Ξεκινώ αυτοκριτικά. Πριν από τριάντα χρόνια, θλιβόμουν βλέποντας τον θαυμαστό λαϊκό πολιτισμό του τόπου μας να φθίνει από την επέλαση του καταναλωτισμού, τη μετάλλαξη της καπιταλιστικής οικονομίας και την καταιγιστική τεχνική πρόοδο. Και η θλίψη μου μεγάλωνε με τη σκέψη ότι ο μαρασμός της προφορικής δημιουργίας του λαού δεν αντισταθμιζόταν από έναν στέρεο αστικό πολιτισμό, ο οποίος ήταν πάντα πολύ ρηχός στη νεότερη Ελλάδα, κατ’ εικόνα της αστικής μας τάξης. Πιθηκίζοντας τους Ευρωπαίους, η τάξη αυτή είχε διαβρώσει βαθμιαία το εύθραυστο λαϊκό θεμέλιο του νεοελληνικού πολιτισμού, που ήταν ωστόσο το πιο σπουδαίο, αφού χάρη σ’ αυτό οι Έλληνες ξεχώριζαν από τους συγκαιρινούς τους ευρωπαϊκούς λαούς. Πώς λοιπόν να μην αντικρίζω με κάποια ζήλια τον δυτικό αστικό πολιτισμό, που είχε θεμελιωθεί σε ό,τι έμενε ζωντανό από τον αριστοκρατικό και τους προγενέστερους λαϊκούς πολιτισμούς της Ευρώπης, εξασφαλίζοντας στα έθνη της την αδιάσπαστη συνέχεια και την ευρυθμία της κοινής ζωής μέσα στον αδιάκοπα μεταβαλλόμενο νεωτερικό κόσμο; Συλλογιζόμουν την παραβολή της χωματένιας στάμνας που σπάζει μόλις συγκρουστεί με το σιδερένιο σκεύος.

Σήμερα σκέφτομαι αλλιώς. […]

[Απόσπασμα από εκτενές κείμενο που δημοσιεύεται στο τεύχος 21, που μόλις κυκλοφόρησε. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]