Χρησιμοποίησα την λέξη ιστορικότητα και όχι ιστορία ακριβώς για να δηλώσω την έννοια της αυθεντικότητας με την οποία προσεγγίζει τη θεματική του ο ποιητής. Δεν θα συνεχίσω όμως με αυτό που ενδεχομένως θα περιμένατε δηλ. να μιλήσω για το ποια είναι η θεματική στην ποίηση του Μηλιώτη, ποια τα σημασιολογικά και ιστορικά συμφραζόμενα ή ακόμα ποιοι είναι οι πίσω ήχοι στις λέξεις του Μηλιώτη.

Ως γνωστόν, η γλώσσα μας λειτουργεί σε δυο άξονες, τον συνταγματικό και τον παραδειγματικό. Και στις δυο περιπτώσεις προσθέτοντας ή αφαιρώντας λέξεις δημιουργούμε ένα νέο νόημα το οποίο μπορεί να μην είναι υποχρεωτικά αυτό που θα ήθελε να πει ο ποιητής αλλά ενδιαφέρει από την άποψη ότι μιλάει σε μας ως αναγνώστες. Θα ήθελα λοιπόν την προσοχή σας για λίγο ώστε να δούμε μια θεατρική εκδοχή του τίτλου «Το σκίτσο στην ντουλάπα», γεγονός που θα μας βοηθήσει στην εξέλιξη της θέσης μας.

Ας προσθέσουμε λοιπόν τη λέξη «πάνω» στον τίτλο. Αμέσως γίνεται σαφές ότι χρησιμοποιώ την ντουλάπα ως στήριγμα για να σχεδιάσω το σκίτσο μου. Το ερώτημα εδώ θα ήταν. Τι συνιστά στήριγμα στην ιστορική μνήμη;

Ας αφαιρέσουμε τη λέξη «πάνω» και ας χρησιμοποιήσουμε την λέξη «μέσα». Τότε το νόημα έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί ως προς το εξής, στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για υπενθύμιση, για ζωντανή μνήμη ενώ στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για κάτι το οποίο ξεχνιέται, λησμονείται ακριβώς επειδή είναι κλεισμένο στο «μέσα». Η ντουλάπα λοιπόν εδώ ιδωμένη με την καρυωτακική σημασία του καταφυγίου και επιπλέον με το προσωπικό στίγμα του ποιητή περί ιστορικότητας.

Εάν τα πράγματα ερμηνευθούν ως προς την πρώτη περίπτωση τότε γίνεται κατανοητή η εμφάνιση στον «δρόμο» της Ηλέκτρας Αποστόλου, της Μανωλάδας κλπ… κλπ…

Εάν όμως χρησιμοποιήσουμε τον δεύτερο τρόπο προσέγγισης της ποιητικής του Μηλιώτη, τότε αντιμετωπίζουμε ερωτήματα όπως:

Γιατί η λέξη ιστορία γράφεται με κεφαλαίο;
Γιατί η λέξη σώμα γράφεται επίσης με κεφαλαίο;
Τι σημασιολογική συσχέτιση έχει το σώμα με την ιστορία;
Κι εκείνα τα μελλούμενα γιατί επαναλαμβάνονται;

Μια συνοπτική απάντηση θα μπορούσαν να είναι οι στίχοι της πρώτης στροφής από το ποίημα «Για του δρόσου την κουβέντα», μνήμη Ηλέκτρας Αποστόλου:

«Τώρα παίρνουνε ενίσχυση
Απ’ τον κάτω κόσμο, πληθύναμε
Μ’ εσάς τους πεθαμένους, αφού
Κατάφεραν και θάψανε τη μνήμη
Και την Ιστορία – μαζί κι εμάς –
Σ’ απέραντη λευκή σιγή.»

Ένα άλλο σημείο που χρήζει προσοχής και θα επανέλθουμε στον βασικό άξονα της θέσης – εισήγησης είναι η ύπαρξη ορισμένων τσιτάτων σε πλάγια γράμματα όπου εντοπίζεται κυρίως και η λειτουργία της ειρωνείας. Κατά τη γνώμη μου ο Μηλιώτης χρησιμοποιεί το μέσο αυτό έκφρασης για να περάσει από την μια στην άλλη περίπτωση όπως ήδη σημείωσα, δηλ. από το «πάνω» στο «μέσα» και το αντίστροφο.

Δίνω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το ποίημα «Αντρέας».
«Έχεις δίκιο – είπε –
Δεν ωφελεί να καλοπιάνεις καημούς
Και να σβήνεις με ποτά τους εμπρησμούς».

Να έρθουμε τώρα στην ουσία των πραγμάτων δηλ. στη σχέση της ιστορίας με την ποίηση και στο πώς αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί πολιτικό λόγο. Ο Μηλιώτης δεν ενδιαφέρεται να βρει αίτια και αφορμές όπως θα έκανε ένας ιστορικός. Δεν τον απασχολεί επίσης κατά τη γνώμη μου να περιγράψει μια άλλη εποχή και με αυτή την έννοια χρησιμοποίησα τη λέξη «ιστορικότητα» στον τίτλο. Περιγράφει την εποχή του και αυτό είναι αρκετό. Υπάρχουν δυο ζητήματα τα οποία καταθέτω για να είμαι ειλικρινής στην ανάλυσή μου και για να αποφύγω τις θριαμβολογίες τύπου «εδώ έχουμε μια εξαιρετική συλλογή». Ο Μηλιώτης τολμά να εκφράσει πολιτικό λόγο γεγονός που δεν το βλέπουμε συχνά, όμως αυτό κατά τη γνώμη μου εκφράζεται κυρίως στους δυο άξονες του «πάνω» και του «μέσα» όπως το έθεσα στην αρχή. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία της συγκεκριμένης συλλογής όμως κατά τη δική μου αισθητική περί πολιτικού λόγου, θα ήθελα αν όχι στο βιβλίο αυτό αλλά σε κάποιο επόμενο ο Μηλιώτης να μου δείξει και το «από κάτω» ή το «κάτω» σκέτο δηλ. πώς μιλά ο νεκρός, πώς θα μιλούσε η Ηλέκτρα Αποστόλου μπροστά σε μια Μανωλάδα του «κάτω» κόσμου ή ακόμα και το ποια διαφορετικά ερωτήματα θα είχα ως αναγνώστης αν το σκίτσο μου σχεδιαζόταν, ερήμην μου, να το δυσκολέψω λίγο, σε ντουλάπα κυρτή. Κλείνω εδώ τη μικρή αυτή παρένθεση κάνοντας μια αναφορά και στο προηγούμενο πρώτο βιβλίο του Μηλιώτη «Μια ανάσα δρόμο» γιατί φρονώ πως τώρα με το «Σκίτσο στην ντουλάπα» έχει κάνει βήματα προς τα εμπρός. Προς απόδειξη αυτών που είπα παραπάνω οι στίχοι από το ποίημα «Ο κυρ Σταύρος».

«Από χρόνια είχαν πριν τρυπήσει με τη λόγχη
τα μελλούμενα τη χώρα».

Ακόμα από το ποίημα «Πετάμε στην παρένθεση το καλοκαίρι».
«…θα χρειαστεί καιρός ν’ αποκαταστήσουμε την όρασή μας
και ν’ αντιληφθούμε σε ποιο πρόσωπο η μνήμη θα ξυπνήσει – θα χρειαστεί
καιρός για να μην παραμιλάμε, το πρόσωπο να μην ξαφνιάζουμε – το ξαφνιάζει εκείνη η αγάπη που σπάνια ιδρύεται στο αίμα».

Δεν συνεχίζω με τις αναφορές στον Πλουμπίδη και σε άλλα πρόσωπα που έχουν τον ρόλο του ζωντανού σκίτσου αλλά πάω απευθείας στο τελευταίο ποίημα της συλλογής γιατί εδώ συμβαίνει κάτι που ανατρέπει την αρχική μας θεώρηση ή μήπως όχι;

Η ντουλάπα είναι έξω, τοποθετημένη στο μπαλκόνι αλλά και πάλι κατά τη λογική των πραγμάτων μπορώ να την φανταστώ σε δυο τρεις θέσεις το πολύ. Όμως από το μπαλκόνι η ίδια η ντουλάπα αν δεχτούμε ότι είναι ζωντανή βλέπει και το πάνω και το κάτω και το μέσα, το έξω και το πέρα του κόσμου, βλέπει την ανεργία, βλέπει το εργοστάσιο, τους κατατρεγμένους και τους κεραυνούς που κρύβονται βαθιά στα χώματα του ουρανού όπως σημειώνει και ο ίδιος ο ποιητής.

Τι θα γινόταν λοιπόν στην περίπτωση που η ντουλάπα μιλούσε; Διότι η ντουλάπα επιζεί, επιβιώνει κατά κάποιο τρόπο και ως μάρτυρας της ποιητικής γραφής και ως μάρτυρας πολιτικού λόγου.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ποίηση συμπαγή με εμφανή αναφορά στην εποχή μας και σε συνδυασμό με την τόλμη της πρόθεσης να εκφραστεί πολιτικός λόγος το αποτέλεσμα ικανοποιεί τον αναγνώστη. Εύχομαι να φώτισα όσο μπόρεσα Το σκίτσο στην ντουλάπα και να ευχηθώ στο δεύτερο αυτό βιβλίο του Παναγιώτη Μηλιώτη να έχει ένα καλό ταξίδι σε αυτό τον σύγχρονο ποιητικό ωκεανό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Έργο: Joel Robison.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.