σχεδίων, από το πρώτο σκίτσο, τη μεταγενέστερη επεξεργασία του με πιο ολοκληρωμένη μορφή και εντέλει με το τελειωμένο έργο. Με την δεύτερη εκδοχή, το σχέδιο υποδηλώνει την ουσιαστική έλλειψη πληρότητας της φιγούρας, την μη κλειστότητα και την μη ολοκλήρωση της φόρμας –την αέναη επαναδιαπραγμάτευσή της, έτσι που η εικόνα να δίνει την εντύπωση της κίνησης.

Η οργάνωση του έργου του γίνεται αρχικά με το προσχέδιο, το σκίτσο. Αυτό αποδίδει την πρώτη ιδέα, την οποία κατοχυρώνει για να την επεξεργαστεί περαιτέρω. Το σκίτσο αποτυπώνει την πρωταρχική έκφραση και αποτύπωση της έμπνευσης με έναν τρόπο άμορφο και κωδικοποιημένο˙ είναι κατά κάποιον τρόπο μια ανεπίσημη καταχώρισή της. Στη συνέχεια, το ολοκληρωμένο σχέδιο αποτελεί την επεξεργασμένη μορφή του αρχικού σκίτσου, την πιο εγκεφαλική διεργασία, που αποκρυσταλλώνει πιο συγκεκριμένα την αρχική του ιδέα.

Οι φόρμες του Παπακώστα δεν είναι κλειστές –επιδέχονται αμφισβητήσεις και επαναδιατυπώσεις. Το σχέδιό του πλάθει τα ευρήματα: οι κοριτσίστικες φιγούρες με μαλλιά πλουμιστά, αφημένα στου ανέμου την παραφορά, αποβάλλουν την ύπαρξή τους μέσα από χαράξεις, σαν δοξαριές, του στυλογράφου ή του μολυβιού ή μέσα από τον παλμό της ακουαρέλας, σαν να βρίσκονται σε υπαρξιακό μεταίχμιο. Φυτόμορφα σχήματα με πριονωτές κορφές, σαν τμήματα από αγγελικές φτερούγες, κινούνται μέσα σε ένα δισδιάστατο αβαθές ζωγραφικό πεδίο με μια μυστική μορφή, σχήμα και ρυθμό που τις καταγράφει ένας ευαίσθητος παλμογράφος. Οι γραμμές των σκίτσων του είναι ελεύθερες. Οι μορφές και οι φωτοσκιάσεις αλληλοσυμπλέκονται, αναδύονται και συγχρόνως αναιρούνται, διεπόμενες από τους νόμους των μυστικών ρυθμών. Πρόκειται για σχέδια που δεν απεικονίζουν πράγματα, αλλά υποβάλλουν τον αισθηματικό δυναμισμό των πραγμάτων. Όλα, όμως, φαίνονται σα να είναι πλημμυρισμένα με έναν φωτισμό όλο πληρότητα˙ με ένα φως που διαπερνά τις γραμμές του σχεδίου, όπως ο ήλιος του απογεύματος καταυγάζει τα βιτρώ μιας μεσαιωνικής cathédrale. Και αυτό γιατί, όπως καταθέτει ο Picasso, η γραμμή του σχεδίου εκπέμπει ένα απολύτως δικό της φως που το δημιουργεί ο ίδιος ο καλλιτέχνης χωρίς να μιμείται τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Υπενθυμίζουμε ότι ο Αχιλλέας Παπακώστας είναι ο ζωγράφος του πιο πρόσφατου τεύχους μας κι ότι εκθέτει έργα του στο καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου έως τις 20 Μαΐου.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

«Στα όρια της γραμμής» (Copyright: Αχιλλέας Παπακώστας, ευγενής παραχώρηση του ιδίου)