frear

Για το βιβλίο της Λιάνας Σακελλίου «Όπου φυσά γλυκά η αύρα» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Λιάνα Σακελλίου, Όπου φυσά γλυκά η αύρα, εκδ. Gutenberg, 2017.

Πάνω σε μαύρο φόντο και μαύρο, σατέν καπιτονέ, ένα απαστράπτον λευκό, σατέν νυφικό (;) μέσα στην ζελατίνα του. Σαν να ήρθε μόλις για να φορεθεί αλλά δεν … Εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής της Λιάνας Σακελλίου με τον τίτλο Όπου φυσά γλυκά η αύρα.

Τόπος ο Πόρος. Ο χάρτης της περιοχής κάνει λόγο για δυο νησιά. Τη στεγνή Σφαιρία και την κατάφυτη Καλαυρία. Και τα δύο μαζί κάνουν τον Πόρο. Ένας μικρός Ισθμός, ένας πόρος-πέρασμα, τα χωρίζει και τα ενώνει. Λες και ο τόπος και το όνομά του επιβάλλει την ερμηνεία του. Πέρασμα από την μια ακτή στην άλλη. Όμως ποια είναι η μία και ποια είναι η άλλη; Από πού φυσά γλυκά η αύρα;

Φυλλομετρώντας τις σελίδες ανακαλύπτουμε ότι η αύρα έρχεται από εκεί· από την άλλη όχθη. Μέσα σε κάθε ποίημα, σπιλιάδα που φέρνει άλλοτε ένα όνομα κι άλλοτε μια χρονολογία. Άλλοτε μια εικόνα μέσα σε κάδρο, άλλοτε ένα καράβι στο λιμάνι, άλλοτε ένα ψάρι που μετασχηματίζεται σε γοργόνα, άλλοτε τα χρώματα και τους τρόπους παρασκευής τους για να μπουν στην παλέτα του ζωγράφου· άλλοτε, άλλοτε, άλλοτε και είναι μεγάλη η ποικιλία των παραδειγματικών «άλλοτε» που θα παίξει με τα χρώματα, τα ονόματα και τις χρονολογίες.

Σαν να ξεσηκώθηκε όλο το ιστορικό μιας οικογένειας και μαζί όλος ο Πόρος για να ασκήσει το δικαίωμά του να φυσήξει την αύρα του. Σαν κόρη που σεμνά υπακούει, που χρέος μέγα αισθάνεται την επιθυμία του πατέρα να γράψει κάποτε και αυτή κάτι για τον Πόρο, όπως μας λέει στα «Επιλεγόμενα» η ποιήτρια, πιάνει την πέννα. Και γράφει για την οικογένεια, τον Πόρο, τα καλλιτεχνικά δρώμενα, τη καθημερινή ζωή, που με τον τρόπο της και αυτή αναβαθμίζεται σε καλλιτεχνική. Δώδεκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα καταγράφει σταθμούς του πάθους για το νησί. Η Σακελλίου, παιδί που έχει ασκήσει την ακοή πλάι στη θάλασσα, ξανακούει: «το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, ο Ναός του Ποσειδώνα, το σπίτι της Ελένης Σαχτούρη, η βίλλα Γαλήνη, τα πρόσωπα των συγγενών και γειτόνων που έζησαν στο μικρό Ασκέλι. Όλα αυτά και η αύρα, έτσι όπως άγγιζε η πνοή της στον κόσμο αυτό τον Νάσο Σ. Σακελλίου, και ανάσα του….». Κρατάμε αυτή την τελευταία αναφορά του ονόματος και πάμε στον τελευταίο στίχο του πρώτου ποιήματος «Ηγουμένι. Ν. Σακελλίου, 1869». Από εκεί αρχίζει η ποίηση, «από εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος», όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, και εδώ καταδηλώνεται η αλήθεια της παραπάνω φράσης.

Η Σακελλίου μας δίνει την ιστορία της δεκαεπτάχρονης Αρτσίας, κόρης του ζωγράφου Ραφαέλο Τσέκολι από τη Νάπολη που κατέφυγε στο μοναστήρι των Ορθοδόξων για να την θεραπεύσει από φυματίωση, όπως δείχνουν οι «κηλίδες στο κεντημένο μαντήλι» της. Αυτά στα 1847. Ο Τσέκολι ήρθε αναζητώντας «το αθάνατο νερό». Στα 1849, ο «ισχυρός παγετώνας καταστρέφει τα μελίσσια / και τα εσπεριδοειδή/ Η Μονή οδηγείται σε απορία». Ιούλιο, η Αρτσία πεθαίνει κι εκείνος μοιράζει «στα ορφανά τα ξάφτια τα χρυσά/ και τις μπαμπακερές τις κάλτσες της,/ το κοντόσι και τα περίτεχνα υφαντά». Ο Ραφαέλο μπαίνει στο καράβι κι αρχίζει την περιπλάνηση, να βρει το αθάνατο νερό. Για άλλους είναι φυγάδας γι’ άλλους περιπλανώμενος. Πήγε στη Νάπολη, στο Λονδίνο ή έμεινε στην Αθήνα; «Στις τοπιογραφίες του /παριστάνει την ίδια εικόνα – η τάξη των ιερέων και των βοσκών εκεί». «Εν έτει 1853/ πίστευε ακόμη ότι η τέχνη νεκρανασταίνει/ Επέστρεψε στο νησί/ μες στην ακμή της άνοιξης/ κι έβαλε σ’ ένα κουτί/ ό,τι της απέμεινε». Ο Ραφαέλο τη ζωγράφισε σα Θεοτόκο με την Αρτία στην αγκαλιά της βρέφος. Το αθάνατο νερό δεν το βρήκε, δεν έσωσε το σαρκίο της, έσωσε όμως το όνομά της και τη δύστυχη μοίρα της. Πράγματι η τέχνη νεκρανασταίνει.

Έτσι από το πρώτο ποίημα η Σακελλίου μας προετοιμάζει για τη συνεχή αντιπαράθεση των αντιθέτων που ισορροπούν στην κόχη. Το θετικό βρίσκει το αντίθετό του ως το υποχρεωτικό συμπλήρωμά του. Το άσπρο νυφικό (;) και το μαύρο του θανάτου· σαν τέντωμα μιας έντασης ως τα άκρα. Σαν αίσθηση πάθους έως θανάτου. Η ζωή και ο θάνατος· αυτός πάντα παρών που όσο και να τον εξορκίζεις δεν εξορκίζεται, απλώς περιμένει υπομονετικά για να χορέψει το μακάβριο χορό του, μαυροντυμένος.

Εκεί λοιπόν, στα ρηχά του πελάγου, κοντά στις ακτές της Πελοποννήσου, είναι ο χώρος της συναλλαγής. Δεν είναι τυχαία η παρουσία της θάλασσας της πανδέγμονος με όσα ανεβάζει προς τα πάνω ο βυθός της. Ο έχων μάτια βλέπει και ο έχων ώτα ακούει. Κυρίως όσα του λέει η σιωπή, τα κυπαρίσσια και τα άλαλα πουλιά.

Η Σακελλίου έχει αξιοποιήσει, μέχρι την τελευταία μικρή λεπτομέρεια, τον σκηνοθετημένο από τη φύση του χώρο του δράματος. Της δόθηκε το σκηνικό όπως τα ποιήματά της, μεγάλες, σε ένταση, ιστορίες ανθρώπων. Ιστορίες ψηφίδων, αναθήματα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ή του Χριστού από τον οποίο ο άρρωστος ζητάει βοήθεια, ενώ ο άγγελος ακονίζει τη ρομφαία του και φτερουγίζει στο δωμάτιο.

«Το αθάνατο νερό» ρέει και δια του θανάτου. Κάτω από τον τίτλο «Πηγές» η ποιήτρια θα στεγάσει όλες τις γραπτές αναφορές και τις εικαστικές απεικονίσεις, καλλιτεχνήματα γνωστά και φημισμένα. Τυφλός που πλάι σε πηγή βρήκε το φως του, βασιλιάδες που παραθερίζουν πλάι σε πηγές, «ιχθύες μέσα στο αγίασμα πέφτουν», «ήπιαν μυριάδες ανθρώπων,/ όμως και πάλι πέθαναν».

Ο πατέρας κρατά την κόρη στην αγκαλιά του, όπως ο Τσέκολι το καβαλέτο. Η εικόνα της πηγής είναι εικόνα πραγματική ή είναι εικόνα ψεύτικη, που έχει μέσα στην ψυχή εκείνου που υποφέρει ζωγραφιστεί και μόνο η ιδέα της αρκεί για να τον εμψυχώνει; Η αύρα φυσά γλυκά μέσα από τα χώματα και τα νερά, από τα χρώματα και τους καμβάδες, απ’ τις σελίδες των βιβλίων κι από τις μνήμες.

Είναι αδύνατο να προσπεράσει κανείς τα ονόματα. Ο Παρθένης· «Αρχάγγελε προστάτη,/ μίλησέ μου για τη γυμνή στιγμή/ όταν πλαγιάζει ο ήλιος / της ασκητικής φύσης/ κι ένα κομμάτι φως τίκτει το μαύρο/ σε μισόκλειστες φτερούγες/ στους ώμους ή στις φτέρνες/ ερατεινή κόρη/ ενδύεται τη ρόδινη εσθήτα/ στην αλχημεία της ύλης/ σαν να προάγγελλες…». Τα αποσιωπητικά έδωσαν την απάντηση. Η ζωγραφική δεν γίνεται μόνο με χρωστήρα και σμίλη, αλλά και με νου και ψυχή, λέει το μότο του Κωστή Παρθένη· και η ποίηση δεν γίνεται μόνο με λέξεις και ιδέες αλλά και με σιωπές για ό,τι δεν τολμά κανείς να πει. Σε άλλο ποίημα ο Παρθένης επισκέπτεται το Μοναστήρι και «βάφει την κρήνη», σε άλλο «σφίγγει τα κουπιά / και ρίχνει με φόρα τη βάρκα / σε αστικό σαλόνι». Η πηγή στο Τολέδο μπαίνει στον μακρύ κατάλογο των Πηγών. Η Πηγή των δακρύων της, επίσης.

Τα φυτά ζουν τη ζωή τους με απόλυτη συνέπεια, για να μας δείχνουν και να μας προετοιμάζουν, μόνο αλί εμείς, αδιαφορούμε για τα νεκρά φύλλα (Ο Ανδρέας Εμπειρίκος με το ποίημα «Οι αθάνατοι» και με τον στίχο «τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς, οι άνθρωποι, όλοι μαζί, εντός και πέραν του ατομικού, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα υπάρχοντες, ακμάζομεν», μας παρηγορεί με τις αρχαίες μεταμορφώσεις με τις οποίες κέρδιζαν οι θνητοί ανάσταση και αιωνιότητα).

Η «Εις Άδου Κάθοδος» γίνεται με βήμα ιεροτελεστικό, ακολουθεί της ψυχής τις ανάσες, είναι ο ου τόπος, όπου ο ου χρόνος και η ανυπαρξία εξασφαλίζουν το άπειρο. Έτσι, τόποι αληθινοί και άνθρωποι, σωσμένοι μέσα σε πίνακες, μέσα σε βιβλία, μέσα στη μνήμη, σαν χρώματα, σαν ήχοι· γεγονότα, εικόνες αληθινές, παλιές αλλά όχι ξεχασμένες, ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία, να πιουν ποιητικό νερό και να ξαναζωντανέψουν. Και η Σακελλίου τους δίνει την ευκαιρία και όλα, σημαντικά και ασήμαντα, καθαγιάζονται από την τέχνη, νικούν τον χρόνο και τον θάνατο και ξαναζούν σε κάδρο, σε βιβλίο, σε ποίημα ή στην καρδιά.

Στο ποίημα «Γαλήνη – ο Τελευταίος Πορθμός», τίποτα δεν λέει ποιος· κι όμως όλα μιλούν για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, τη βίλα Γαλήνη που κατοικούσε, και τον «τελευταίο σταθμό» του, ποίημα τραγικό· στοιχεία όλα τόσο διακριτικά συνδυασμένα στο ποίημά της, πληροφορίες από τις δραστηριότητες του ποιητή που κολυμπούσε στη θάλασσα και ένοιωθε πως ξανανιώνει (η θάλασσα που μας ξεπλένει από τις αμαρτίες μας), που έκοβε ξύλα για το τζάκι (και ένοιωθε ολοκαίνουριος σαν να κόπηκε μόλις στο πριονιστήριο), και πώς «σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα βατράχια» (συγγνώμη, «τα τζιτζίκια», ακούγονται πίσω τους).

Στο ποίημα «Κυκλάμινο το γραικό ή το λαγουδάκι», «ζωγράφιζε γοργόνες με τις διπλές ουρές/ που δένονταν σε κόμπο στο κεφάλι/ σαν την ξανθή κοτσίδα της / [Μαρώς, βεβαίως] και έγραφε/ ‘‘Πάρε μαζί σου και το παιδί’’ / εν μέρει, εν μέρει» (Μυθιστόρημα ΙΖ΄, «Αστυάναξ»). Έτσι σαν πινελιές μικρές, λέξεις σε στίχους, φυσά γλυκά η αύρα, από την πέρα όχθη του Πόρου, από την όχθη του θανάτου για να μας πουν πως τίποτα δεν πέθανε και όλα είναι ζωντανά.

«Τη βάρκα μας τη λέγαμε Χαρά», λέει, όμως «Αν βάλεις το αυτί σου στο βαθούλωμα/ στου γεφυριού τη μέση,/ ακούς κλαυθμούς και οδυρμούς».

Ο Γιώργος Βέης παρατηρεί ότι: «η παιδεία της (Σακελλίου) προοικονομεί πλείστα εφόδια πρόβλεψης των ορατών» και ότι «το εννοιολογικά δήθεν ασήμαντο συνιστά μία από τις κύριες μέριμνες της ποιήτριας που αναζητά την ενότητα βίου και οδηγεί και τον αναγνώστη σε αίσθημα πληρότητας» (Βιβλιοδρόμιο, 29-31 Δεκεμβρίου 2017).

Θα έλεγα με έμφαση πως όλη σύνθεση της συλλογής είναι και αυτή ένα εικαστικό γεγονός, με όλες τις μορφές επίκλησης της πειθούς παρούσες: το χαρτί, τη γκραβούρα με τα κοστούμια του Πόρου, το χάρτη του Πόρου, αλλά κυρίως το σώμα των ποιημάτων, τις διευκρινιστικές σημειώσεις, τα αποσιωπητικά, τα όσα λέει και τα όσα υπονοεί, τον ελεύθερο, άτακτο στίχο της, τους ρυθμούς της.

Οι παιδικές αναμνήσεις, το χώμα, το νερό, το πηγάδι, η στέρνα, οι λέξεις οι «παράξενες» που έχουν γεύση από θάλασσα, φύκια, αστερίες, αχινούς, αλάτι. Ακούσματα από βατράχια, πουλιά, τον γκιώνη, τα μαγκανοπήγαδα. Αρώματα από λυγαριές, λεμονιές, φρέσκο αεράκι κι έναν θεό που αναδύεται από τα νερά και στα νερά ξαναχάνεται. Το διακείμενο που αντλεί από την δεύτερη, σαν μητρική της, αγγλική γλώσσα. Με όλα αυτά και πολλά ακόμη που ανήκουν στην απροσδιόριστη ποιητικότητα, ο αναγνώστης, ο ξένος, καταθέτει το δικό του συναίσθημα στις δικές της ιερές και άχραντες μνήμες, από όπου φυσά γλυκά η αύρα και νιώθει θέλοντας και μη τη δροσιά της σαν δική του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Charles Ηarbutt.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly