frear

Βγένω – του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

Τι θες και τα σβαρνάς;

Η Βγένω για προκοπή δεν ήτονε. Ούτε για πράματα ούτε για γράμματα. Άλλα λαχτάραε. Δεν ήταν για τη λασπουριά μας η τσούπρα του Κωτσλιεφτέρη. Πού όμοιασε δεν ξέρω. Δεν είχε τη σειρά του! Για λούσα ήταν καμωμένη. Αλλά είχε κουμπήσει πάνω της και την εκράτηε με το ζόρι ο Κωτσλιεφτέρης. Έλεε ότι θα την σαμαρώσει με το γάμο αλλά πού; Δεν την χώραε αυτήνη το χωριό.

Μόλις την στεφάνωσε, λάκισε. Κρίμα τ’ αντρός της, να λες. Ο Γιαννάκης στόμα είχε και μιλιά δεν είχε. Ασαράντιγη την έπιακε καβάλα με τον ταχυδρόμο. Λωβιάρα δεν ήταν η Βγένω αλλά δεν μέρωνε, να σταθεί στην θέση της. Είχε τον σαϊτάνη μέσα της.

Σκαπέτηκε κατά τα Γιάννενα και την σύμασε το καλόπαιδο του Γιαννλιεφτέρη. Δεύτερα ξαδέρφια κι ο Μιλτιάδης ξεσκολισμένος σ’ ούλες τις παλιανθρωπιές. Στενεύονταν κι εκεί κι έκοψαν κατά τη Γερμανία.

Άφκε το κούτσικο αμανάτι στον πατέρα της και στον μαυρο-Γιαννάκη. Το παιδί βγήκε καλό και πρεπούμενο. Του ’πεσε ψηλά κι ο Κωτσλιεφτέρης, που πήρε να φασκιώνει στα γεράματα. Μάνα και πατέρας στάθκε. Ο Γιαννάκης δεν μπόραε πολλά. Μουνουχισμένος από τις ντροπές της Βγένως, γύρναγε ολοένα τα χωριά της Λάκκας και πούλαε. Στο θάμπωμα έρχονταν. Αχάραγα έφευγε. Άσ’ τα. Ούτε στο μαγαζί δεν είχαν πρόσωπο να κονέψουν. Άμα τόκρενες του παιδιού «τίνος είσαι;» «του Κωτσλιεφτέρη» σόλεγε. Πού την είχε ειδωμένη τη μάνα τ’; Πήλιο τόειπαν το παιδί – τ’ όνομα του πεθερού της. Δεν είχε τόπο να σταθεί ο καψο-Γιαννάνης από το σουργούνι που του ‘σιαξε η Βγένω. Έφυγε για την Αθήνα κι έστελνε παράδες και δέματα στον Κωτσλιεφτέρη που πήγε σκανιασμένος κατά τα κυπαρίσσια.

Να λες καλά που δεν έπεσε καταή –ποιος να τον τήραε τον γέρο; Ο Πήλιος, ψυχούλα, πάγαινε ακόμη στο σκολειό. Μετά τον τράβηξε στην Αθήνα ο Γιαννάκης. Η Βγένω άφαντη. Πολλά λέει το χωριό αλλά πώς καλοπόρεψε στη Γερμανία μόνον ελόγου της κατέχει.

Άμα τράνεψε ο Πήλιος, λένε, ότι πήγε να την χαλέψει στην Γερμανία. Να την ρωτήξει γιατί τους απαράτηκε ή να την χαλάσει –δεν ξέρω. Καλύτερα που δεν την ήβρε. Τι να κουβέντιαζαν; Οι κουβέντες πονάν. Δεν ξεπονάν.

Στο χωριό πάντως δεν σίμωναν. Ποιος να τους καρτερέσει; Γρεμίδι γίνκε το κονάκι τους.

Πέρασε κι μπογιά της Βγένως κι, αφού την γλέντησε καλά, την έστειλε τα πίσω ο Μιλτιάδης μην τον βαραίνει. Χτίκιασε η δόλια κι έπεσε χάμου. Στο καρότσι την έχουν. Ούτε που μιλάει. Στα Γιάννενα είναι, σε Ίδρυμα.

Πααίνει κάθε τόσο ο Πήλιος και της κρατεί το χέρι, λένε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Σχέδιο: Auguste Chabaud.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter