Όταν διάβασα τα γραπτά του Δανιήλ Χαρμς δεν φανταζόμουν ότι υπάρχει άλλος συγγραφέας που να περιφρονεί με τέτοια τόλμη τη συγγραφική σοβαροφάνεια, και το έργο του να αντηχεί σαν μια κραυγή δυσπιστίας μέσα στους διαδρόμους της παγκόσμιας λογοτεχνικής βιβλιοθήκης, μέχρι που ανακάλυψα τον Αμερικανό ποιητή Ράσελ Έντσον. Δεν θα τον αποκαλούσα ποιητή, αν η ποίηση, εν τέλει, δεν σήμαινε τη γραφή άνευ όρων και ορίων. Τα κείμενα του Έντσον, συνοδευόμενα από καρικατούρες και σχέδια εξαιρετικής λεπτότητας και οξυδέρκειας, είναι απότομα και αδέξια, σαν ψαλιδιές σε ατσαλάκωτο χαρτί, και ταυτόχρονα αποκτούν την απειλητική χάρη και τη στιλπνότητα του ίδιου του ψαλιδιού. Ελλειπτικά και άχρονα, χωρίς περιττές προθέσεις και μπαγιάτικο βάθος, προερχόμενα ωστόσο από το βάθος ενός βάθους, βρίσκουν τον αναγνώστη σαν όνειρα ξεπλυμένα από τη θαμπάδα του ύπνου και τον ξυπνούν από τον λογοτεχνικό λήθαργο. Ο Έντσον διαθέτει όση απερισκεψία και κυνισμό χρειάζεται η ποίηση, με τη διαφορά ότι μας πείθει πως ο κυνισμός και η φαντασία δεν χρειάζονται την ποίηση για να αποκτήσουν σχήμα και συνεπώς ποιητική υπόσταση. Συνεχές και σκοτεινό αλλά ενίοτε εκτυφλωτικό χιούμορ, αντιλυρική ευθύτητα, παιδική σκληρότητα ενός αθέατου ενήλικα. Ο Έντσον σε κάθε σελίδα είναι ένας νευρικός και ριψοκίνδυνος ακροβάτης χωρίς δίχτυ προστασίας, που σώζεται από θαύμα αλλά όχι από τύχη. Η τρελή πυξίδα της φαντασίας του δείχνει πάντα τον καταλληλότερο προσανατολισμό για τις συγγραφικές του διαθέσεις: το αλλόκοτο και την ανατροπή. Υποτιμά τα φλύαρα ξεκινήματα και τις δραματικές κορυφώσεις. Γράφει μικρά, αυτοτελή κείμενα, σαν να γεννά διαρκώς τέκνα αδιαφορώντας αν κάποια είναι μικρά τέρατα. Ακραίος, ασπρόμαυρος σαν τα σχέδιά του, ανελέητα σαρκαστικός και αμετάκλητα αδιάφορος για τη φήμη και την υστεροφημία του, παραμένει σιωπηλός και αφανής. Ο θάνατός του, το 2014, δεν απασχολεί ιδιαίτερα τους λογοτεχνικούς κύκλους. Το έργο του παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ξεχασμένο. Μοναδική έκδοση στα ελληνικά το από χρόνια εξαντλημένο βιβλιαράκι των εκδόσεων Αιγόκερως, σε μετάφραση του Αργύρη Χιόνη, κρυμμένο διαμάντι στο πάνω ράφι, που ασφυκτιεί στρυμωγμένο ανάμεσα σε εκατοντάδες σελίδες παθών και αγωνίας. Δεν αξίζει τίποτα άλλο παρά μόνο η μύχια σκέψη μας, διαμηνύει ο Ράσελ Έντσον ψύχραιμα, μεταξύ των ποιητών, κλείνοντας το μάτι στον Κάφκα, τον Χαρμς, τον Σελίν, τον Μπέκετ. Αν πλησιάζαμε στη βιβλιοθήκη έναν ανιχνευτή υπερρεαλισμού θα ανατιναζόταν μπροστά από τον παρασιωπημένο αλλά υπέροχο Ράσελ Έντσον.

***

Η περιγραφή

Σ’ έναν κήπο φύτρωσε ένας γέρος καθισμένος σε μια καρέκλα.

Πρώτα, έσκασε μύτη το φαλακρό κεφάλι του, σαν δερμάτινο αυγό. Μέρα τη μέρα, εμφανίστηκαν σταδιακά τα φρύδια και τα μάτια με τα ορθάνοιχτα βλέφαρα… Τα γκρίζα μαλλιά, τα γεμάτα χώμα αυτιά, η μύτη, με χωματένια βολαράκια στων ρουθουνιών τις τρίχες∙ ύστερα οι ώμοι, το σάλι γύρω από τους ώμους, η ράχη της καρέκλας με κρούστα από λάσπη και σκαθάρια.

Κάτω απ’ το σεληνόφως ένας γέρος μισοθαμμένος στη γη. Την αυγή ένας γέρος καθισμένος σε μια ρηχή θάλασσα ομίχλης.

Όταν βγήκε εντελώς είχε πράσινη μούχλα στα παπούτσια και στα νύχια του.

Μια νύχτα τον είδαμε να χασμουριέται. Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε ήρεμα.

Είναι τώρα λίγος καιρός που η καρέκλα του ξαναβυθίζεται στη γη. Αναρωτιόμαστε μήπως είναι κάποιο είδος ανελκυστήρα των νεκρών.

***

Η μικρή κυρία

Μια κούκλα κουκλοθεάτρου δεν αφήνει τον κουκλοπαίχτη κάτω απ’ το φουστάνι της το χέρι του να βάλει.

Μη μη, θρηνεί, είναι ντροπή.

Ω, σε παρακαλώ, κυρούλα μου, το χέρι μου είν’ η ζωή σου, λέει ο κουκλοπαίχτης.

Ω, όχι, δε μπορεί, θρηνεί αυτή, δεν έχω άλλη ζωή εκτός απ’ την ταπείνωση;

Σε διαβεβαιώνω, κούκλα μου, τίποτα δεν υπάρχει εκεί.

Τίποτα εκεί…; θρηνεί. Δεν έχω εγώ γυναίκας πλούτο;

Μονάχα ένα τούνελ απ’ ωραίο ύφασμα∙ το πέρασμα όπου χώνω το χέρι μου για να σε κάνω να χορέψεις.

… Όμως δε μου ΄πες πως μ’ αγαπάς.

Σε παρακαλώ κυρούλα μου…

Όχι όχι, πρέπει να παντρευτούμε πρώτα, αυτό ‘ναι το σωστό, θρηνεί.

Κι έτσι ο κουκλοπαίχτης μεταμφιέζει κάποιον άλλο κούκλο σε παπά και τον βάζει να τελέσει το μυστήριο.

Τώρα κυρούλα μου…;

Τώρα και για πάντα, αγάπη μου, λέει με τον κουκλοπαίχτη να κάνει τη φωνή της με το φαλσέτο του…

***

Το δείπνο του σκύλου

Μια γριά μαγείρευε το φαΐ του σκύλου της όταν αποφάσισε να εξετάσει τη γενική παρακμή των πραγμάτων απ’ το δυτικό παράθυρό της.

Ναι, εκεί ο γέρικος ήλιος αιμορραγεί και πεθαίνει από τοκετό.

Στην ανατολή σηκώνεται το αναιμικό παιδί, θνησιγενές…

Όταν επιστρέφει στην κατσαρόλα όπου μαγειρεύει το φαΐ του σκύλου της ανακαλύπτει ότι είναι το σκύλο της που μαγειρεύει για το δείπνο του σκύλου της.

Τι παράξενο αλήθεια, ενώ μαγειρεύει κανείς το δείπνο ενός σκύλου μαγειρεύει τον ίδιο το σκύλο για τον οποίο προοριζόταν το δείπνο…

Κατεβάζει απ’ τη φωτιά την αχνιστή κατσαρόλα και την ακουμπάει στο πάτωμα, ενώ σκέφτεται ότι ο σκύλος δε θα φάει το φαΐ του απόψε, ενώ σκέφτεται ότι ο σκύλος δε μπορεί να φάει τον εαυτό του…

Σέρνει μια καρέκλα πλάι στην κατσαρόλα και κάθετ’ εκεί βουτώντας μέσα τα πόδια της, κοιτώντας το σκύλο να πλέει πλάι στους αστραγάλους της μες στην ομίχλη που σηκώνεται απ’ το δείπνο του.

Σκέφτεται, αφού μαγείρεψα το σκύλο, πως και δε μαγείρεψα τον εαυτό μου;… Λες να το κάνω την επόμενη φορά;…

***

Όταν επιστρέφει ο Θεός

Όταν επιστρέφει ο Θεός, χαρίζει τον κόσμο σε κούκλες και παιχνίδια. Των βιτρινών οι κούκλες δέχονται τον κόσμο λες κι ήτανε δικός τους πάντα ο κόσμος. Οι κούκλες που ήτανε παιχνίδι των παιδιών γίνονται ξαφνικά αφεντικά· οικογένειες ολόκληρες καταλήγουνε στα ράφια ή σε δωμάτια παιχνιδιών.

Ο κόσμος γεμίζει παιχνίδια δίχως μάνα που μουρμουρίζουνε, μαμά. Γυμνές θηλυκές κούκλες βιτρινών, δίχως αιδοία, βαδίζουνε τη νύχτα σαν ανθρώπινα φαντάσματα στους δρόμους…

Μια κούκλα από κουρέλια αντιμετωπίζει μια οικογένεια στο τραπέζι. Το ζωγραφιστό χαμόγελο γεμίζει ξαφνικά μικρά δόντια ζώου. Τους διατάζει να βγουν απ’ την τραπεζαρία και να μπούνε στο ντουλάπι.

Πρέπει να υπακούσουν.
Θέλει να κόψει το κεφάλι της μητέρας. Θέλει να κόψει του πατέρα το φαλλό. Θέλει ν’ ανοίξει το παιδάκι για να δει τι έχει μέσα.

Πρέπει να υπακούσουν.

***

Η φωτιά δεν είναι καλός επισκέπτης

Ήμουν υπεύθυνος ενός τρελοκομείου, τρελός καθώς ήμουν.

Ήρθε μια φωτιά που πεινούσε· της είπα λοιπόν, μπορείς να φας ένα κούτσουρο, αλλά μην πας επάνω και φας μια πρώιμη άνοια.

Είπα, τρελοί, τραβάτε στη σοφίτα όσο μια φωτιά θα τρώει για πρωινό μια καρέκλα της κουζίνας.

Η φωτιά όμως ήθελε την κουρτίνα της κουζίνας, που την έφαγε και συγχρόνως σκαρφάλωσε ως το ταβάνι να φάει ένα πάτερο.

Είπα, αν πεινάς τόσο πολύ φάε ένα πάτερο αλλά μη φας έναν μανιακό.

Στο μεταξύ, ένας μανιακός στη σοφίτα, μ’ ένα τσεκούρι, άρχισε να χτυπά τον ουρανό.

Θα τον κάνεις να βρέξει, αν συνεχίσεις, είπα, θα τον πληγώσεις μέχρι βροχής.

***

Μετρώντας πρόβατα

Ένας επιστήμονας έχει έναν δοκιμαστικό σωλήνα γεμάτο πρόβατα. Αναρωτιέται μήπως θα ‘πρεπε να συρρικνώσει ένα βοσκότοπο για δαύτα.

Είναι σα σπυριά ρύζι.

Αναρωτιέται αν είναι δυνατό να συρρικνώσει κάτι ως την ανυπαρξία.

Αναρωτιέται αν ξέρουνε ότι είν’ ελάχιστα, αν έχουνε την αίσθηση των αναλογιών. Ίσως πιστεύουνε απλώς ότι ο δοκιμαστικός σωλήνας είν’ ένα γυάλινο μαντρί…

Αναρωτιέται τι να τα κάνει· έχουνε σίγουρα λιγότερο μαλλί και κρέας από τα συνηθισμένα πρόβατα. Μείωσε την εμπορική αξία τους;

Αναρωτιέται αν θα μπορούσανε να χρησιμεύουνε αντί για ρύζι, ένα είδος μαλλιαρού ρυζιού…

Αναρωτιέται μήπως θα ‘πρεπε απλώς ανάμεσα στα δάχτυλά του να τα λιώσει μέχρι να γίνουν ένας κόκκινος πολτός.

Αναρωτιέται αν ζευγαρώνουνε ή αν κάποιο απ’ αυτά έχει πεθάνει.

Τα βάζει κάτω απ’ το μικροσκόπιο και μετρώντας τα αποκοιμιέται…

***

[Ράσελ Έντσον, Όταν το ταβάνι κλαίει, μτφρ. Αργύρης Χιόνης, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1985. Έργο: Joseph Rodriguez.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.