Απ’ τα 19 μου, όταν κι απόκαμε ο πόλεμος, είχα αποκτήσει ένα κουσούρι. Δεν πήγαινα στην εκκλησιά άλλοτε, παρά μονάχα την Μεγάλη Παρασκευή. Απ’ το πρωί. Να στολίσω τον επιτάφιο, αργότερα στην αποκαθήλωση να βοηθήσω τον παπά με το σεντόνι που δίπλωνε τον ξύλινο Ιησού, κι ύστερα στην περιφορά ‒φορώντας το καλό μου σακάκι‒ να τόνε πάρω στους ώμους.

Κι ήμουν πάντοτε ένας απ’ τους τέσσερις που τόνε βαστούσαν. Μια-δυο φορές δεν πρόλαβα να τον επάρω τσαντίστηκα, τσακώθηκα, στο τέλος τον επήρα. Ύστερα με έμαθαν όλοι οι άλλοι διεκδικητές κι οι ελεύθερες θέσεις γίνηκαν, από τότε κι εξής, από τέσσερεις τρεις. Κι ήταν φτούνη η αναπαράσταση, γιατί χρωστούσα μια κηδεία˙ και τούτο με βάραινε.

Τον αδερφό μου, τον Τάσο, αμούστακο ακόμη, τον είχανε πάρει στ’ αντάρτικο. «Άθελά του το στρατολόισαν το παιδί», έλεγε συχνά πυκνά ο πατέρας. Τέλεψε ο πόλεμος, μα ο Τάσος δεν φάνηκε. «Θα φανεί, βρε. Θα φανεί», λέγαμε και δίναμε ο ένας δύναμη στον άλλον. Μα δεν επέστρεψε ποτές. Μόνον η μάνα τόνε περίμενε να γυρίσει, ώσπου «έφυγε» κι εκείνη.

Ο Δεσπότης, τότες, όταν έφτιαξαν τα πράματα, είχε στείλει ένα νιο παπά στο χωριό. Τον παλιό τον είχανε ξεκάμει οι Γερμανοί με τους άλλους 100 για αντίποινα. Τούτος ο παπάς, ο νέος, σταμάτησε την περιφορά απ’ άκρη σ’ άκρη του χωριού, όπως συνηθίζαμε ως τότε. Είχε και ’κείνος τα δικά του κουσούρια. Καθιέρωσε να μας πηγαίνει από την εκκλησιά ως το νεκροταφείο. Όταν φτάναμε, άνοιγε την πόρτα με δύναμη κι εκείνη έκανε κρότο, χτυπώντας με ορμή στα πλαϊνά τοιχία. Κι ύστερα φώναζε με δυνατή, στεντόρεια φωνή: «Καλή Ανάσταση». Ποιος ξέρει τί σταυρό κουβαλούσε κι αυτός; Ή αν κουβαλούσε όλων μας… Ποιος ξέρει αν το έλεγε στους αποθαμένους ή σε μας τους ζωντανούς…

Μια Μεγαλοπαρασκευή, επιστρέφοντας προς την εκκλησιά, βαστώντας τον επιτάφιο απ’ την αριστερή, μπροστά μεριά, ένοιωσα υγρασία και μύρισα χώμα νωπό. Τότες ήταν π’ άκουσα μια φωνή γνώριμη να ψιθυρίζει κάτι στ’ αφτί μου. «Καλό Πάσχα, αδερφέ», μ’ ευχήθηκε.

Γύρισα και τον εκοίταξα. Τα μάτια μου βούρκωσαν και προς στιγμήν έχασα το βηματισμό μου, τόσο που νόμισα ότι θα φέρω τον επιτάφιο τούμπα. «Καλή Ανάσταση, ρε Τάσο!», του είπα κι άπλωσα το ελεύθερο χέρι να τόνε χαιρετήσω, να τόνε σφίξω. Μου χαμογέλασε κάπως αλλιώτικα, με κάποιον μορφασμό μου φάνηκε, κι άπλωσε και ’κείνος το δικό του. Και το δικό μου χέρι, το λέφτερο, έσφιξε στην παλάμη μια χούφτα κόκκαλα, υγρά, μπερδεμένα με χώμα φρέσκο…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.