frear

Προσμονή – της Αιμιλίας Κνήτου

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει όταν ξεκίνησα για το σπίτι. Καθίσαμε μετά το σχόλασμα με τις συμμαθήτριες μου και παραβγαίναμε για το ποια θα φορούσε τα ωραιότερα ρούχα στην αυριανή γιορτή πριν τα Χριστούγεννα. Εμένα η μαμά μού είχε αγοράσει ειδικά για εκείνη τη μέρα μία ροζ φούστα, μία λευκή πλεκτή μπλούζα και ένα μακρύ ροζ παλτό με κουμπιά σε σχήμα τριαντάφυλλου. Άκουγα τις άλλες να μιλάνε κομπάζοντας αλλά εγώ έμενα σιωπηλή, προτιμούσα να μην ξέρουν τίποτα μέχρι τη στιγμή που θα με έβλεπαν. Σε όλη τη διαδρομή έκανα σχέδια και ανυπομονούσα. Μετά το βραδινό θα έβγαζα τα ρούχα από τη ντουλάπα και θα τα άφηνα στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, ώστε μόλις ξυπνούσα θα ετοιμαζόμουν γρήγορα και θα πήγαινα πρώτη στο σχολείο.

Φτάνοντας στο σπίτι είχε πιά νυχτώσει, δεν μπορούσα να διακρίνω καλά, αλλά ξεχώριζε μια φιγούρα να πηγαινοέρχεται μέσα στην αυλή. Καθώς πλησίασα είδα τη μαμά να στέκεται ανήσυχη μπροστά στην πόρτα. Φαινόταν τρομαγμένη, με τράβηξε από το χέρι, σέρνοντάς με σχεδόν μέσα. Δεν μου εξήγησε, ούτε κατάλαβα ποτέ τι είχε συμβεί. Μου είπε μόνο πως η γιορτή θα αναβαλλόταν για λίγες ημέρες.

Το επόμενο πρωινό κανείς δεν σηκώθηκε. Πήγα στο δωμάτιο της μαμάς να την ξυπνήσω. Δεν κοιμόταν, όμως δε γύρισε να με κοιτάξει. Με διέταξε χωμένη μέσα από τα σκεπάσματα να επιστρέψω στο κρεβάτι μου. Από εκείνο το πρωί αποκτήσαμε άλλες συνήθειες. Δεν βγαίναμε από το σπίτι και όλη τη μέρα συνήθως κοιμόμασταν ή μέναμε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας. Οι κουρτίνες ήταν μόνιμα κλειστές και από αυτές το φως έμπαινε πάντοτε ντυμένο με ένα γκρι μανδύα, φωτίζοντας τα έπιπλα, τα αντικείμενα και κυρίως εμάς, όσο χρειαζόταν για να μη τρομάζουμε με την όψη μας. Σηκωνόμασταν ξανά όταν είχε πια νυχτώσει, ανάβαμε τα φώτα, στρώναμε τα κρεβάτια, μαγειρεύαμε και τακτοποιούσαμε την ακαταστασία που δεν υπήρχε, άλλα έπρεπε με κάτι παλεύουμε για να αποκαθιστούμε την ηρεμία που είχε χαθεί. Μετά το φαγητό, διαβάζαμε, ζωγραφίζαμε, συζητούσαμε και η μαμά με προετοίμαζε για τη γιορτή των Χριστουγέννων που θα γινόταν όταν όλα ήταν πλέον ασφαλή.

Τις ημέρες όταν δεν μπορούσα να κοιμηθώ άλλο, φορούσα το ροζ παλτό πάνω από το νυχτικό μου, κούμπωνα τα κουμπιά- τριαντάφυλλα, και χωνόμουν κάτω από το γραφείο μου μαζί ένα βιβλίο. Δεν προλάβαινα βέβαια να διαβάσω πολύ, μετά τις δύο-τρεις σελίδες βαριόμουν, προτιμούσα να κλείνω τα μάτια και να κάνω σχέδια για την ημέρα της γιορτής. Όταν ήθελα να ξεκουραστώ ξάπλωνα στο πάτωμα κάτω από το κρεβάτι μου ονειροπολώντας πάλι με την ίδια σκέψη.

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες και οι εβδομάδες, μπορεί και τα χρόνια, αν και δεν νομίζω τόσο πολύ. Τίποτα δεν είχε αλλάξει μέσα στο σπίτι και εγώ ξέρω πως τα χρόνια αλλάζουν τα πάντα. Μόνο το παλτό άρχισε να φθείρεται έτσι όπως στριμωχνόμουν ανάμεσα στα σανίδια του κρεβατιού και το πάτωμα. Ξηλώθηκαν ακόμη και τα κουμπιά και παρόλο που μού τα έραψε η μαμά, ένα από αυτά δεν ξέρουμε που παράπεσε και δεν το βρήκαμε ποτέ. Το αντικαταστήσαμε με ένα απλό μαύρο που στεκόταν παράταιρο ανάμεσα στα παραταγμένα στη σειρά ροζ τριαντάφυλλα. Θύμωσα που μία μαύρη κουκίδα κηλίδωνε όχι μόνο την αρμονία του ρούχου, αλλά και αυτή που είχαν οι ζωές μας. Τα βράδια πριν το δείπνο έπεφτα στα γόνατα και μπουσουλούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο προσπαθώντας να το ξετρυπώσω από κάπου, να διορθώσω αυτή την αδικία.

Στο μεταξύ όμως το παλτό άρχισε να στενεύει και να κονταίνει, μέχρι που δεν χωρούσα μέσα του, όπως δεν μπορούσα πια να τρυπώνω με ευκολία κάτω από το γραφείο και το κρεβάτι. Κι η μαμά όμως ήταν διαφορετική, τα μαλλιά της άσπρισαν, το πρόσωπό της γέμισε χαρακιές και τα χέρια της παραμορφώθηκαν. Φοβόμουν πως και το δικό μου πρόσωπο είχε αλλάξει, αλλά η μαμά με διαβεβαίωνε πως ήμουν το ίδιο όμορφη. Δεν την πίστευα και ποτέ δεν έμαθα. Δεν είχαμε καθρέφτες μέσα στο σπίτι. Τους πέταξε εκείνο το βράδυ που γύρισα από το σχολείο, με προσοχή όμως μη σπάσουν και φορτωθούμε τη γρουσουζιά.

Ένα πρωί η μαμά ήρθε να με ξυπνήσει στο δωμάτιό μου, είχε τραβήξει και τις κουρτίνες. «Είδες που φοβόσουν;» είπε καθησυχαστικά, «ήρθε επιτέλους η μέρα της γιορτής, σήκω να προλάβεις να ντυθείς, να φτάσεις πρώτη, βρήκα και το κουμπί, στο έραψα». Είχε ήδη απλώσει το πλατό στην κάτω πλευρά του κρεβατιού. Εγώ όμως είχα σταματήσει εδώ και καιρό να ετοιμάζομαι για κάτι, είχα πετάξει το παλτό σε μία άκρη της ντουλάπας και δεν θυμόμουν πια ούτε αυτό, ούτε το κουμπί που έλειπε. Η μαμά δεν πρόσεξε ποτέ πως το παλτό δεν μου έκανε πια και εγώ δεν της το είπα για να μην τη στεναχωρήσω άδικα. Είχε κάνει πολύ κόπο να μου διαλέξει εκείνα τα ρούχα κάποτε. Της είπα ότι θα ετοιμαστώ και εκείνη βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα. Δεν είχε νόημα να σηκωθώ, το παλτό είχε παλιώσει και μικρύνει, χώρια που πλέον είχα ξεχάσει το δρόμο για το σχολείο. Άλλωστε και η μαμά μέχρι το βράδυ δεν θα θυμόταν τίποτα. Γύρισα πλευρό και κοιμήθηκα αμέσως. Δεν είδα όνειρα, μόνο κάτι μεγάλα λευκά σύννεφα με περιτριγύριζαν ώσπου με ρούφηξαν μέσα τους. Ήμουν ανάλαφρη και ήρεμη που δεν χρειαζόταν πια να πάω σε αυτή την ασήμαντη γιορτή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: René Magritte.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly