frear

Τρία ποιήματα – του Γιώργου Χριστοδουλίδη

Μεγάλη Παρασκευή

Πρόβαλε την ώρα της περιφοράς
πίσω από τον φράκτη
η κυρία Κούλα η ογδοντάχρονη
ελάτε, ελάτε λέει

να σας φιλέψω φρεσκοκομμένα μέσπιλα
για τα παιδιά να φάνε
η κυρία Κούλα
η κουτσή, η κουφή
η τυφλή, η πεθαμένη
με τα μέσπιλα
τα χρόνια
και το μαντήλι της
που κάποτε ανέμιζε
στον άνεμο.

Μεγάλο Σάββατο

Κάθομαι στην άκρη της λίμνης
και συμφιλιωτικά κύματα βρέχουν τα πόδια μου.
Τα κύματα της λίμνης ξέρουν να αγαπούν
δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν
οι νεκροί τους είναι λίγοι
τυφλοί δύτες τους ανασύρουν προσεκτικά
στα κρεβάτια του ουρανού.
Κάθομαι στην άκρη της λίμνης
και είμαι πια βέβαιος ότι η λίμνη είχε πάντα δίκαιο:

Κάποιος τα ‘χει κάνει όλα καλύτερα
πιο ψυχρά, με δάκρυα κρυστάλλινα σαν σταλακτίτες
και την αποφασιστικότητα του ρωμαλέου:
ο ξυλοκόπος που χτυπάει το δέντρο στην καρδιά
ο ψαράς που χαϊδεύοντας

βγάζει τα μάτια του ψαριού
η ηχώ που μου επιστρέφει
ουρλιαχτά πιο τρομαχτικά απ εκείνα που της έδωσα
τα πελώρια χέρια του θεού
–το ένα βάφει κόκκινα τα αυγά του Πάσχα
και τ’ άλλο χτυπάει με ακρίβεια

το καρφί
να σπάσει
τον αστράγαλο του γιου του.

Η προτελευταία μέρα του Χριστού

Ποτέ δεν φοβήθηκε την τελευταία μέρα.
Την προτελευταία φοβόταν.
Την τελευταία –έλεγε–
ό,τι είναι να γίνει θα γίνει.
Όμως
την προτελευταία
παραμόνευε η ελπίδα
η τελευταία να μην υπάρξει
για κάποιον λόγο
η έλευση της
να αναβληθεί.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter